Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Στέλιος Παπαντωνίου
Λέει κι ο φίλος μου ο Παύλος, αν δεν πιστεύεις στον Αναστάση- ο πρώτος που ‘φερε στη Λευκωσία τα τσιπς, είχε κάμει ένα σεφέρι στην Αμερική, εκεί έμαθε τη δουλειά, με το τρίτροχο και την κασόνα, να τριγυρνά στις γειτονιές μ’ ένα κασκέτο λευκό στο κεφάλι, κι εμείς τότε πιτσιρίκια να ευφραινόμαστε, τότε που δεν φοβόμαστε από αλάτι και πατάτες, μπουκιά και συχώριο. Αν δεν πιστεύεις τον Αναστάση, λοιπόν, τίποτε δεν κατάλαβες από τη δύναμη του Χρίστου, που δεν τον ξέρουν μόνο στη γειτονιά μου, πασίγνωστος είναι. ‘Ένας γλυκύτατος άνθρωπος, όλους μας προστατεύει, κάτω από τη σκιά του ζούμε, θεό μας τον έχουμε. Άλλοι σπεύδουμε στα γενέθλιά του να τα γιορτάσουμε με όλη τη χαρά μας, άλλοι στις σκοτεινές  του μέρες, αλλά είπαμε, να ΄ν καλά ο Αναστάσης, που μας φαιδρύνει με τα τραγούδια και τα έθιμα του χωριού του.
Την αγάπη του ο Χρίστος τη φανερώνει σε όλους ανεξαίρετα, φτάνει κι αυτοί οι ευλογημένοι να την ζητήσουν, αν δεν πας στο βουνό δεν είναι Μωάμεθ, ας μην τους συγκρίνουμε.
Του Χρίστου η μάνα, η Παναγιώτα, σεμνή κόρη, από την εκκλησιά δεν έβγαινε, ολημερίς ολονυχτίς γονατιστή προσεύχονταν, της έστειλε ο Θεός ένα παιδάκι, εκείνες τις ημέρες οι Εγγλέζοι μας έβγαζαν ταυτότητες, αν θυμάστε κάτι απλά λευκά χαρτιά, με τα δαχτυλικά μας αποτυπώματα και τη φωτογραφία μας. Αχ εκείνοι οι  φωτογράφοι του παλιού καιρού, με το τριπόδι και την κάσα και τη μαύρη μαντίλα, έξω από το Δημοτικό σχολείο ή στην αυλή του να φωτογραφίζουν τον κόσμο. Μέσα κάτι δάσκαλοι που ήξεραν γραφή και να μας εγγράφουν εις το γραμματείον. Φοβούνταν οι Εγγλέζοι την αναστάτωση, έπρεπε να ελέγχουν τα πάντα, νόμιζαν τότε πως ήταν Ρωμαίοι κοσμοκράτορες, εδώ όμως ήταν ο αγώνας της ΕΟΚΑ.
Κάπου τότε θα γεννήθηκε κι ο Χρίστος, η φτωχή Παναγιώτα δεν είχε να τον ζεστάνει, τον έβαλε κοντά στο παχνί με τα βόδια, όλοι που ζήσαν σε χωριά ξέρουν πόσο σημαντικό ήταν το βόδι, στην ίδια κάμαρα έμεναν άνθρωποι και πολύτιμα ζα. Μια φορά που πήγαμε στην Παναγιά της Πάφου, μετά το θάνατο του Μακαρίου, είδαμε στο ίδιο δωμάτιο, ένα μικρό χώρισμα, εδώ το βόδι εκεί οι άνθρωποι, στο παραπλεύρως.
Μικράκης λοιπόν ο Χρίστος βοηθούσε λίγο τον μπαμπά- η μάνα του του έκρυβε το μυστικό- ο μπαμπάς ένας ξυλουργός της περιοχής, εκεί κοντά στον παλιό Ολυμπιακό, ξυλουργεία ξυλεμπορικά ήταν γεμάτος ο τόπος, νόμιζα πως οι «ταχτάδες», όπως ονομάζονταν σε άλλες πόλεις της Ελλάδας οι περιοχές με τα ξυλάδικα, δώκαν και την ονομασία «ταχτακαλάς» στη δική μας, άλλοι λένε άλλα, για το τέμενος «ταχτ ελ καλέ», αδιάφορο.
Ο Χρίστος, κατά που λένε, από μικρός φαινότανε πως θα γινεί μεγάλος. Πήγε σχολείο.  Ὀποτε αρχίζει η σχολική χρονιά τον θυμούμαι, κάτι περικοπές από παλιά παραμύθια πολύ μοιάζουν στην παιδική του ηλικία, θάμπωνε τους δασκάλους με τη γνώση, κι άλλοι λέγαν άλλα, για τα παιχνίδια του με κάτι πουλιά, που έφτιαχναν με τον πηλό, κι αυτός τους φυσούσε να τους δώσει ζωή να πετάξουν, μην του τα σπάσουν τ’ άλλα παιδιά, δεν ήξερε να πει: «τα βρωμόπαιδα». Ωραία πράματα.
Κάποτε πήγε με τη μάνα και τον κύρη στον απόστολον Αντρέα εκδρομή, τι χαρές ήταν τότε. Ξεκινούσαμε από τα εφτά χαράματα, κάποτε με λεωφορείο, κάποτε με το αυτοκίνητο που είχε αγοράσει ο πατέρας, σταθμός στο Μπογάζι, παραθαλάσσιο, πρωινό, ατμόσφαιρα ανάλαφρη, δεξιά ο κόλπος, βαρκούλες, μια πλατεία, καθόμασταν εκεί για πρωινό καφέ, όλοι πίναμε από μικροί- στην αστοχιά η μάνα μου καβούρδιζε κουκκιά-  κι ύστερα άλλος σταθμός στους αγίους Τρεις Παίδες αν θυμάμαι- ξεχνώ επικινδύνως- ή σ’ ένα δάσος που είχε σχηματισμένη με δέντρα την Κύπρο, κι ύστερα άρχιζε τελετουργικά το μέτρημα, πρώτο καγκέλλι, δεύτερο…. Μια φορά που πήγαμε με λεωφορείο, απλώσαμε στρωματσάδα στο υπερώον. Του λεωφορείου. Άλλη αίσθηση εκεί, στην εκκλησιά, στο αγίασμα, κατεβαίναμε τρεχτοί τα σκαλοπάτια, ένας διάδρομος, συνωστισμός, αγναντεύαμε τα βράχια, την απέραντη θάλασσα, κάπου εδώ ο απόστολος Ανδρέας έκαμε το θάμα του, έσωσε το πλοιάριο, παρακάτω μια παραλία παχύαμμη, πάντα την θαυμάζαμε, από μακριά. Από τη βίαιη κατάληψη της Καρπασίας από τους Τούρκους το 74, εκεί δεν ματαπήγα. Ούτε πάω. Και δεν έχω καθόλου περίεργες αντιλήψεις.
Μια μέρα λοιπόν ο Χρίστος χάθηκε μες στην εκκλησιά, ξεκινά το λεωφορείο, είχαν φτάσει σχεδόν στο πρώτο χωριό, τον αναζητά η μάνα, ρε πού είναι το παιδί, φωνές κακό, αναγκάστηκε ο σωφέρης να επιστρέψει, τον βρίσκουν στο ψαλτήρι, τι κάνεις εδώ παιδί μου; Σφαλιάρες δεν έφαγε, πολύ τον αγαπούσαν.
Κάπου εκεί στα δεκαοχτώ του πάλι ξαναχάθηκε, διάβαζε τότε πολύ Σικελιανό, τον ενέπνευσε η παραμονή του ποιητή στη Λιβυκή έρημο σε μια σκηνή, εκεί έγραψε τον «Αλαφροΐσκιωτο». Ο Σικελιανός. Ο Χρίστος δεν έγραψε. Μόνο που μας ήρθε με μια γενειάδα, ένα απαστράπτον πρόσωπο, κοκαλιασμένο, κάτι σαν εμάς το 64 που κατεβήκαμε ξαφνικά στο σπίτι, είχαμε κάμει σε στρατόπεδο στη Χαλκίδα, μια ολόκληρη ιστορία ερήμου κι εκεί, σαράντα μέρες, αν ήταν τόσες, δεν είδαμε άλλους εκτός από τους στρατιωτικούς μας, σκεπασμένοι πηγαίναμε στα πεδία βολής, κατάκλειστα τα στρατιωτικά αυτοκίνητα που μας κουβαλούσαν, ασκήσεις μερόνυχτα, μερικοί που’ χαν κάμει στο αντάρτικο της ΕΟΚΑ σταυροκοπιούνταν οι άνθρωποι, τίποτε από όσα μας δίδασκαν δεν τηρούσαν στον αγώνα, τίποτα δεν ήξεραν, κι  όμως επέζησαν.  Θεού το θαύμα, έλεγαν. Φάγαμε εκεί γαλέτα του τέλους του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, κρέατα με την ίδια σφραγίδα, δεν παραπονιόμαστε, φτωχή χώρα η Ελλάδα, καλοσύνη της που μας σπούδαζε και μας προετοίμαζε να διαφυλάξουμε τον τόπο. Ένα βράδυ μας φορτώνουν, κατεβαίνουμε στο Μεγάλο Πεύκο, ένα πλοιάριο εκεί, παράγγελμα, στρατιώτες, σκασμός, να μας μιλήσουν, να μας πουν πού και πώς, μπαίνουμε στο πλοίο, φήμες, φέρναμε μαζί μας ελλαδίτες φαντάρους, κυπριακές ταυτότητες, και πού είναι ρε πατρίδα τα Βυζάκια, Βυζακιά πατριώτη! Κατά που κατεβαίνω στο σπίτι με τα μούσια και τα μουστάκια, αναμαλλιάρης κι αδυνατισμένος, σούρνει φωνή η μάνα μου, ύστερα όμως πολύ γρήγορα το ξεπέρασε, συνηθισμένη στη γειτονιά κι στη ζωή από τέτοια. Έτσι, με τα γένια, μας κατέβηκε λοιπόν κι ο Χρίστος, κάτι μας έλεγε για την αγάπη και την αγάπη, έλεγε να κάμει ομιλίες στα κατηχητικά, τον αφήσαμε στη δουλειά του, εμπιστοσύνη του είχαμε.
Δυο γιατρούς είχαμε στη γειτονιά, τον Σάββα Σαββίδη, ιατρός Παρισίων, έγραφε η ταμπέλα έξω από το σπίτι του, απέναντι από την εκκλησιά, και το Δημήτρη τον Πρωτοπαπά, πιο κάτω από το Παρθεναγωγείο, κοντά στο τείχος. Και δυο οδοντογιατρούς, τον Ζεμενίδη και τον Σιεφκέτ, έναν καλότατο Τούρκο. Μαζί τους κι ο Χρίστος, πρώτο χέρι στην ιατρική, δεξί τους χέρι καλύτερα. Μερικοί έλεγαν πως απαγορευόταν να ασκεί την ιατρική, ήθελαν να τον καταγγείλουν, κάποτε έβρισκε τον μπελά  του, αλλά αυτός το θεωρούσε χρέος να κάνει το καλό κι ύστερα το ‘ριχνε στο γιαλό, και μην πείτε σε κανένα τίποτε, έλεγε.
Με τον αγώνα της ΕΟΚΑ από τους πρώτους κατατάχτηκε, ορκίστηκε, στο σπίτι του, πάροδος Μεγάλου Κωνσταντίνου, γίνονταν οι πρώτες συγκεντρώσεις της ομάδας, καμιά δωδεκαριά φίλοι, πατριώτες, με αυταπάρνηση, οργάνωναν την πόλη, την επαρχία, λίγο πιο πέρα άλλοι, κουβαλούσαν στο σπίτι τα πρώτα όπλα και πυρομαχικά, η γειτονιά γειτόνευε και με τούρκικα σπίτια, ήταν όμως τα δικά τους απόμερα, όλα στο κρυφό, κάποτε όμως άρχισαν οι προδοσίες κι οι συλλήψεις. Ένας από τους δώδεκα βγήκε θεομπαίχτης, ένας προδότης, άλλα νόμιζε άλλα ονειρευόταν, πήγε στους Εγγλέζους, κάνουν ένα κέρφιου, ο προδότης με μια κουκούλα στο κεφάλι, αυτός αυτός αυτός, σύναξαν την ομάδα,  τους άλλους ύστερα από ανακρίσεις και φυλακίσεις εκεί στα κρατητήρια της Κοκκινοτριμιθιάς τους άφησαν ελεύθερους, τον Χρίστο όμως τον καταδίκασαν στον δι’ αγχόνης θάνατον, νέο παιδί. Οι δικηγόροι έκαμαν έφεση στη βασίλισσα, αυτή αρνήθηκε, το παιδί οδηγήθηκε στην αγχόνη, μόνο να επισκεφτεί κανένας τις Κεντρικές Φυλακές στη Λευκωσία και να δει και ν’ακούσει θα ραγίσει η καρδιά του, τόση ύβρις.
Τη νύχτα που θα τον απαγχόνιζαν, βρεθήκαμε στους δρόμους, έξω από τις φυλακές, εμείς να τραγουδούμε τον εθνικό ύμνο, και μέσα το ίδιο, όπως μάθαμε αργότερα, και το παλικάρι να δίνει θάρρος στους άλλους, κι ο εγγλέζος να θαυμάζει, βγήκαν στη φόρα οι εκθέσεις του, κι ο δήμιος ακόμα, χρόνια ύστερα να τον έχει κρεμασμένη πέτρα στη συνείδησή του. Συχωρεμένοι να’ ναι, δεν ήξεραν τι έκαναν!
Ήξεραν όμως δεν ήξεραν, ο Παύλος το έθεσε στις σωστές του διαστάσεις το πράγμα: Αν δεν πιστεύεις στον Αναστάση, τίποτε δεν καταλαβαίνεις από το τι πλάσμα ήταν ο Χρίστος μας!
 Που μας αναπαύει.