Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Ο ΚΑΠΤΑ-ΝΙΚΟΛΑΣ

Ο ΚΑΠΤΑ- ΝΙΚΟΛΑΣ
Αυτοκρατείρας Θεοδώρας, πάροδος, ένα στενό, Αραχώβης, εκεί το σπιτάκι του καπτα- Νικόλα, ένα περίεργο πράμα, να ανοιγοκλείνει για να μπαινοβγαίνουν οι λιγοστοί κάτοικοι της οδού.
Στη λεωφόρο Ποσειδώνος, καθόταν από αρχαιοτάτων χρόνων και διάβαζε εκεί στην παραλία, άνδρα μοι έννεπε, μούσα, κι έτρεχε, ναυαγοσώστης, μόλις άκουε βοήθεια από τα βαθιά. Στον έβδομο όροφο, το γεροντάκι ο Κασσιανός, έξω από το γραφείο του Γενικού Διευθυντή, περνά ένας κλητήρας, τι περιμένει ο κύριος, μια ληξιαρχική πράξη ν’ αλλάξω, συμπληρώστε αυτή την αίτηση, μπαίνει, τη δίνει, κάτσε, και γιατί παρακαλώ; 29 Φεβρουαρίου ημέρα θανάτου, πολύ βαριά μου πέφτει, την ίδια στιγμή, φουριόζος μπαίνει στο γραφείο ο καπτα- Νικόλας, νερά από πάνω ως κάτω, από γενειάδα ως νύχια των ποδιών, μυριστικό ένα πράμα, δε μύριζε θάλασσα, νερό καθάριο το κόκαλά του, πού ήσουν, το και το, γι’ αυτό δεν πέθανε δίσεχτο, του λέει ο γενικός γραμματέας, άντε στο καλό, να κάνεις και καμιά δουλειά του Ποσειδώνα. Κι έτσι τον χαιρόμαστε κάθε δίσεχτο, σαν μερικούς πολύ φίλους που μεγαλώνουν κάθε τέσσερα χρόνια, χαρά τους.
Το πρώτο πλοιάριο που οδήγησε στα νερά μας, ο Άγιος Γεώργιος, κάπου εκεί στην Πέγεια, κουβαλούσε όπλα για τον αγώνα που θ’ άρχιζε, δεν ρώτησαν κανένα, μυστικά όλα μα και προδομένα εξαρχής, ο καπτα- Νικόλας περίμενε την απελευθέρωσή του από τις φυλακές, ήρθε ο Μέγας Κωνσταντίνος με το διάταγμά του, τι ωραίο το Μιλάνο, τι ωραίες εκκλησιές, τι ωραία παπούτσια!!! Με παίρνει παράμερα η μάνα μου, να προσέχεις γιε μου, θα ξεσπάσει στον τόπο μεγάλο κακό, να προσέχεις, τούτο μόνο.
Εκεί όμως που φάνηκε τσιάκκος ήταν με τον Αδρία, ένα σαπιοκάραβο, να μας πηγαίνει στην Ελλάδα εκδρομή, πιάνει μια τρικυμία, πρωτάρηδες εμείς, στο κατάστρωμα, επί ένα μήνα στο σχολείο στο Αμαρούσι που μας φιλοξενούσαν, το κρεβάτι σκαμπανέβαζε, μα ήταν μια μεγάλη χαρά, όλη η πατρίδα μια περιήγηση, μια μεγάλη ατραξιόν.
Και τον άλλο χρόνο, μια λεγόταν Αγαμέμνων, μια Αχιλλέας, εμείς εκεί, στο κατάστρωμα, πηγαίναμε στη Λεμεσό, όλη οι οικογένεια, όλες οι φοιτητικές οικογένειες, στο παλιό τελωνείο, με τις κάσες μας, τα γάλατα Βλάχας, τα χαλούμια, πρώτη ερώτηση των τελωνειακών στον Πειραιά, τους τραχανάδες μας, φορτωνόμασταν σε μια μαούνα, κι ύστερα το ανέβασμα στο αμπάρι, μια μυρουδιά ως σήμερα στη μύτη, μη χάσουμε τα πράματα, ένα χρόνο θα περνούσαμε, κατεβαίναμε να εξετάσουμε αν είναι στη θέση τους, να προσέχετε από τους καλαμαράδες και τις καλαμαρούδες, με τα λοούθκια τους, το βράδυ πάντα κατάστρωμα, μια μπατανία τυλιγόμαστε, ούτε ταξιδιωτική καρέκλα, τι να την κάμουμε, βρισκόταν και κανένας μερακλής της κιθάρας, ένας Κοτσώνης να πούμε, κι άρχιζε το τραγούδι, τριάντα έξι ώρες αν θυμάμαι καλά, μα πάντα οι ναύτες επίφοβοι, πάρε πατριώτη μια κούτα τσιγάρα και σαν βγαίνεις θα σε πλησιάσει ο άνθρωπος μου, πού να ξέραμε εμείς, στραβάδια. Στο τελωνείο η διαδικασία, δεν σου’ βαλε χαλούμια η μαμά, δώσε μας κανένα να δούμε κι εμείς τι πράμα είναι, κι ύστερα φόρτωμα στο τρίκυκλο, να μας πάει Αθήνα, ή να ψάξουμε ή να κατευθυνθούμε στο έτοιμο, Φθιώτιδος 23 Αμπελόκηποι, ημιυπόγειο.
Κάπου εκεί στο δεύτερο τρίτο έτος, Μεγάλο Πεύκο, βραδάκι, φορτωμένοι στα καμιόνια του στρατού, κατεβήκαμε έτοιμοι για τις μάχες του 64, στο κατάστρωμα ντύθηκαν έλεγαν τα ελλαδικά φαντάρια τα μαγιό, να νομίζουν τα τουρκικά που παρακολουθούσαν κάθε κίνηση, πως ήταν τουριστικό, λόγια της αρβήλας, κατεβαίνουμε λεωφορεία, από το Τρόοδος θα σας πάμε, οι δρόμοι είναι επίφοβοι, οι τουρκοκύπριοι στην Κοφίνου, πιάσαμε όρη και παραρά, κατεβαίνουμε, να παρουσιαστούμε, και ποιος σας έφερε και τι είστε σεις; Όλοι βαθμοφόροι, να στελεχώσουμε το σπόρο της μελλούμενης εθνικής φρουράς, δε σας χρειαζόμαστε, αλλά πηγαίνετε στα φυλάκια της περιοχής σας, του Μαρτά ήταν κοντά στη θεια Καλλιόπη, περάσαμε το στενό Αραχώβης, χαιρετήσαμε τον καπτα- Νικόλα, κι εκεί τη βγάλαμε.
 Σ΄όλες τις φωτογραφίες ο καπτα- Νικόλας ο ίδιος είναι, με τη μαλλούρα, τη γενειάδα, κάποτε με τα ναυτικά του, με τα αρχιερατικά του, έρευνες γίνανε στα κοκαλάκια του, τον έκλεψαν σαν πέθανε από την πατρίδα του τη μυροφόρα, και τον πήραν στην Ιταλία, εκεί οι παπάδες είναι της επιστήμης, δεν ξέρουν από θρησκευτικά, έβαλαν να ερευνήσουν τα γεννοφάσκια του, τι παθαίνει ο άνθρωπος σαν δεν πιστεύει.
Νικόλας ήταν και το γερόντιο, εκεί κοντά στο τείχος, κοντά στην κλινική του Πρωτοπαπά, με τον Παπάκωστα πήγαμε να τον κοινωνήσει, η πρώτη επαφή με μελλοθάνατο, ένα σκελετωμένο κορμί στο φτωχικό κρεβάτι, άρχισε ο παπάς τα ιερά του, το ημίφως, οι άγγελοι κάπου εκεί τριγύρω στο παράθυρο, τους νιώθω ακόμα, φτερούγιζαν, δεν θορυβούσαν, περίμεναν υπομονετικά, κι ο γερο Νικόλας, ένα χαμόγελο, και τα μουστάκια του ευφραίνονταν, ήρεμο και πράο, πού να ΄ξερε πως σφράγιζε με το θάνατό του μια ψυχούλα, κάτω των δέκα ετών!
Ο άλλος, Νίκος αυτός, δεν ερχόταν στο σπίτι στις επιθέσεις των Τούρκων τα βράδια, έστελνε την οικογένεια, η Ξένια, η θεια Καλλιόπη, τα μικρά παιδιά, το σπίτι γέμιζε γειτόνους, μια νύχτα, μια ομάδα μισόγυμνοι, έξω από την πόρτα, τεραστίων διαστάσεων, μας έβαλαν στουπί με πετρόλαδο να μας κάψουν, ανοίγει η μάνα, κάτι βρωμά, το στουπί το τουρκολόι. Αυτοσχέδια αμυντικά, νερό κοχλαστό να τους  χύσουμε από το ανώι, αν χτυπήσουν την άλλη πόρτα, και καυτό λάδι, τι να γίνει, εμείς αυτά ζήσαμε, πάτησαν απάνω μας τανκς!
Ο άλλος καπτα- Νικόλας, ο μικρός, πράσινος ή βένετος, λουκατίτης, μερακλής άνθρωπος,  όταν τον έδιωξαν από τη γειτονιά του, κατέβηκε στη δική μας, ήταν μια ρουσού, κόκκινα μαλλιά, κόκκινες φακίδες, του άρεσε, την παίρνει, μα γι’ αυτόν άλλοι θα γράψουν, οι νεότεροι.

Στέλιος Παπαντωνίου