Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΟΝ Ή ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ

ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΟΝ ή ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ
Γι’ αυτό ήρθα εδώ πάνω στο Σταυροβούνι να σε βρω, να σου τα πω, να κλίνω το γόνυ και να φιλήσω το χέρι σου, να σε ευχαριστήσω, για την προστασία πρώτα στη γειτονιά, κι ύστερα σ’ όλους εμάς, τα παιδιά σου, αφού δικά σου δεν έχεις. Το νιώθουμε πως σ’ έχουμε ασπίδα ακαταμάχητη, δεν είναι και λίγα που τραβήξαμε στη γειτονιά σου και δική μας, ας είσαι πάντα καλά. Σήκω πάνω, παιδί μου, εγώ δεν είμαι συνηθισμένος από τέτοια, δεν ακούς; Παραμύθια μου βγάλανε, ο τεμπέλης, λέει, που δεν κάνει τίποτε, και καλά να σου κάμει ο άγιος Θεός, να πεθάνεις δίσεχτο, την παραπανίσια μέρα.
Τώρα να μου πεις, πώς βρέθηκες στη γειτονιά, ένας κοσμογύριστος των ερήμων, ή της ερήμου, δεν έμεινε σκήτη που να μην επισκεφτείς, μέχρι πρώτο δημοσιογράφο σε βάφτισαν, να παίρνεις –λέει- συνεντεύξεις από τους ερημίτες, και τι είναι τούτο και τι είναι εκείνο, ένα μάθημα μας έδωσες για το πώς μπορεί να μαθαίνει ο άνθρωπος, από πρώτο στόμα, που λένε.
Καλά εγώ, θυμάσαι, καλούς γονιούς είχα, με τα φροντιστήριά μου, και ελληνικά και λατινικά, γλωσσομαθής, αλλά με τραβούσαν τα μοναστήρια, και πρώτο πρώτο εκεί στην πηγή, στη Βηθλεέμ. Να πάω, λέω στο φίλο μου Γερμανό, πας κι εσύ, πώς όχι; Και βρεθήκαμε εδώ, στο μοναστήρι του αγίου Ιερωνύμου, καλός ο γούμενος, δώσε μας άδεια, του λέμε μια μέρα, να πάμε κι εμείς στην έρημο, να δούμε και να μάθουμε, κι έτσι έγινε, την ευχή μου. Όπου σκήτη και γερόντιο που ήξερε κάτι παραπάνω, που σκέφτηκε, που έζησε, που είχε πείρα, πώς το λέτε, κι εμείς εκεί, με το Γερμανό. Τι είστε εσείς οι δυο, μας ρώτησε ένας μια φορά, δυο σώματα με μια ψυχή του είπαμε, του άρεσε.
Κι επειδή τίποτε δεν πάει χαμένο σ’ αυτό τον κόσμο, όλα εγγράφονται στο σκληρό σου δίσκο, κατά που λέτε κι εσείς οι κομπιουτεράκηδες, όταν ήρθε καιρός, τα κατέγραψα, κι έμειναν εκεί, να τα διαβάζει ο κόσμος, να τα μεταφράζει, κι όταν ακόμα μου ζήτησαν να μάθουν τις πρώτες βάσεις και τις τελετουργίες και τυπικά των μοναστηριών της ερήμου, μόνο εγώ ήμουν σε θέση να τους τα γράψω. Αν είναι να θεμελιώσουν μοναχισμό, στα σωστά θεμέλια να τον στηρίξουν, στους πρώτους και γνήσιους ερημίτες, έτσι κι έγινε, τουλάχιστον στη Δύση, γιατί εκεί στην Ανατολή, ποιος να τα βάλει με το Βασίλειο, αν και ξέρεις, με το Χρυσόστομο πολύ τα βρήκαμε, με χειροτόνησε διάκο, και μ’ έστειλε τότε που τον κυνηγούσαν στον πάπα Ιννοκέντιο να του τα ψάλλω ένα χεράκι, να δώσει κι αυτός ένα σημάδι πως δεν εγκρίνει τις διώξεις του, αλλά τίποτε δεν έγινε, έμεινα στη Ρώμη.
Α ρε παππούλη, ρε παππούλη, κι εμείς έτσι σε ξέρουμε, Ρωμαίο, δεν σε συγχύζουμε με δυο κυπρίους, αν και κάποτε το σκέφτομαι, να σας φέρω όλους μαζί, να συγκατοικήσετε, να το γιορτάζουμε δυο τρεις φορές το χρόνο, όχι κάθε μπις σεκτους. Ααα καλααα! Τώρα πέτυχες διάνα! Ας είμαι και μόνος, καλά τα καταφέρνω, κι ύστερα είδες, πήγα στη Μασσαλία, έχτισα δυο σπιταρόνες, μια για μας τους άντρες, μια για την αδελφή μου, όλο λέτε να ρθειτε να τα δείτε, κι όλο με τις φωτογραφίες τη βγάζετε, καλά να είστε.
Και πώς βρέθηκα στη γειτονιά, κι όλο στο μυστικό σας το έχω, άντε να δούμε, λέω, θα τα καταφέρουμε τώρα να μάθουμε κάτι; Όχι, λέει, δεν έχω τίποτε απόλυτα ξεκαθαρισμένο να σας πω.  Ξέρεις εκεί στη γειτονιά μας, πολλοί κυκλοφορούσαν στη Μασσαλία, και παροικία σχεδόν κυπριακή είχαμε, θα είδαν το σπίτι, θα το θαύμασαν, τους άρεσα και με τις ιστορίες μου, φαίνεται, άντε καλέ, στα παραμύθια θα το ρίξουμε πάλι;
Και μ’ έφεραν, θα’ ταν φραγκοκρατία δε θα ‘ταν, ο παπα Χριστόδουλος ο θαυμαστός  με την κυρά Μαρία του, βρήκαν εκεί σε μια σπηλιά στη γειτονιά σου ένα κράνος, ένα ευαγγέλιο, αυτά λένε τα έριξαν εκεί, στη σπηλιά και στα πηγάδια οι χριστιανοί, μην τα αρπάξουν οι μωαμεθανοί τότε, με την κατάληψη της Κύπρου στα 1571, κακιά ώρα που επαναλαμβάνεται σ’ αυτό τον τόπο που’ ήταν άγιος και τον κάματε του εξαποδώ... Αν ήταν εκεί ένα πρώτο μου σπιτάκι, κι ύστερα έκτισε ο παπάς ένα δεύτερο μικράκι, εσείς ξέρετε το τρίτο, 1854 που λέει κι η επιγραφή, εκ θεμέθλων, όχι:  «εκ θεμελίων», λεν οι γραμματιζούμενοι αγράμματοι.
Α ρε παππού, όλο προβλήματα μας βάζεις. Εκείνο το κράνος, δικό σου ήταν, και πού το φορούσες κι αν δεν ήταν δικό σου, του άλλου λέει ίσως, του κυπραίου. Εσείς καλά το’ χετε, τη δουλειά του κάνει, πονοκέφαλος! Γιατί εκεί στην εκκένωση, ήταν, ιστορεί η μάνα μου, η αεράμυνα, κι ο θείος Αντρέας ήταν εκεί, είχαμε στο σπίτι ένα κράνος, ένα γκλοπ, και μια παρόμοια σχεδόν με τους ψαροντουφεκάδες μάσκα, με ένα σωλήνα πλαστικό και στο τέρμα ένα σαν κουτί του γαλάτου, πλαστικό κι αυτό, μια φυσαρμόνικα σωλήνας, και παίζαμε παιδιά, πολύτιμα κειμήλια, πού να ξέραμε, χάθηκαν, τα δικά σου τα φυλάμε.
Εκεί, μου λέει, το πρώτο μου μικρό σπιτάκι, κι ύστερα να μεγαλώνει, μεγάλωνε κι ο μαχαλάς, τι μερακλήδες άνθρωποι, κι έχτισαν το μεγάλο μου σπίτι, στη γιορτή μου να βάζω τις χρυσαφιές καδένες μου, και τη σκούφια, το κράνος μου, να χαίρονται οι φίλοι.
Τη Δευτέρα της Καθαράς, λέω εγώ,  που δίνω μια βόλτα στα σπίτια της Χώρας, βρίσκω το δικό σου το πιο όμορφο ή κάνω λάθος, σαν το πουλί που νομίζει το δικό του παιδί το πιο ωραίο! Είν ‘ αλήθεια, μου κάνει. Οι γειτόνοι μου πάντα ήταν μερακλήδες, αυτή η λέξη. ‘Ο τι πιο καλό μου το έφερναν, παράπονο δεν έχω, καλά περνώ και πέρασα, και με την αστοχιά και με το χαλάζι.
Ήταν ένα καιρό που γύρωθε στο σπίτι μου ήταν άλλα φτωχικά, να μένουν οι παπάδες κι οι καντηλανάφτες, αν έχει και κάνα έσοδο η εκκλησιά σας δεν ήταν κακό, τι λέτε;
Πού με παίρνεις, παππούλη! Εμείς την αυλή σου την είχαμε για παιχνίδι, μέσα ο Παπάκωστας να ψάλλει, έξω εμείς να παίζουμε πιριλλί και χωστό και μπάλα και βασιλέα, και σβούρες και τριάππηθκια, και καβαλλούρι και… και… τι λέω, πλούσια παιδιά που ήμαστε στον καιρό μας! Τίποτε δεν θέλαμε, όλα μόνοι μας τα φτιάναμε, ύστερα μεγαλώσαμε και τ’ αγοράζαμε από τα καταστήματα, οπισθοδρομική πρόοδος.
Κι ύστερα άρχισαν ο επιθέσεις, πρώτα στου γείτονά μας του Λουκά, κι ύστερα σε σένα, και τρέχαμε από Χαλκίδα ως την άκρη της Χώρας να ρθούμε να σε ποσπάσουμε από τον τουρκομαχαλλά, που άνοιγε το στόμα και μπούκιαζε, κι οι εγγλέζοι να ξύνουν πράσινα μολύβια!  Πού είσαι τώρα ν’ ακούσεις και να φρίξεις, εμείς φταίμε για όλα να λεν  οι αδιάντροποι, και πού ήταν η ενορία σου, η μεγαλύτερη της Χώρας; Σαν ξεκινούσαμε, με την αγιαστούρα ο Παπάκωστας στο χέρι κι εγώ με το χάλκινο του αγιασμού, δεν είχε τέρμα η ενορία, από Χάντακα ως Μεγάλου Κωνσταντίνου, όλα τα’ φαγαν, ένα μικρό καλύκι έμεινε, κι αυτό το θαύμα σου: που είσαι ακόμα εκεί, ζεις και βασιλεύεις. 
Άντε γεια. Και να προσέχεις.
Στέλιος Παπαντωνίου