Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

ΜΙΧΑΛΗΣ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟΣ

ΜΙΧΑΛΗΣ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟΣ
Τρία τέσσερα αδέλφια ήταν ή και περισσότερα, εμείς ξέραμε μόνο το Μιχάλη και το Γαβρίλη καλά καλά, αυτόν που είδε πρώτος την κοιλιά της Παναγιώτας και της είπε, Ρε Παναγιώτα, σαν να μεγάλωσε η κοιλιά σου… άντε από δω βρε. Οι άλλοι, ακουστά τους έχουμε, ήταν ένας Ραφαέλλος, με την αρχαιολογία ασχολήθηκε ερασιτεχνικά, όπου έβλεπε κάτι σαν σφίγγες ή λιοντάρια με φτερά, νόμιζε πως ήταν πρόγονοί του και καθόταν να γράφει στο διαδίχτυο για το γενεαλογικό του δέντρο. Κάποτε μάλιστα του μπήκε να πάει και στο Πανεπιστήμιο, μεγάλος πια στην ηλικία, να κάμει διατριβή για τις σφίγγες και τα φτερωτά λιοντάρια. Του ζήτησαν όμως πολλά λεφτά, ιδιωτικό πανεπιστήμιο ήταν, και τα παράτησε.
Ο Γαβρίλης, καλό παιδί, τον υιοθέτησαν εκεί στη γειτονιά, δεν το ήξερε, όταν το’ μαθε τρελάθηκε ο άνθρωπος, τον κλείσαν για καιρό στο ψυχιατρείο, όταν έβγαινε καθόμασταν μαζί του να του κρατάμε παρέα, του δίναμε κάνα φράγκο να περνά, λίγο μικρότερος ίσως. Αυτός όμως ποτέ δεν ξεχνούσε την αγάπη του στα λουλούδια, στα κρίνα ιδιαίτερα, από τον καιρό της αρχαιολογίας του Μαρινάτου, που μας έλεγε με καμάρι, και τι νομίζετε, μόνο ο Θεός σας μύρισε κρίνο, εδώ τα ευρήματα μαρτυρούν άλλα. Καλά, αρχαιολόγος μεγάλος είσαι, δε θα ρθουμε εμείς να τα βάλουμε μαζί σου, για ένα τάληρο παλεύουμε, να περάσουμε το μάθημα.
Ο Μιχάλης όμως, αυτός αν και ταχυδρομικός, στρατιωτικός φαινόταν, πάντα μ’ ένα σουγιά στην τσέπη, τον φοβόμασταν. Κάποτε στην εκκλησιά μας, γύρω στο 1888, πέρασε από το νου των επιτρόπων να ζωγραφίσουν τις κολόνες,  δυο όλες κι όλες, τη μια με τον άγιο Αντώνιο και Σάββα και με τη βάφτιση του Χριστού, την άλλη με το Μιχάλη να παίρνει την ψυχή ενός κρεβατωμένου, και κάτι γράμματα με προσπάθεια να σβηστούν, τι είχε γίνει; Ο επίτροπος που ανέλαβε να πληρώσει τον ζωγράφο, τον πλήρωσε, ο ζωγράφος νομίζοντας πως από την τσέπη του τα βγάζει ο άνθρωπος, του ‘γραψε κι ένα επίγραμμα ευχαριστήριο, με τ’ όνομά του, το βλέπουν οι άλλοι, τι ρεζιλίκια είν’ αυτά; Κι αναγκάζεται ο ζωγράφος να τα σβήσει με κάμποσα ΧΧΧ από πάνω τους, τα βλέπουμε όμως σήμερα  οι γνωρίζοντες και κάνουμε χάζι.
Ένα σεφέρι ο Μιχάλης έκανε και το νεκροθάφτη, για την ακρίβεια τον αμαξηλάτη που οδηγούσε τη νεκροφόρα με το άλογο, ένα λευκό άλογο, αν θυμάστε, με μια μαύρη νεκροφόρα, κατά μήκος της μια πλατφόρμα μετακινούμενη, για να ευκολύνονται στην είσοδο και έξοδο του φερέτρου, κι από κάτω κενό, να τοποθετεί κάμποσα στέφανα ο Μιχάλης, χειροποίητα ήταν τότε, με χάρτινα φύλλα, ένα σύρμα κυκλικό, κάμποσο αμπαζιούρ για κάλυμμα και ένα λουλούδι στη βάση, ένα σελίνι το κομμάτι, εις μνήμην.
Το θάνατο δεν τον φοβόταν, το απέδειξε σ’ όλες τις μάχες της περιοχής, ήταν εκεί στο φυλάκιο της Αντιγόνης του Καπαρτή, μαζί με το Γαβρίλη, άλλος αυτός, από κάτω καθόταν η οικογένειά του, το φυλάκιο ανώι, μια μέρα τους ρίχνουν το 74 ένα όλμο οι Τούρκοι, μου πληγώθηκε ο Μιχάλης και τον πήραν στη Λεμεσό στο νοσοκομείο, της Χώρας ήταν γεμάτο, έκαμε λίγο καιρό, τον απέλυσαν, ύστερα όμως ήρθαν τα κακά, δεν καταλαβαίναμε τότε από τέτοια.
Ο Γαβρίλης ο άλλος, της Νιόβης ο γιος, έμεινε μόνος στο φυλάκιο, έρχεται μια μέρα διαταγή, κατεβείτε να σώσετε τις εικόνες του Άι Γιώργη, γιατί σε λίγο ειδοποίησαν πως θα βάλουν φωτιά στα Δημοτικά και στην εκκλησιά, κι ο Γαβρίλης απαθανατίστηκε στις φωτογραφίες του ππι άι όου κουβαλώντας εικόνες. Ήταν εκεί κοντά κι ένας πυροσβέστης, αργότερα γνώρισα τον άνθρωπο, τα λέγαμε περιμένοντας τα εγγόνια μας να σχολάσουν από το Δημοτικό, έτσι κι έτσι, μου λέει, εκείνη τη μέρα ήμουν εκεί, και ρωτώ, πού είναι οι Τούρκοι ρε παιδιά, κι ακούω μια φωνή παραπλεύρως να μου λέει, δαμαί, μάστρε.
Του Μιχάλη του άρεσε πολύ η Οδύσσεια, εκεί που κουβαλεί τις ψυχές των μνηστήρων ο Ερμής στον Άδη, φιλομαθές παιδί, ό τι έβρισκε διάβαζε, στο αίμα τους το είχαν οικογενειακώς. Σαν δεν είχε δουλειά, καθόμασταν εκεί στο καφενείο, τα Ελευθέρια ή του Κάουρα, όπως το ήξεραν παλιά, ύστερα το πήραν ο θείος Αντρέας κι η θεία Μαρούλα, και φιλοσοφούσαμε για το θάνατο, το αγαπητό του θέμα, μια με τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα, τις τελευταίες μέρες του Σωκράτη στη φυλακή, μια με τους Στωικούς, κάτι έξυπνα που έλεγαν, αν ήταν ο θάνατος κάτι φοβερό, θα ‘ταν και για το Σωκράτη, ή το θάνατο δεν τον καταλαβαίνεις αφού είσαι ζωντανός κι όταν πεθάνεις πάλι δεν τον καταλαβαίνεις αφού είσαι πεθαμένος, κι άλλα τέτοια ωραία. Καλό βόλι, έλεγαν οι αγωνιστές και κάτι ήξεραν.
Του Μιχάλη μου όμως το βόλι δεν ήταν καθόλου καλό, γιατί τον πήραν στη Λεμεσό στο νοσοκομείο, τον έβγαλαν, καλός και δυνατός, ένα μοναδικό παλικάρι, έτρωε  έπινε δούλευε, τίποτε δεν φοβούνταν, ήρθε όμως κι ο καρκίνος του πνεύμονα, με τα πακέτα την ημέρα το κάπνισμα, η γυναίκα του του έβαλε και στο σεντούκι, να ‘χει να καπνίζει, ο καρκίνος τον χτυπά και στον εγκέφαλο, κι όταν άρχισαν τις αχτίνες, τι μας λεν οι γιατροί; Μα το κεφάλι του Μιχάλη σας είναι γεμάτο απομεινάρια όλμου.
Δεν πέθανε ήρωας πολέμου. Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή του.