Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Η ΒΑΡΒΑΡΑ Η ΚΟΥΚΛΑΡΑ

Η ΒΑΡΒΑΡΑ Η ΚΟΥΚΛΑΡΑ
Αυτή πάντα στο μπαλκόνι, να την βλέπω, να με βλέπει, με τα μεγάλα της μάτια και τη θεσπέσια ομορφιά, δεν πήγε στο φωτογραφείο του Ηρακλείδη, μια νύχτα το ’σκασε από τα τούρκικα με μια βοϊδάμαξα, κάπου την είχαν κλεισμένη, την κακοποιούσαν από παλιά, τους ξέφυγε, κι ήρθε στη γειτονιά, ανέβη στο μπαλκόνι, κι έκτοτε εκεί, δε μιλιόμαστε, μα αγαπιόμαστε.
Όταν πήγαινε στο δημοτικό, εμείς παίζαμε μπάλα στην περβόλα, αυτή εκεί στο μπαλκόνι, να μας βλέπει να την βλέπουμε, όταν πήγαμε στο γυμνάσιο, την κυνηγούσαμε με τα ποδήλατα, στην  Έγκωμη, στο Στρόβολο, αρρένων θηλέων τα σχολεία, μόνο στα ανθεστήρια βρισκόμασταν και στο ανέβασμα καμιάς αρχαίας τραγωδίας, έλα όμως που κι εκεί ήταν χορός γερόντων, ανδροκρατούμενος. Στα ανθεστήρια στο ΓΣΠ λέγαμε να συνεργαστούμε, τρέχαμε να βρούμε αμάξι, έχει ένα ο κύριος Σωτήρης από το Καϊμακλί να μας δώσει, κι όλοι χαρούλες που έπρεπε να στολίσουμε το άρμα, και ποιος να παριστάνει τη Θέτη και ποιος τον Πηλέα - Θεός αναπαύσει την ψυχούλα του -  για τον κένταυρο Χείρωνα δεν υπήρχε θέμα, τον είχαμε σίγουρο. Όλες Βαρβάρες τις λέγαμε, ώσπου βρήκαμε ο καθένας τη δική του κι ευτυχήσαμε!
Το κύριο όμως σπίτι της Βαρβάρας ήταν στο Καϊμακλί. Πολλοί φίλοι και συμμαθητές εκεί, στο παράρτημα αγίου Κασσιανού τετάρτη Γυμνασίου, πρώτη Λυκείου που λεν σήμερα, οι εγγλέζοι απαγόρευαν την έξοδο από το σχολείο πριν τις δυο το απόγεμα, κι ο πιο μικρός στην ηλικία, που μπορούσε να βγει, αναλάμβανε όλες τις αποστολές της ομάδας.
Τω καιρώ εκείνω, παθητική αντίσταση, όλοι με τις αλατζές, πουκάμισο κάμπρενο, παντελόνι όπως το τζιν με μια ραφή μπροστά, ίσως και να πρωτοτυπήσαμε, όλη η Κύπρος μια αλατζιά, και οι κοπέλες τις φούστες τους κι οι άντρες τα παντελόνια, μην αγοράζετε αγγλικά προϊόντα. Ήταν κάποια μαγαζιά εκεί στη Λήδρας, που έπρεπε να παρακολουθούμε την κίνησή τους, εμείς απ’ έξω και να λέμε, μην αγοράζετε από εδώ, ο κόσμος υπάκουε, διαταγή ΕΟΚΑ, κάποτε έβγαιναν και μας κυνηγούσαν, αλλά ένα φόβο τον είχαν.
Στην τρίτη τάξη, την προηγούμενη χρονιά, έρχεται ο Ψωμάς, μου λέει πρέπει να ορκιστείς, έλα κάτω από το Δημαρχείο, πλατεία Μεταξά, στον κήπο, εκεί ένα μεγάλο δέντρο, βγάζει μια Καινή Διαθήκη από τον κόρφο, βάλε το χέρι, λέγε, όλα εκείνα τα συγκλονιστικά για την εποχή και την ηλικία μας. Κι έτσι άρχισαν οι ομάδες, κάθε ομάδα τον ομαδάρχη, κάθε τμήμα τον αρχηγό του, κάθε τάξη το δικό της, κάθε σχολείο και πάει λέγοντας, οργάνωση πραγματική, κανένας δεν ήξερε παρά μόνο τους δικούς του.
Κάθε μέρα συγκέντρωση την ίδια ώρα στον ίδιο τόπο, ίσως μας χρειαστούν, φυλλάδια στη Λήδρας, την Κυριακή στις εκκλησιές, σταματούσε ο παπάς κάπου εκεί στο κοινωνικό, προσοχή προσοχή, κι άρχιζε μεγαλόφωνη η ανάγνωση του φυλλαδίου, εσύ δεν ήσουν μια μέρα στον άι Γιώργη στην Αγλαντζιά;  μου λέει μια Βαρβάρα.
Μα οι Βαρβάρες έπαιζαν το μεγαλύτερο ρόλο στα εθνικά μνημόσυνα, γιατί γινόταν ολόκληρη τελετή, αμέσως μετά τους ψαλτάδες και τον ιερέα, άρχιζαν από τα κατηχούμενα τα τραγούδια και τις απαγγελίες, μια μεγάλη ελληνική σημαία, στεφάνια δάφνινα, κλαριά φοινικιάς κι ενθουσιασμός.
Εκεί όμως στη τετάρτη πέμπτη είχαμε πια μεγαλώσει, μπορούσαμε να κάνουμε κι άλλα, μπουκάλες βενζίνη, όπου βλέπετε εγγλέζικο αυτοκίνητο, μια μέρα Ονασαγόρου, με τη σακούλα γεμάτη δυο φιάλες βενζίνη κι αρκετά ζαρζαβατικά, με το ποδήλατο, μας σταματά ο εγγλέζος, αφήνω χάμω τη τσάντα, ψηλά τα χέρια, με ερευνά, την παίρνω και ξανά δρόμο, τι σημαίνει καρδιοχτύπι;
 Ήταν ένα αμάξι, Πηδιάς μεριά, στο γκαράζ, το περιλούνουμε, και οπού φύγει φύγει οι μπουρλοτιέρηδες, να βρεθούμε στην κοίτη του ποταμού, εκκλησιά του Προδρόμου ένα μικράκι τότε, να αναφέρουμε. Την άλλη φορά, ΓΣΠ, ήταν κάτι γραφεία της Υδατοπρομήθειας, ένα εγγλέζικο τζιπ, την ίδια τύχη, μα και χειρότερη που ύστερα μάθαμε.  Πάμε στο περίπτερο του Γιαπανά, εκεί ήταν το στέκι μας, ένα σάντουιτς με τα όλα του μοναδικό και κόκα κόλα, τα φτιάνει, έρχεται, κάθεται κοντά μας, ξέρετε τι έγινε τελευταία εδώ κοντά, όχι βέβαια, σ’ ένα εγγλέζικο αυτοκίνητο βάλαν φωτιά κι άφησαν το μπιτόνι τη βενζίνη παραπλεύρως, βγαίνει ο εγγλέζος με τα στρατιωτικά του, βλέπει το αυτοκίνητο, νευριάζει, κλωτσά το μπιτόνι, περιτυλίγεται τη φωτιά, κι άρχισε στο δρόμο να κάνει βαρελάκια να σωθεί πυρπολούμενος. Κι εμείς δεν ξέραμε πώς να κρύψουμε τις εσωτερικές αναταράξεις. Μα για να μας τα πει, θα μας είδε και συμπλήρωσε την αναφορά.
Οι φίλοι από το Καϊμακλί, στην ίδια ομάδα, ήξεραν κι από καλπονοθεία, στις εκλογές στην τάξη, πώς τα καταφέρναμε δυο τρεις και πάντα στο προεδρείο; Αν μετρούσατε τις ψήφους, ήταν πάντα παραπάνω από τους συμμαθητές μας! Δεν μείναμε όμως ποτέ παραπονεμένοι, κι ύστερα από χρόνια, βρισκόμαστε και τα λέμε, με τις δικές μας συγκεντρώσεις, όχι εκείνες τις πολυάνθρωπες, πόσοι να βρεθούν, με πόσους να τα πουν!
Κι η Βαρβάρα η κουκλάρα, εκεί στο μπαλκόνι, να με κοιτάζει και να την κοιτάζω, σκέφτομαι πόσο ερωτευμένος με την κοπελιά του θα ‘ταν ο φωτογράφος της εποχής! Κι άφησε έργο αθάνατο.

Στέλιος Παπαντωνίου