Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ Ο ΜΙΚΡΟς Ο ΜΑΡΑΘΕΥΤΗΣ

ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ Ο ΜΑΡΑΘΕΥΤΗΣ
Κλέφτης δεν ήταν, ψεύτης δεν ήταν, ούτε και Μαραθεύτης, μια λαμπάδα το μπόι του, γαλανομάτικο, ομορφόπαιδο, ο γιος του παπά μας, έβγαινε στο σεριάνι με το μαντίλι στον ώμο, κάτι σαν πρόσκοπος ναυτοπρόσκοπος, ήταν μια μόδα της εποχής, άσπρο μαντίλι δεμένο στο λαιμό, έτσι φωτογραφήθηκε και στου Ηρακλείδη, κοντά κοντά τα σπίτια τους, ο πνευματικός του πατήρ, που λένε.
Ο παπάς σεβάσμιος και αυστηρός, με πρόγραμμα στη ζωή του,  η παπαδιά μια αγάπη να πλημμυρίζει τα καντούνια της γειτονιάς , πήγε μια μέρα ο μικρός να κόψει ένα τσαμπί σταφύλι, από κει στον Πολύστυπο, στα βουναλάκια, τον είδε ο αγροφύλακας με το γυριστό μουστάκι, κάπου είχαν και μια μεταλλική σημαδούρα του αξιώματος με ένα δερμάτινο λουρί, δεν είπε τίποτε, το πήγε στον παπά, δεν ήρθε ακόμα του Σωτήρος, πήγαιναν όλοι εκκλησιά, Κυριακή ήταν, μπαίνει στο ιερό από την πορτοπούλα, του το βάζει στην αγία τράπεζα  «τα άγια τοις αγίοις», ποιος είδε θυμωμένο τον παπά και δε φοβήθηκε, δυο μπάτσους στο θυσιαστήριο, αμάν. Τρέχει πίσω στ΄ αμπέλι ο Γιαννάκης, κολλά το τσαμπί στη θέση του, να τρελαθεί ο αγροφύλακας, το χέρι του παιδιού, πηγαίναμε εκδρομή, ρε βάρτε τα χέρια μέσα, ένας ολότρεμος φόβος των δασκάλων, περνά ένα λεωφορείο, του το’ φαγε, φωνές φασαρία, στο νοσοκομείο, στη θέση του, κι η καρδιά μας.
Σαν έγινε δεκαοχτώ, τι τρέλες όλοι εμείς, στον ανθό της νιότης, λεν, να κάμει οικογένεια το παιδί, εμείς της γύρας, ερχόμασταν τα καλοκαίρια από τις σπουδές, ξενύχτια στα σινεμά, δανεικό τσιγάρο, και πώς να τα επιστρέψουμε, θα  ‘ρθει ώρα, αυτός των κατηχητικών, δε θέλω παντρειές, στα μοναστήρια θα τη βγάλω, Ρε γιε μου ρε καλέ μου, του βρήκαν και την κοπελιά, είπαμε, λεβέντης, ναυτοπρόσκοπος, τίμιος, πάει και την βρίσκει, άκου κυρά μου, εγώ γι’ αλλού τραβώ, αν θες έλα μαζί μου. Και που τ’ ακούει ο πατέρας της , να σου τον κανονίσω εγώ, φέρτε φαρμάκι πράσινο χλωρό να τον ποτίσω, τα γαλανά ματάκια του εγώ θα του τα κλείσω, τα μαθαίναμε εμείς από τις εφημερίδες, τις κακουχίες, τα βασανιστήρια στη φυλακή, χτυπήματα στο πρόσωπο, στα μάτια, κι αυτός ολόρθος, μια Κυριάκος και μια Ευαγόρας, και σήμερα ακόμα που τα θυμόμαστε δακρύζουμε, οι ανάξιοι.
Παίρνει λοιπόν το δρόμο προς Ορκόντα, που λέγαμε, εκεί κοντά στα κέντρα πιο πάνω ακόμα, ο ποταμός, περνά ο Βαρνάβας, εδώ λέει χρειάζεται γενική εκκαθάριση, βρίσκει τον Ηρακλείδη μας, εδώ θα λουστείς και θ ‘ απολουστείς ν’ ασπρίσει το δέρμα σου, κατάμαυρο σε βρίσκω,  ωραία τοποθεσία, πάμε με τα ξαδέλφια την ετήσια εκδρομή, να σας ξεναγήσω, λέει ο δάσκαλος, εδώ ο ναός, εκεί το μουσείο, εμείς τα απέναντι βουνά, την ομορφιά της φύσης, έχουμε πολύ ταξίδι ακόμα ως τον Κύκκο, μια φορά το χρόνο που προσκυνούμε.
Εδώ θα μείνω, λέει το παπαδοπαίδι, τυφλωμένο από το φαρμάκι, κι από τα βασανιστήρια δεν μπορούσε να δει, αλλά η ψυχή ακούει και βλέπει, εδώ να μονάσει, κοντά στον Ηρακλείδη του, που σκότωσε τη λερναία ύδρα κι έφερε νερό θαυματουργό, το ακούς που κυλά, το νιώθεις στα τρίσβαθά σου, την πηγή της ζωής, τη χαρά των δέντρων και των αηδονιών. 
Λες καμιά φορά, τα καταλαβαίνουν δεν τα καταλαβαίνουν, η θεια Μοιρού, η πιο μελετηρή της οικογένειας,  πάντα διάβαζε Βίους αγίων, τα πάντα καταλάβαινε, και τα παιδιά μου μυθιστορήματα, και τα εγγόνια μου παραμύθια.
Ο μικρός Γιαννιός μεγάλωσε, το’ καμε το σπιτάκι του, κάτω το ποτάμι, γάργαρο κυλά, τον ακούμε στα παραμιλητά του τον Άρκοντα Ορκόντα, πάνω τα χωριά, σκαρφαλωμένα  να κόβουν κεράσια, πρασινεμένα όλα ένα γύρο, και τον παινεύονται, μικρός μικρός ο Γιαννάκης μας, Μαραθεύτης τώρα, κι άνοιξε ξενοδοχεία, ο καλός κύριος Παναγιώτης μας, αρχαιολογικούς θησαυρούς, βιολογικές νέες φυτείες , να αναπαυόμαστε στη χάρη του.
Το σπίτι του, προτελευταίο στη γειτονιά μου, βλέπει στο βορρά, κάπως αλλιώτικα τα θεμέλια και το περιτοίχισμα, μαυρισμένα από το χρόνο, απλά κι όχι περίτεχνα όπως των άλλων, βρήκε κι αυτός το σπιτάκι του στην γειτονιά, τίποτε δεν είναι τυχαίο, τα πάντα ερμηνεύονται, κοντά στου Ηρακλείδη το φωτογραφείο, το κρατάμε με μεγάλους γάντζους στον τοίχο, μη μας πέσει.