Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

ΦΩΤΟΓΡΑΦΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΔΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΔΗ
Και τι χαρά σου βγάζω τώρα, Ηρακλείδη μου, σαν να περνώ Λήδρας και βλέπω το φωτογραφείο σου, ή κοντά στο Παλουριωτίσσης, σαν να παίρνω τους δρόμους και φτάνω στο εξοχικό σου, εκεί κοντά του παππού το χωριό, Ψημολόφου, χρυσομηλιές στο δρόμο, καϊσιά, ένα ποταμάκι έξω από τα σπίτια φίλων, η θεια Κακουλλού, ο Δημήτρης, εκεί στα Πέρα του Γιώργου του συγγραφέως του κλίματος της περιοχής και της αριστεράς χειρός, κι ο αλησμόνητος ο Νίκος, ένας δάσκαλος ένας άνθρωπος, κεφαλαίο άλφα, κι ο Κώστας, κι ο Ταμάσιος κι ο Τομασίδης, θα είναι το νερό κι η ευλογία σου, ένα σεμνό περιτοίχισμα, περνούσαμε τον ποταμό, ως επί το πλείστον ξεροπόταμο, μεγάλες πέτρες γυαλιστερές στην κοίτη, ένα εξαίσιο θέαμα σαν έβρεχε, με τα πήλινα πιθάρια του τα λουλουδένια, τις πέτρινες αυλές και τους διαδρόμους, εκεί τα μαυροντυμένα κοράσια, χωνεμένα στα κελιά τους.
Κάποτε τα καλογεράκια ζωγράφιζαν, ελάτε στη γειτονιά μου να δείτε τα ονόματά τους, χειρ Νεκταρίου εποίησεν, όχι λογισμός ανθρώπου, ούτε έμπνευση, μια γλύκα να σε χαιρετούν, καλώς τα παιδιά, δεν είναι εκείνα τα μουτρωμένα κι οργισμένα γερόντια, μπαίνεις σ’ άλλα σπίτια και φοβάσαι, αυτά μοιάζουν  το δικό μου, πάντα γελαστή η μάνα μου, πάντα το ψυγείο γεμάτο, κρέμες και φρούτα για τους φίλους των τριών, τω καιρώ εκείνω, που  μπαινοβγαίναμε στα σπίτια της γειτονιάς και δεν ξέραμε ποιο είναι ποιου, πόρτες ολάνοιχτες.
Πηγαίνουμε καμιά φορά εκεί στην περιοχή, πάνω στο βουνό, κάτω στην πεδιάδα, ο Ηρακλείδης ζωντανός, εδώ το ποτάμι, εκεί ο Μνάσων, παρέκει ο Γιαννάκης ο μικρός, να κάθεται στο καφενείο και να περιμένει το λεωφορείο της γραμμής, τρέχαν ξωπίσω τα παιδιά ξυπόλητα, παντελόνι τρία κάρτα, βογγούσε το λεωφορείο το ζόριζε η ανηφόρα.
Το θαύμα, όλα γύρω ένα θαύμα, όλος ο τόπος ένα θαύμα, ο πας χρόνος, δίπλα μου εκεί, σαν τον τσολιά στον άγνωστο στρατιώτη,  κάθε σκόλη και γιορτή, κάθε Κυριακή, μου κρατά ίσον, τον προτρέπω να πει κι εκείνος το κομμάτι του, σεβαστός και γαλήνιος, με τη γενειάδα του, λίγο Σπυρίδωνας λίγο Ηρακλείδης, ο Νεκτάριος είχε τις μόλες του και εποίει.
Αυτός λοιπόν, ο Νεκτάριος Ηρακλείδης και άλλοι, ανέλαβαν  την ανάπλαση της γειτονιάς, όλα τα πολεοδομικά, τα αρχιτεκτονικά, τη διακόσμηση, τη φωτογράφηση, και μας έδωσαν αυτή τη χαρά και χάρη, καθημερινή και σκόλη, Κυριακή και γιορτή, να τους  θαυμάζουμε όσοι ξέρουμε να απολαμβάνουμε τον πρωινό καφέ μας, όσοι νιώθουμε ευτυχισμένοι και προπάντων καλότυχοι, γιατί μας έτυχε στη ζωή να γεννηθούμε στη γειτονιά μας, του γέροντα Κασσιανού, μεγάλη η χάρη του, να τον χαίρεστε κι εσείς που δεν τον ξέρετε κι έτυχε να διαβάζετε τη φυλλάδα του, Η Γειτονιά μου.

  ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ

ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ Ο ΜΙΚΡΟς Ο ΜΑΡΑΘΕΥΤΗΣ

ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ Ο ΜΑΡΑΘΕΥΤΗΣ
Κλέφτης δεν ήταν, ψεύτης δεν ήταν, ούτε και Μαραθεύτης, μια λαμπάδα το μπόι του, γαλανομάτικο, ομορφόπαιδο, ο γιος του παπά μας, έβγαινε στο σεριάνι με το μαντίλι στον ώμο, κάτι σαν πρόσκοπος ναυτοπρόσκοπος, ήταν μια μόδα της εποχής, άσπρο μαντίλι δεμένο στο λαιμό, έτσι φωτογραφήθηκε και στου Ηρακλείδη, κοντά κοντά τα σπίτια τους, ο πνευματικός του πατήρ, που λένε.
Ο παπάς σεβάσμιος και αυστηρός, με πρόγραμμα στη ζωή του,  η παπαδιά μια αγάπη να πλημμυρίζει τα καντούνια της γειτονιάς , πήγε μια μέρα ο μικρός να κόψει ένα τσαμπί σταφύλι, από κει στον Πολύστυπο, στα βουναλάκια, τον είδε ο αγροφύλακας με το γυριστό μουστάκι, κάπου είχαν και μια μεταλλική σημαδούρα του αξιώματος με ένα δερμάτινο λουρί, δεν είπε τίποτε, το πήγε στον παπά, δεν ήρθε ακόμα του Σωτήρος, πήγαιναν όλοι εκκλησιά, Κυριακή ήταν, μπαίνει στο ιερό από την πορτοπούλα, του το βάζει στην αγία τράπεζα  «τα άγια τοις αγίοις», ποιος είδε θυμωμένο τον παπά και δε φοβήθηκε, δυο μπάτσους στο θυσιαστήριο, αμάν. Τρέχει πίσω στ΄ αμπέλι ο Γιαννάκης, κολλά το τσαμπί στη θέση του, να τρελαθεί ο αγροφύλακας, το χέρι του παιδιού, πηγαίναμε εκδρομή, ρε βάρτε τα χέρια μέσα, ένας ολότρεμος φόβος των δασκάλων, περνά ένα λεωφορείο, του το’ φαγε, φωνές φασαρία, στο νοσοκομείο, στη θέση του, κι η καρδιά μας.
Σαν έγινε δεκαοχτώ, τι τρέλες όλοι εμείς, στον ανθό της νιότης, λεν, να κάμει οικογένεια το παιδί, εμείς της γύρας, ερχόμασταν τα καλοκαίρια από τις σπουδές, ξενύχτια στα σινεμά, δανεικό τσιγάρο, και πώς να τα επιστρέψουμε, θα  ‘ρθει ώρα, αυτός των κατηχητικών, δε θέλω παντρειές, στα μοναστήρια θα τη βγάλω, Ρε γιε μου ρε καλέ μου, του βρήκαν και την κοπελιά, είπαμε, λεβέντης, ναυτοπρόσκοπος, τίμιος, πάει και την βρίσκει, άκου κυρά μου, εγώ γι’ αλλού τραβώ, αν θες έλα μαζί μου. Και που τ’ ακούει ο πατέρας της , να σου τον κανονίσω εγώ, φέρτε φαρμάκι πράσινο χλωρό να τον ποτίσω, τα γαλανά ματάκια του εγώ θα του τα κλείσω, τα μαθαίναμε εμείς από τις εφημερίδες, τις κακουχίες, τα βασανιστήρια στη φυλακή, χτυπήματα στο πρόσωπο, στα μάτια, κι αυτός ολόρθος, μια Κυριάκος και μια Ευαγόρας, και σήμερα ακόμα που τα θυμόμαστε δακρύζουμε, οι ανάξιοι.
Παίρνει λοιπόν το δρόμο προς Ορκόντα, που λέγαμε, εκεί κοντά στα κέντρα πιο πάνω ακόμα, ο ποταμός, περνά ο Βαρνάβας, εδώ λέει χρειάζεται γενική εκκαθάριση, βρίσκει τον Ηρακλείδη μας, εδώ θα λουστείς και θ ‘ απολουστείς ν’ ασπρίσει το δέρμα σου, κατάμαυρο σε βρίσκω,  ωραία τοποθεσία, πάμε με τα ξαδέλφια την ετήσια εκδρομή, να σας ξεναγήσω, λέει ο δάσκαλος, εδώ ο ναός, εκεί το μουσείο, εμείς τα απέναντι βουνά, την ομορφιά της φύσης, έχουμε πολύ ταξίδι ακόμα ως τον Κύκκο, μια φορά το χρόνο που προσκυνούμε.
Εδώ θα μείνω, λέει το παπαδοπαίδι, τυφλωμένο από το φαρμάκι, κι από τα βασανιστήρια δεν μπορούσε να δει, αλλά η ψυχή ακούει και βλέπει, εδώ να μονάσει, κοντά στον Ηρακλείδη του, που σκότωσε τη λερναία ύδρα κι έφερε νερό θαυματουργό, το ακούς που κυλά, το νιώθεις στα τρίσβαθά σου, την πηγή της ζωής, τη χαρά των δέντρων και των αηδονιών. 
Λες καμιά φορά, τα καταλαβαίνουν δεν τα καταλαβαίνουν, η θεια Μοιρού, η πιο μελετηρή της οικογένειας,  πάντα διάβαζε Βίους αγίων, τα πάντα καταλάβαινε, και τα παιδιά μου μυθιστορήματα, και τα εγγόνια μου παραμύθια.
Ο μικρός Γιαννιός μεγάλωσε, το’ καμε το σπιτάκι του, κάτω το ποτάμι, γάργαρο κυλά, τον ακούμε στα παραμιλητά του τον Άρκοντα Ορκόντα, πάνω τα χωριά, σκαρφαλωμένα  να κόβουν κεράσια, πρασινεμένα όλα ένα γύρο, και τον παινεύονται, μικρός μικρός ο Γιαννάκης μας, Μαραθεύτης τώρα, κι άνοιξε ξενοδοχεία, ο καλός κύριος Παναγιώτης μας, αρχαιολογικούς θησαυρούς, βιολογικές νέες φυτείες , να αναπαυόμαστε στη χάρη του.
Το σπίτι του, προτελευταίο στη γειτονιά μου, βλέπει στο βορρά, κάπως αλλιώτικα τα θεμέλια και το περιτοίχισμα, μαυρισμένα από το χρόνο, απλά κι όχι περίτεχνα όπως των άλλων, βρήκε κι αυτός το σπιτάκι του στην γειτονιά, τίποτε δεν είναι τυχαίο, τα πάντα ερμηνεύονται, κοντά στου Ηρακλείδη το φωτογραφείο, το κρατάμε με μεγάλους γάντζους στον τοίχο, μη μας πέσει.



Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

ΟΙ ΑΓΙΟΜΟΛΟΓΗΤΑΔΕΣ

ΟΙ ΑΓΙΟΜΟΛΟΓΗΤΑΔΕΣ
Δεν ήταν από το Γούρρι, δε λάτρευαν το μαμμωνά, δεν είχαν μπει στην ήβη, άβηβοι, άβιδοι, σαν ήρθε ο ξυλουργός να μετρήσει το κούφωμα, θάλασσα τα’ κανε, φέρνει το ερμάρι, μια σπιθαμή και κάτι το κενό, μη φοβάσαι αφεντικό, παίρνει μια σανίδα, την βάζει εκεί, και μου ζωγραφίζει, κάτι σαν μισό μπαλκόνι μισό ισόγειο, στο μπαλκόνι η κυρά Παναγιώτα κι η Ελισάβετ, να αλληλοασπάζονται, μη βγαίνεις μόνη έξω από το σπίτι, ούτε να περνάς από τον καφενέ να σε βλέπουν οι άντρες, δυο δυο να πηγαίνετε, δυο δυο πήγαιναν τα κορίτσια, και να περνάς από το νάρθηκα της εκκλησιάς, καλά μάνα, δε θα με φαν.
Ο Γουρίας κι ο Σαμωνάς αποκεφαλίστηκαν από τους Τούρκους μαζί με τους άλλους επισκόπους, ενάτη Ιουλίου 1821, γράφει το ποίημά του ο Βασίλης, το ξέρει ο κόσμος, το ανέβαζαν τα παιδιά θεατρικό στα σκολειά, εκεί στη Λεμύθου, έκαμε μπαμ.
Ο Άβιβος όμως, αρχιδιάκονος αυτός, μια μέρα έρχεται ο αρχιεπίσκοπος στην εκκλησιά με δυο διακόνους, ξέρετε, λέω, οι διάκονοι του αρχιεπισκόπου γίνονται ιστορικά πρόσωπα, τους θυμόμαστε μικροί, τον Αδάμο, τον Κυριάκο, το δικό μας το Γεώργιο, μελετηρός άνθρωπος, μερακλής, σαν έφυγε ο άλλος παπάς για την Αγγλία, έμεινε χάσκοντα ο δέσποτας, εκείνη την ώρα του τον στέλλει ο Θεός, εσύ θα πας να σαρίζεις στην οικία του γέροντα Κασσιανού, του λέει, μια συγκινητική τελετή, δεν καταφέραμε να τη δούμε σε βίντεο.
Η Κυρά Φροσύνη λοιπόν, εκεί που καθόταν στο σπιτάκι της στη Λάπηθο, να σου που καταφθάνουν οι δώδεκα απόστολοι, δεκαπενταύγουστο πλησίαζε, τους τηλεφώνησε η κυρα Παναγιώτα, τρέξτε, προλαβαίνετε δεν προλαβαίνετε, της χτυπούν την πόρτα, σώσε μας γιαγιά, μας κυνηγούν τα τουρκιά, μπείτε εδώ στον κρυψώνα, την αρπάζουν ύστερα, την χτυπούν με τα χοντροπάπουτσα στο πρόσωπο, τη σέρνουν γυμνή σαν τον Έκτορα πίσω από το άρμα, πες μας πού τους κρύβεις, δεν ομολόγησε, της έστησαν μνημεία, κάνουμε εσπερινό στη μνήμη της, επιτύμβια ανάγλυφα και στρατιωτικές τιμές, βιβλία για τη θέληση και τον ηρωισμό της, είναι να κλαις για την κατάντια μας. Σήμερα λέω.
Αυτά ο Άβιβος κι η Ευφροσύνη, και πεθαίνει Κυριακή του Πάσχα, τρέχουν οι δώδεκα, δεκαπενταύγουστο, θρηνούν και οδύρονται, γδέρνουν τη μνήμη και δεν γδέρνεται, κι εμείς, τρεις, ο μεγάλος, ο μεσαίος, ο μικρός, ένας για την Αγγλία, κι άλλος για την Ελλάδα, ο τρίτος ο μικρότερος εγώ δεν θέλω γράμματα, λέει, δώστε μου το επιβάλλον μέρος της ουσίας, το έφαγε ο καρκίνος κι ο σαρακοφαγωμένος εγκέφαλος, ο άλλος ο καλύτερος, το φιλοσόφησε, ούτε χρήματα θέλω ούτε δόξες και τιμές και την απολαμβάνει, αλλά εμείς, όχι τρεις, εφτά στο διαμερισματάκι στους ομολογητάδες, δυο θυγατέρες, δυο τα πεθερικά, ένας ο κουνιάδος, κι ένα μικρό χωλ, ανοίγαμε τον καναπέ κρεβάτι τη νύχτα, όχι μόνο περάσαμε, μα ο Θεός έστειλε και στο Δημοτικό εκεί τα παιδιά μας, και στα Γυμνάσια,  ο πατέρας ήταν στην ξενιτιά, και το μικρό δεν το χώνευε, όπου να’ ναι θα ρθει, έλεγε στο Γουρία και στο Σαμμωνά και στον Άβιβο, κι αυτοί κουνούσαν το κεφάλι με κατανόηση κι αγάπη.
Πολύ μικρή η φωτογραφία τους, και τι παράξενα ονόματα!


Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

ΣΠΥΡΟΣ Ο ΤΡΕΜΕΤΟΥΣΙΩΤΗΣ
Εκεί που σου’ χτιζε το σπιτάκι ο Κάσιαλος, ένα γεροντάκι με τη βράκα και το σκούφο στο κεφάλι, και σε ζωγράφιζε στο χωριό σου με τα δικά του χέρια και πινέλα, κατεβαίνει ένα όρνεο βαρβαρικό, τρέμουν οι τόποι, σκοτώνει με λύσσα, ληστεύει από χρυσάφι ως ερμαρόλες, κουβαλά κάμποσους συρματοδεμένους, τους περισσότερους αγνοούμενους, σκοτωμένους στο Ορνίθι, ακόμα και νεκρούς κακοποιεί, μεταφέρει τα κόκκαλα, όπως οι χωριανοί σου που έψαχναν για χαβάρα και βρίσκαν νεκροταφεία παλιά, θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς ως σήμερα και να δούμε ακόμα, το μεγαλύτερο κακό στην Άσσια.
Στην Τρεμετουσιά ήρθαμε μαθητούδια να σε δούμε, γκρίζο παντελόνι, άσπρο πουκάμισο, ήταν μια σαρκοφάγος ή κιβούρι κιόνενο να πούμε, μια τρύπα, βάλε εδώ το αφτί                    ν ΄ακούσεις ένας βόμβος, κάνει καλό στ’ αφτιά, μια ζωή κι ένας θάνατος ευεργεσίες, κανένας πεινασμένος να μη μείνει, κανένας φτωχός κι αδικημένος,  στο μεγάλο κέρφιου που μας έκλεισαν οι εγγλέζοι  τότε, κράτησε καμιά βδομάδα, εκεί που όλα τα μαγαζιά ήταν κλειστά, οι άνθρωποι κινδυνεύουν να πεθάνουν της πείνας, και τα καράβια αρχίζουν να στρέφονται στην Κέρκυρα, το θάμα.
Ήταν λοιπόν συγκεντρωμένα έξω από τη Χώρα λεωφορεία, θυμάστε εκείνα τα ιστορικά λεωφορεία του 50, χειροποίητα, σκληρά μέσα κι έξω, κόκκινη μπογιά τα περισσότερα, κράτησαν τις ταμπέλες των χωριών και μετά την εισβολή,  από όλα της Κύπρου τα χωριά, δυο η ώρα, επέτρεπαν οι εγγλέζοι κι έμπαιναν μέσα, στάθμευαν στις γειτονιές, κι άρχιζε η δωρεάν διανομή τροφίμων, φρέσκο ζεστό ψωμί, ντομάτες κι αγγούρια που βγήκαν από το χωράφι τους, πατάτες, και του χωριού τα καλά, γι’ αυτό λέγαμε, αυτός ο κόσμος δε θα πεθάνει, τόση αλληλεγγύη, ν’ ακούν οι σημερινοί και να μην πιστεύουν, ο καθένας και το συμφέρον του.
Ήταν η εκκλησία στην Τρεμετουσιά, παλιά τη θυμάμαι, με τη μυρωδιά της αγιοσύνης, κι ύστερα κέντρο αποκατάστασης εικόνων και χειρογράφων, όλος ο πλούτος στο εξωτερικό, κλεμμένα και φυγαδεμένα, ό τι βρέθηκε μας το ’φεραν εκεί στον απόστολο Αντρέα του Πλατέως, να τα προσκυνούμε και να θυμόμαστε και να μην ξεχνούμε, μερικοί το ΄καμαν ταπελίτσες, νόμιζαν πως ήταν διαφημιστικό καμιάς εταιρείας, τώρα που μεγαλώνουν καταλαβαίνουν τη σημασία του, ας είναι.
Εσύ όμως, δικό μου γερόντιο, από το φωτογραφείο του Ηρακλείδη μας βγήκες και πόσο μοιάζεις μ’ αυτόν! Κάτι σοφίζονται οι φωτογράφοι, έχουν ένα πρότυπο, αυτός ιεράρχης, αυτός ασκητής, εσένα σε βάλαν ιεράρχη, μοιαστός ολόφτυστος ο Ηρακλείδης στην αυτοφωτογραφία του, όπως ο γέροντας Κασσιανός, αντίγραφο ο μεγάλος συγγραφέας Νεόφυτος στον Τρυπιώτη, πόσα μαθαίνει ο άνθρωπος κυκλοφορώντας στις γειτονιές της Χώρας.
Σ’ άλλη μια φωτογραφία σου, με το καλό σκουφάκι σου πλεχτό, ο παππούς παπάς με το τσαπί στο χέρι  και η παπαδιά, αυτή πήγαινε τα γίδια στη βοσκή, ο παππούς στου Ματσάγγου και στο Περβολούδι να τσαπίζει, να ποτίζει, μια μικρή λιμνούλα, ν’ ανεβαίνει τη ξυλένια σκάλα να κόβει ελιές, κι ένα φίδι να περνά μέσα από τα πόδια μου έξω από την εκκλησιά, μην το φοβάσαι, είναι ο φύλακας του ιερού, το χρυσό φίδι, που λέει και το τραγούδι εις ήχον πρώτον.
Ο παππούς έμπαινε στο ιερό, ένα μικράκι παραθυράκι από ανατολή να τον φωτίζει, μπαίναν αγγέλοι κι αρχαγγέλοι, έψαλναν μαζί του, κι ύστερα έβγαινε να βοηθήσει τα εγγόνια, δεν μπορούσαν να ψάλλουν και δοξαστικό εωθινό, όλα στο μοναστήρι του Χρυσοστόμου τα’ μαθε, τρεχτός να πηγαίνει, πετώντας να ’ρχεται. Μια μέρα, σπάζει το μεγάλο πιθάρι με το λάδι στο σώσπιτο, τρέχαν ως την εκκλησιά και την πλατεία τα λάδια, έβρεξε ευτυχώς και κάπως καθάρισαν οι τόποι, μα ως πολλά χρόνια αργότερα οι βράχοι στην αυλή ήταν λαδωμένοι, κατεβαίνει κι ο Σωκράτης από τον Αγρό, κουβαλώντας ασκιά το κρασί, και τι να βάλουμε στο τραπέζι, φέρε από την εκκλησιά κανένα άρτο και λίγο λάδι, ελιές να τηγανίσουμε στο σάτζι, έβαζε προσάναμμα ξερόκλαδα η γιαγιά εκεί στη γωνιά  κι άρχιζε άλλη ιεροτελεστία. Κι εμείς νηστεύουμε κι οι  παλιοημερολογίτες στο χωριό, έλεγε ο κουμπάρος, μην τηγανίζεις αυγά και χαλούμια. Ασθενών και οδοιπορών.
Μετακινούσαν τους κακοποιημένους νεκρούς από το Ορνίθι, με εκσκαφείς και τράκτορ, δεμένους με σύρματα τους είχαν, το ξαναλέω,  σε άλλους τόπους, από την Τρεμετουσιά στην Κέρκυρα, όπου τα έθαβαν τα ιερά κόκαλά τους μυρόβλυζαν, τρομαγμένα κορμιά, εκεί στο σπίτι του στο δεύτερό του νησί, άμα τη εισόδω δεξιά, όρθιος, να του αλλάζουν υποδήματα κάθε χρόνο, να τον τιμούν πατέρα και προστάτη, κάθε χρονιά, τη μέρα που πέθανε ο πατέρας στο Κεντρικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, μια μαύρη θλίψη στον ορίζοντα της γειτονιάς και του σπιτιού, η μάνα μόνη, αργία, να γιορτάζουν τα παιδιά και να μην ξέρουν τι, πλησιάζουν όμως τα χριστούγεννα, καιρός οι δάσκαλοι για ψώνια.
Εκεί στα 1978 άλλαξαν τα βιβλία στα σκολειά, μπήκε η δημοτική επισήμως, άλλαξε η κυβέρνηση, κάθε αλλαγή και νέα βιβλία, διαταγή του μάστρου να συναχτούν τα παλιά από την αποθήκη και να καούν, τότε σηκώθηκε κι ο Σπύρος μας στη συνεδρίαση του καθηγητικού συλλόγου, πιάνει ένα βιβλίο, το σφίγγει καλά καλά, ακούστε συνάδελφοι, μας λέει, αν πετάξουμε τις λέξεις, θα μείνει μόνο το χαρτί, κι οι λέξεις είναι φορείς εννοιών και νοημάτων, ένα το χαρτί, ένα οι λέξεις, ένα τα νοήματα, μια τριάδα ομοούσια, δε γίνεται να καίμε τα βιβλία, αντί να τα μοιράζουμε δωρεάν στα παιδιά, έτσι κι έγινε.
Ένα σπιτάκι του έχουμε και στη Χώρα του Σπύρου μας, σπαρμένος ένα γύρο ένας κήπος με αγάλματα παλιών δεσποτάδων, στο κέντρο της πόλης,  ένα μουσείο ανεκμετάλλευτο, πόσα μπορούσαν να γίνουν σ’ αυτό τον τόπο και δεν γίνονται, ή πόσα γίνονται και δεν παίρνουμε χαμπάρι.
Πάντως ο Σπύρος Τρεμετουσιώτης έμεινε, δεν μετονομάστηκε Κερκυραίος, Σπύρος ο βοσκός, ο παπάς, ο φίλος των φτωχών και αδυνάτων του κόσμου τούτου, δίπλα στον Πρόδρομο και τους ομολογητάδες, τον Γιάννη τον Μαραθεύτη και τον Ηρακλείδη, το θαυμαστό φωτογράφο της οικίας Κασσιανού, μα ο φίλος μου ο Σπύρος, συμμαθητής μου στο σκολειό, γιατί να πεθάνει τόσο νέος, ακόμα δεν κατάλαβα!   

Στέλιος Παπαντωνίου

Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ
Πάντα δίπλα στο Χρίστο μας, κολλητοί, μ΄ένα δίσκο στο χέρι, για να ξέρεις τι σε περιμένει στη ζωή, πάει αμέσως ο νους στο χωριό, ψηλά εκεί, κάτω  η Λεμύθου, τότε δεν ήξερα, μόλις ήρθα από το πανεπιστήμιο, πτυχίο στο χέρι, ζητείται ανάλογος εργασία, και βρέθηκε, μια ζωή χαρισάμενη, μέσα στις πρώτες δυσκολίες της δουλειάς με πολύ φίλους δασκάλους και σφραγισμένα με τη θύμηση παιδιά, μην κάνεις το μάθημα μόνος, τα παιδιά να ρωτάς, αυτό ήταν η κατεύθυνση, όσες παιδαγωγικές κι αν διάβασα.
Πολύ πριν τον Πρόδρομο ήταν το δικό μας παιδί, Ονήσιλος με τ’ όνομα, Σαλαμίνα μεριά, έλλην, ελληνολάτρης και ελληνόφρων, επαναστάτης, πού να δεχτεί τον Τούρκο να διαφεντεύει, επανάσταση μαζί με τους άλλους τότε, όμως πάντα υπάρχουν κι οι αλλόφρονες. Στα Μαμώνια, σκέψου Πρόδρομέ μου να σού ‘ λεγαν πως αδικοθανάτισες και δεν σ’ αποκεφάλισε ο χορός με τα εφτά πέπλα, γιατί κι εδώ εφτά; Ή τον Ονήσιλο,  αδικαθανατισμένος κι αυτός, μεγάλη δύναμη οι Πέρσες! Το μέλι και οι μέλισσες, οι μελόπιτες, το κρεμασμένο σου κεφάλι, χαράμι. Χάθηκαν κι οι μέλισσες, κινδυνεύουν να εξαφανιστούν με πολλούς άλλους οργανισμούς, λεν οι επιστήμονες!
Όλα έγιναν εκεί στο Βουνό, σαν πήγε η Παναγιώτα μας να δει την Ελισάβετ, και το βρέφος εσκίρτησεν εν τη κοιλία αυτής, είπαμε και για τον ταχυδρόμο το Γαβρίλη, αλλά εκεί στον απόστολο Ανδρέα, κατέβηκαν οι άγγελοι σαν λειτουργούσε ο Παπαζαχαρίας, «σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα επουράνια», του λένε, έκλεισε το στόμα. Ξέρετε τι σημαίνει να σταματήσει ένα λεπτό η λειτουργία αναίτια;
Επαναστάτης ο Ιωάννης, στην έρημο να τρώει αθασούθκια φρέσκα από τις αμυγδαλιές, ήταν εκεί έξω από το σπίτι της θειας Αλεξάνδρας, δωρεάν, μα όταν απλώναμε το χέρι στις πουρνελλούδες, μια μπακκίρα πέντε, έλεγε η Αννού στη γειτονιά, κι εμείς περιμέναμε να στρίψει να κλέψουμε καμιά, να βρούμε το δίκιο μας, τρέξτε παιδιά.
Φώναζε ο επαναστάτης, ΔΙΓΕΝΗΣΜΑΚΑΡΙΟΣΕΟΚΑΠΕΚΑΝΕ, έκανε τις συγκεντρώσεις του μυστικά, εκεί πάροδος Μεγάλου Κωνσταντίνου, Μακρονήσου οδός, ο Λευτέρης κι η Αντιγόνη έσπερναν την αυλή τους όλα τα λαχανικά, άμε να φέρεις μαϊντανό, η γιαγιά Ελεγκού, να σου κάμω κεφτέδες, μια μυσταγωγία. Λαχανικά και κοπελλούδια, όλοι στον αγώνα. Οι μυστικές πρώτες συγκεντρώσεις εκεί, οι πρώτες επαναστατικές ενέργειες στη Λευκωσία, κι ύστερα μαζί με τον μεγάλο στη Λεμύθου, εκεί στον Πρόδρομο, να ψήνουμε τα λουκάνικα και τα χαλούμια στο τζάκι, και στο τέλος να ξεκινούμε πεζή από Λεμύθου- Φοινί και τανάπαλιν, έγραφαν τα παλιά λεωφορεία. Και τι σημαίνει, ο δάσκαλος Μικρομμάτης, εγώ!
Η επανάσταση δεν έχει τέλος, στο βουνό με τις ανταρτικές ομάδες, ενέδρες, εγγλέζοι να κατεβαίνουν από τα τσιπ και ν’ αρχίζουν πιστολίδι,  σύλληψη και εγκλεισμός στο Φρούριο της Κερύνειας, δραπέτευση, ξανά συλλήψεις και φυλακίσεις, κακουχίες, ο μεγάλος κι οι μικροί, ένας στην Ελλάδα, άλλος στην Αγγλία, άλλη στην Αυστραλία, το πλοίο που σαλπάρει μακριά μου θα σε πάρει. ‘Αλλοι κρέμονταν στην αγχόνη, φυλακισμένα μνήματα.
Ένα διάστημα ο Γιάννης μας, Πρόδρομε, ν’ αναλάβεις τις βαφτίσεις στην εκκλησιά, όταν ήρθε ο Χρίστος μας από την έρημο του Σικελιανού ήταν ήδη ενήλικας, τοποθετούμε μια σινιά στο δάπεδο, του περνούμε ένα λευκό μανδύα, να του χύνει το νερό ο Πρόδρομος. Μόλις όμως τον είδε, εγώ ο ανάξιος δεν μπορώ να σε βαφτίσω, λέει γονατιστός, τι λες παπά μου, ούτε τα δέματα των παπουτσιών να σου δέσω, άρχισε, κι ο  Θεός βοηθός. Εκείνη την  ώρα μπήκαν και στο ναό τα περιστέρια, ανοίξαμε πόρτες και παράθυρα, να βγουν, μη μας κάνουν καμιά ζημιά, φτωχή εκκλησιά που είναι, μα όλα τράνταζαν και βοούσαν, σαν συσσεισμός.
Κρεμάζουν την κεφαλή του Ονήσιλου στην πύλη της Αμαθούντας, γεμίζει μέλισσες, το παίρνουν και το χύνουν στις κερήθρες τους οι ποιητές, να ξυπνήσουν οι σκλάβοι, να προσέχουν οι απρόσεχτοι, Έλληνες αεί παίδες, τι ακριβώς σημαίνει, ανάλογα με την περίσταση, τα μαντεία δουλεύουν, ήξεις αφίξεις, μα το κεφάλι ιερό και να το τιμάτε!
Νευριάζει ο Γιάννης μας, φτύνει καταπρόσωπο τον Ηρώδη, τα πέπλα πέφτουν το ένα πίσω από το άλλο σ’ ένα ξέφρενο χορό, η μουσική ξεκουφαίνει, πιωμένος ο βασιλιάς, μάχαιραν δίνει, κι έτσι τον φωτογράφησε ο Ηρακλείδης μας, την ώρα που έπεφτε το κεφάλι του στο πιάτο, που λέει ο λόγος, ένα άγριο αναμαλλιασμένο κεφάλι. Κάποτε για να απαλύνουν τη σκηνή, την χρυσώνουν, κάνουν ένα μετάλλιο να τραβά την προσοχή, όμως οι παππούδες μου δεν παρουσίαζαν ποτέ σκληρές σκηνές στις τραγωδίες.
Όλες αυτές οι θυσίες, οι αποκεφαλισμοί, «σφάξε μας ούλλους τζι ας γενεί το γαίμαν μας αυλάτζιν», τι να αναφέρεις χρονολογίες, κάθε χρονιά και τα κεφάλια της, για να ανοίξει ο δρόμος, να ρθει το φως, να φτερουγίσουν τα χελιδόνια, να χτυπήσουμε τους σκάμνους με το ανάστα ο Θεός, να ζαλιστούν οι σημαίες και τα εξαφτέρουγα, να ψάλλουμε τον Ύμνο, χαλάλι! Και το φτερούγισμα της πεταλούδας έχει τον αντίκτυπό του στο σύμπαν!   

Στέλιος Παπαντωνίου

Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Η ΒΑΡΒΑΡΑ Η ΚΟΥΚΛΑΡΑ

Η ΒΑΡΒΑΡΑ Η ΚΟΥΚΛΑΡΑ
Αυτή πάντα στο μπαλκόνι, να την βλέπω, να με βλέπει, με τα μεγάλα της μάτια και τη θεσπέσια ομορφιά, δεν πήγε στο φωτογραφείο του Ηρακλείδη, μια νύχτα το ’σκασε από τα τούρκικα με μια βοϊδάμαξα, κάπου την είχαν κλεισμένη, την κακοποιούσαν από παλιά, τους ξέφυγε, κι ήρθε στη γειτονιά, ανέβη στο μπαλκόνι, κι έκτοτε εκεί, δε μιλιόμαστε, μα αγαπιόμαστε.
Όταν πήγαινε στο δημοτικό, εμείς παίζαμε μπάλα στην περβόλα, αυτή εκεί στο μπαλκόνι, να μας βλέπει να την βλέπουμε, όταν πήγαμε στο γυμνάσιο, την κυνηγούσαμε με τα ποδήλατα, στην  Έγκωμη, στο Στρόβολο, αρρένων θηλέων τα σχολεία, μόνο στα ανθεστήρια βρισκόμασταν και στο ανέβασμα καμιάς αρχαίας τραγωδίας, έλα όμως που κι εκεί ήταν χορός γερόντων, ανδροκρατούμενος. Στα ανθεστήρια στο ΓΣΠ λέγαμε να συνεργαστούμε, τρέχαμε να βρούμε αμάξι, έχει ένα ο κύριος Σωτήρης από το Καϊμακλί να μας δώσει, κι όλοι χαρούλες που έπρεπε να στολίσουμε το άρμα, και ποιος να παριστάνει τη Θέτη και ποιος τον Πηλέα - Θεός αναπαύσει την ψυχούλα του -  για τον κένταυρο Χείρωνα δεν υπήρχε θέμα, τον είχαμε σίγουρο. Όλες Βαρβάρες τις λέγαμε, ώσπου βρήκαμε ο καθένας τη δική του κι ευτυχήσαμε!
Το κύριο όμως σπίτι της Βαρβάρας ήταν στο Καϊμακλί. Πολλοί φίλοι και συμμαθητές εκεί, στο παράρτημα αγίου Κασσιανού τετάρτη Γυμνασίου, πρώτη Λυκείου που λεν σήμερα, οι εγγλέζοι απαγόρευαν την έξοδο από το σχολείο πριν τις δυο το απόγεμα, κι ο πιο μικρός στην ηλικία, που μπορούσε να βγει, αναλάμβανε όλες τις αποστολές της ομάδας.
Τω καιρώ εκείνω, παθητική αντίσταση, όλοι με τις αλατζές, πουκάμισο κάμπρενο, παντελόνι όπως το τζιν με μια ραφή μπροστά, ίσως και να πρωτοτυπήσαμε, όλη η Κύπρος μια αλατζιά, και οι κοπέλες τις φούστες τους κι οι άντρες τα παντελόνια, μην αγοράζετε αγγλικά προϊόντα. Ήταν κάποια μαγαζιά εκεί στη Λήδρας, που έπρεπε να παρακολουθούμε την κίνησή τους, εμείς απ’ έξω και να λέμε, μην αγοράζετε από εδώ, ο κόσμος υπάκουε, διαταγή ΕΟΚΑ, κάποτε έβγαιναν και μας κυνηγούσαν, αλλά ένα φόβο τον είχαν.
Στην τρίτη τάξη, την προηγούμενη χρονιά, έρχεται ο Ψωμάς, μου λέει πρέπει να ορκιστείς, έλα κάτω από το Δημαρχείο, πλατεία Μεταξά, στον κήπο, εκεί ένα μεγάλο δέντρο, βγάζει μια Καινή Διαθήκη από τον κόρφο, βάλε το χέρι, λέγε, όλα εκείνα τα συγκλονιστικά για την εποχή και την ηλικία μας. Κι έτσι άρχισαν οι ομάδες, κάθε ομάδα τον ομαδάρχη, κάθε τμήμα τον αρχηγό του, κάθε τάξη το δικό της, κάθε σχολείο και πάει λέγοντας, οργάνωση πραγματική, κανένας δεν ήξερε παρά μόνο τους δικούς του.
Κάθε μέρα συγκέντρωση την ίδια ώρα στον ίδιο τόπο, ίσως μας χρειαστούν, φυλλάδια στη Λήδρας, την Κυριακή στις εκκλησιές, σταματούσε ο παπάς κάπου εκεί στο κοινωνικό, προσοχή προσοχή, κι άρχιζε μεγαλόφωνη η ανάγνωση του φυλλαδίου, εσύ δεν ήσουν μια μέρα στον άι Γιώργη στην Αγλαντζιά;  μου λέει μια Βαρβάρα.
Μα οι Βαρβάρες έπαιζαν το μεγαλύτερο ρόλο στα εθνικά μνημόσυνα, γιατί γινόταν ολόκληρη τελετή, αμέσως μετά τους ψαλτάδες και τον ιερέα, άρχιζαν από τα κατηχούμενα τα τραγούδια και τις απαγγελίες, μια μεγάλη ελληνική σημαία, στεφάνια δάφνινα, κλαριά φοινικιάς κι ενθουσιασμός.
Εκεί όμως στη τετάρτη πέμπτη είχαμε πια μεγαλώσει, μπορούσαμε να κάνουμε κι άλλα, μπουκάλες βενζίνη, όπου βλέπετε εγγλέζικο αυτοκίνητο, μια μέρα Ονασαγόρου, με τη σακούλα γεμάτη δυο φιάλες βενζίνη κι αρκετά ζαρζαβατικά, με το ποδήλατο, μας σταματά ο εγγλέζος, αφήνω χάμω τη τσάντα, ψηλά τα χέρια, με ερευνά, την παίρνω και ξανά δρόμο, τι σημαίνει καρδιοχτύπι;
 Ήταν ένα αμάξι, Πηδιάς μεριά, στο γκαράζ, το περιλούνουμε, και οπού φύγει φύγει οι μπουρλοτιέρηδες, να βρεθούμε στην κοίτη του ποταμού, εκκλησιά του Προδρόμου ένα μικράκι τότε, να αναφέρουμε. Την άλλη φορά, ΓΣΠ, ήταν κάτι γραφεία της Υδατοπρομήθειας, ένα εγγλέζικο τζιπ, την ίδια τύχη, μα και χειρότερη που ύστερα μάθαμε.  Πάμε στο περίπτερο του Γιαπανά, εκεί ήταν το στέκι μας, ένα σάντουιτς με τα όλα του μοναδικό και κόκα κόλα, τα φτιάνει, έρχεται, κάθεται κοντά μας, ξέρετε τι έγινε τελευταία εδώ κοντά, όχι βέβαια, σ’ ένα εγγλέζικο αυτοκίνητο βάλαν φωτιά κι άφησαν το μπιτόνι τη βενζίνη παραπλεύρως, βγαίνει ο εγγλέζος με τα στρατιωτικά του, βλέπει το αυτοκίνητο, νευριάζει, κλωτσά το μπιτόνι, περιτυλίγεται τη φωτιά, κι άρχισε στο δρόμο να κάνει βαρελάκια να σωθεί πυρπολούμενος. Κι εμείς δεν ξέραμε πώς να κρύψουμε τις εσωτερικές αναταράξεις. Μα για να μας τα πει, θα μας είδε και συμπλήρωσε την αναφορά.
Οι φίλοι από το Καϊμακλί, στην ίδια ομάδα, ήξεραν κι από καλπονοθεία, στις εκλογές στην τάξη, πώς τα καταφέρναμε δυο τρεις και πάντα στο προεδρείο; Αν μετρούσατε τις ψήφους, ήταν πάντα παραπάνω από τους συμμαθητές μας! Δεν μείναμε όμως ποτέ παραπονεμένοι, κι ύστερα από χρόνια, βρισκόμαστε και τα λέμε, με τις δικές μας συγκεντρώσεις, όχι εκείνες τις πολυάνθρωπες, πόσοι να βρεθούν, με πόσους να τα πουν!
Κι η Βαρβάρα η κουκλάρα, εκεί στο μπαλκόνι, να με κοιτάζει και να την κοιτάζω, σκέφτομαι πόσο ερωτευμένος με την κοπελιά του θα ‘ταν ο φωτογράφος της εποχής! Κι άφησε έργο αθάνατο.

Στέλιος Παπαντωνίου

ΓΙΩΡΓΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ
Μεγάλος στρατηλάτης, των τανκς ο πρώτος, μεγάλη μας τιμή να τον έχουμε γείτονα, ένα μικρό σπιτάκι σφηνωμένο ανάμεσα στα δημοτικά μας, εκεί καταφεύγαμε σαν είχαμε διαγώνισμα, κρατούσε ένα ραδιοφωνάκι και μας εξέπεμπε την ώρα των διαγωνισμάτων, όταν οι Τούρκοι το 74 ετοιμάστηκαν για να του κάψουν το σπιτάκι, ο Γαβρίλης της Νιόβης, που λέγαμε, τον πήρε αγκαλιά, ακόμα ως τώρα θυμάται πως τον ένιωθε να δρώνει και να τον σπρώχνει να τον σώσει μια ώρα γρηγορότερα, ύστερα ζήτησε καταφύγιο στην κυρά Μαχαιριώτισσα, μετά χαράς μεγάλης, φιλόξενη κυρία, του έδωσε και περίοπτη κάμαρα στο εξοχικό της, αριστερά  άμα τη εισόδω, μια μέρα ένας δέσποτας, να σας φέρω ένα αντίγραφο της φωτογραφίας του να’ χετε, να τον μνημονεύετε με την σπορά, έτσι κι έγινε, και του βάλαμε το αντίγραφο κάτω από τη σκάλα που ανεβάζει στο μπαλκόνι της οικίας Κασσιανού.
Ήταν μια πρώτη φωτογραφία του, εκεί κοντά στον καπτα- Νικόλα, κάθονταν και τα’ λεγαν, ο ένας τα ναυτικά του ο άλλος τα στρατιωτικά του, κόκκινος μανδύας, δεν πολυάρεσε στους παλιούς γειτόνους, έφεραν ένα νέο φωτογράφο, παρθένιο, τον φωτογράφισε χωρίς καμιά σχέση τέχνης με τον καπτα- Νικόλα, ένα τεράστιο άλογο, η βασιλοπούλα περιμένει υπομονετικά δίπλα στον πύργο της να την σώσει, κι ένας πράσινος  δράκοντας, α ρε Γιώργο, εσύ μας πέθανες νωρίς, αντί να χαιρετήσουμε τον Γεώργιο, χαιρετούμε τον δράκοντα, την είδε με τον κόκκινο μανδύα σ’ ένα γραφείο εκεί στα δεσποτικά ένας ψάλτης μας που θα γινόταν πίσκοπος, αυτή μ’ αρέσει, τους λέει, ενθύμιον χειροτονίας, κι έτσι πήραμε κι εμείς το αντίγραφο της φωτογραφίας, να θυμόμαστε τον παλιό μας Γεώργιο τον στρατιωτικό.
Είχε κι ένα άλλο σπιτάκι ο στρατιωτικός μας στο χωριό του παππού εις το βουνό ψηλά εκεί είν’  εκκλησιά ερημική, τώρα πράγματι δεν της έχει μείνει ούτε σήμαντρο ούτε παπάς, πέρασε η λαίλαπα των Οστρογότθων, των Βησιγότθων, των Βανδάλων, εκεί όμως, μισογκρεμισμένος, μα στρατηλάτης!
Μια καφετιά φωτογραφία στο σπίτι, μ΄έναν κάποιο  με στρατιωτικά, ποιος είναι αυτός, ένας φίλος του μπαμπά από το χωριό, καφετί χρώμα, ήταν η εξελικτική τέχνη των φωτογράφων της εποχής, ελάτε να πολεμήσετε για την Ελλάδα και για τη φτώχεια σας, πήγαιναν, κι ύστερα μάθαμε και τ΄όνομά του, Απόστρατος, άλλο κεφάλαιο της Ιστορίας μας, δεν είναι στην εξεταστέα ύλη, θα τα μάθετε αργότερα!
Κάπου εκεί  στο 55 ο Γεώργιος είχε μεταλλαχτεί σε πολλούς Τζωρζήδες, που έρχονταν από την αγγλιτέρα  για να μας επιβάλουν τον νόμο και την τάξη, τους βλέπω ακόμα με μια κουλούρα συρματοπλέγματα στη γειτονιά, όπου πέρασε το πράσινο μολύβι, να σπέρνουν συρματόπλεγμα, μια νύχτα, είχαν επιβάλει κέρφιου, χτυπά η πόρτα, ανοίγει ο πατέρας, ο Αλή Ριζά με τρεις τζωρτζήδες, είδαμε κίνηση από τα παντζούρια σας, πρέπει να κάμουμε έρευνα, συγχύστηκε λίγο ο τούρκος, ήξερε τον πατέρα, αδιάντροπος όμως, με τη σκέπη τους!
Κατά τα άλλα ήταν πάντα γύρω από τη Φανερωμένη, με δακρυγόνες, η μυρουδιά ακόμα στα ρουθούνια, εμείς ένωση ένωση, κι εκείνοι γκλοπ και ξύλο, στη φυλακή παιδιά, στα κρατητήρια, εκεί στα βουνά ήταν οι Πρωτογιώργηδες της Κύπρου. Όταν πήγαμε στη Χαλκίδα κι άκουαν πώς έπρεπε να πολεμούν, σταυροκοπιούνταν οι άνθρωποι που τίποτε δεν ήξεραν κι επέζησαν, εκεί γνωρίσαμε την τέχνη των Γεωργίων, κι ύστερα από το διώξιμο του ελληνικού στρατού που φέραμε τότε από το Μεγάλο Πεύκο, στο ΚΕΝ Λάρνακος, μια πεντακάθαρη παρέα αποφοίτων του Παγκυπρίου, ασπροχώματα, πηγαίναμε στο πεδίο βολής και σε πορείες, και παράγαμε κιμωλία εκ του στόματος.
Στον Άι Βασίλη κοντά στη Σκυλλούρα, το διοικητήριο από τη μια πλευρά του δρόμου, ένα σπίτι, το στρατόπεδο από την άλλη, ένας μερακλής διοικητής, μάθαμε να χτίζουμε τοίχους, κάτσε δάσκαλε, όχι, αν δεν μάθω τώρα πότε; Μάθαμε να κόβουμε καλάμια από τις ποταμοσιές και να φτιάχνουμε ψαθαρκές να περιτριγυρίσουμε το σπιτικό μας, ένας επιλοχίας, όλα τα’ κανε, αντί να πάρει έξοδο προτιμούσε να μένει μέσα, στην επιστροφή ένιωθε κατράμι στις φλέβες του, εκεί μια Κυριακή άκουσε από το ραδιοφωνάκι και για τη δολοφονική απόπειρα εναντίον Μακαρίου καθώς πήγαινε στην Κυρία Μαχαιρά.
Μια μέρα, έξω από το στρατόπεδο με στρατιωτικό όχημα από τα μεγάλα, να καθαρίσουν το χώρο, μπαμ σε μια λακκούβα κι έξω ο επιλοχίας, τίποτε δεν έπαθε, μα στο διοικητήριο τρομαγμένοι, βάλε εδώ μια υπογραφή δεν έχεις απαιτήσεις, μόνο σαν γέρασε και μπήκαν τα κρύα άρχισε να θυμάται εκείνο το χτύπημα.
Η μεγαλύτερη ασέβεια όμως στο στρατηλάτη μου ήταν τις μέρες της μεγάλης καταστροφής, κάτω από τις ελιές του Κύκκου, ένα χαρτί να καταγραφτούμε οι έφεδροι, να ένα σακκούλι τσιμέντο κόψε και γράψε, μια πέννα ρε παιδιά, κι ύστερα το βραδάκι, ένα μαρτίνι χωρίς κλείστρο, να το κρατούμε δέκα, να πέφτει ο ένας και να το παίρνει ο άλλος, αυτός δεν ήταν ο δικός μας Γεώργιος!
Αφού λοιπόν κατετάχθησαν και απελύθησαν αυθημερόν, ήρθε και το γεροντικό, να καλούνται τα αντράκια να παρουσιάζονται μια φορά το μήνα, κάθε πόσο κανένας δεν ήξερε, ήταν όμως η προθυμία, η σύσφιγξη των δεσμών, ήταν μεγάλο ένα πράμα να νιώθεις πως μπορείς να συμβάλεις, ήρθαν αργότερα κάτι σκατόψυχοι, τα διέλυσαν όλα, δεν μπορούμε λέει να σκορπίζουμε τα λεφτά του κοσμάκη άδικα, άι να χαθείτε! Με το όπλο στο σπίτι, μ’ ένα τεράστιο κουτοτσάρτελο στην αποθήκη, να είναι καλά όλα φυλαγμένα, ήταν και κάμποσοι λήσταρχοι, μη μας κλέψουν το θησαυρό, εκεί και η καρδία ημών.  

Πήραμε κι από κει απόλυση, σημάδι ότι γεράσαμε, μα ήταν και νέοι Γιώργηδες στη γειτονιά, τους έχουμε κάθε Μεγάλο Σάββατο, με το ανάστα ο Θεός, μπροστά η ελληνική σημαία, πίσω η Κυπριακή, τα ξαφτέρουγα, ακολουθούν τα άλλα όλα, έτσι κι αλλιώς, την Κυριακή θα ρθει η ανάσταση.   

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Ο ΚΑΠΤΑ-ΝΙΚΟΛΑΣ

Ο ΚΑΠΤΑ- ΝΙΚΟΛΑΣ
Αυτοκρατείρας Θεοδώρας, πάροδος, ένα στενό, Αραχώβης, εκεί το σπιτάκι του καπτα- Νικόλα, ένα περίεργο πράμα, να ανοιγοκλείνει για να μπαινοβγαίνουν οι λιγοστοί κάτοικοι της οδού.
Στη λεωφόρο Ποσειδώνος, καθόταν από αρχαιοτάτων χρόνων και διάβαζε εκεί στην παραλία, άνδρα μοι έννεπε, μούσα, κι έτρεχε, ναυαγοσώστης, μόλις άκουε βοήθεια από τα βαθιά. Στον έβδομο όροφο, το γεροντάκι ο Κασσιανός, έξω από το γραφείο του Γενικού Διευθυντή, περνά ένας κλητήρας, τι περιμένει ο κύριος, μια ληξιαρχική πράξη ν’ αλλάξω, συμπληρώστε αυτή την αίτηση, μπαίνει, τη δίνει, κάτσε, και γιατί παρακαλώ; 29 Φεβρουαρίου ημέρα θανάτου, πολύ βαριά μου πέφτει, την ίδια στιγμή, φουριόζος μπαίνει στο γραφείο ο καπτα- Νικόλας, νερά από πάνω ως κάτω, από γενειάδα ως νύχια των ποδιών, μυριστικό ένα πράμα, δε μύριζε θάλασσα, νερό καθάριο το κόκαλά του, πού ήσουν, το και το, γι’ αυτό δεν πέθανε δίσεχτο, του λέει ο γενικός γραμματέας, άντε στο καλό, να κάνεις και καμιά δουλειά του Ποσειδώνα. Κι έτσι τον χαιρόμαστε κάθε δίσεχτο, σαν μερικούς πολύ φίλους που μεγαλώνουν κάθε τέσσερα χρόνια, χαρά τους.
Το πρώτο πλοιάριο που οδήγησε στα νερά μας, ο Άγιος Γεώργιος, κάπου εκεί στην Πέγεια, κουβαλούσε όπλα για τον αγώνα που θ’ άρχιζε, δεν ρώτησαν κανένα, μυστικά όλα μα και προδομένα εξαρχής, ο καπτα- Νικόλας περίμενε την απελευθέρωσή του από τις φυλακές, ήρθε ο Μέγας Κωνσταντίνος με το διάταγμά του, τι ωραίο το Μιλάνο, τι ωραίες εκκλησιές, τι ωραία παπούτσια!!! Με παίρνει παράμερα η μάνα μου, να προσέχεις γιε μου, θα ξεσπάσει στον τόπο μεγάλο κακό, να προσέχεις, τούτο μόνο.
Εκεί όμως που φάνηκε τσιάκκος ήταν με τον Αδρία, ένα σαπιοκάραβο, να μας πηγαίνει στην Ελλάδα εκδρομή, πιάνει μια τρικυμία, πρωτάρηδες εμείς, στο κατάστρωμα, επί ένα μήνα στο σχολείο στο Αμαρούσι που μας φιλοξενούσαν, το κρεβάτι σκαμπανέβαζε, μα ήταν μια μεγάλη χαρά, όλη η πατρίδα μια περιήγηση, μια μεγάλη ατραξιόν.
Και τον άλλο χρόνο, μια λεγόταν Αγαμέμνων, μια Αχιλλέας, εμείς εκεί, στο κατάστρωμα, πηγαίναμε στη Λεμεσό, όλη οι οικογένεια, όλες οι φοιτητικές οικογένειες, στο παλιό τελωνείο, με τις κάσες μας, τα γάλατα Βλάχας, τα χαλούμια, πρώτη ερώτηση των τελωνειακών στον Πειραιά, τους τραχανάδες μας, φορτωνόμασταν σε μια μαούνα, κι ύστερα το ανέβασμα στο αμπάρι, μια μυρουδιά ως σήμερα στη μύτη, μη χάσουμε τα πράματα, ένα χρόνο θα περνούσαμε, κατεβαίναμε να εξετάσουμε αν είναι στη θέση τους, να προσέχετε από τους καλαμαράδες και τις καλαμαρούδες, με τα λοούθκια τους, το βράδυ πάντα κατάστρωμα, μια μπατανία τυλιγόμαστε, ούτε ταξιδιωτική καρέκλα, τι να την κάμουμε, βρισκόταν και κανένας μερακλής της κιθάρας, ένας Κοτσώνης να πούμε, κι άρχιζε το τραγούδι, τριάντα έξι ώρες αν θυμάμαι καλά, μα πάντα οι ναύτες επίφοβοι, πάρε πατριώτη μια κούτα τσιγάρα και σαν βγαίνεις θα σε πλησιάσει ο άνθρωπος μου, πού να ξέραμε εμείς, στραβάδια. Στο τελωνείο η διαδικασία, δεν σου’ βαλε χαλούμια η μαμά, δώσε μας κανένα να δούμε κι εμείς τι πράμα είναι, κι ύστερα φόρτωμα στο τρίκυκλο, να μας πάει Αθήνα, ή να ψάξουμε ή να κατευθυνθούμε στο έτοιμο, Φθιώτιδος 23 Αμπελόκηποι, ημιυπόγειο.
Κάπου εκεί στο δεύτερο τρίτο έτος, Μεγάλο Πεύκο, βραδάκι, φορτωμένοι στα καμιόνια του στρατού, κατεβήκαμε έτοιμοι για τις μάχες του 64, στο κατάστρωμα ντύθηκαν έλεγαν τα ελλαδικά φαντάρια τα μαγιό, να νομίζουν τα τουρκικά που παρακολουθούσαν κάθε κίνηση, πως ήταν τουριστικό, λόγια της αρβήλας, κατεβαίνουμε λεωφορεία, από το Τρόοδος θα σας πάμε, οι δρόμοι είναι επίφοβοι, οι τουρκοκύπριοι στην Κοφίνου, πιάσαμε όρη και παραρά, κατεβαίνουμε, να παρουσιαστούμε, και ποιος σας έφερε και τι είστε σεις; Όλοι βαθμοφόροι, να στελεχώσουμε το σπόρο της μελλούμενης εθνικής φρουράς, δε σας χρειαζόμαστε, αλλά πηγαίνετε στα φυλάκια της περιοχής σας, του Μαρτά ήταν κοντά στη θεια Καλλιόπη, περάσαμε το στενό Αραχώβης, χαιρετήσαμε τον καπτα- Νικόλα, κι εκεί τη βγάλαμε.
 Σ΄όλες τις φωτογραφίες ο καπτα- Νικόλας ο ίδιος είναι, με τη μαλλούρα, τη γενειάδα, κάποτε με τα ναυτικά του, με τα αρχιερατικά του, έρευνες γίνανε στα κοκαλάκια του, τον έκλεψαν σαν πέθανε από την πατρίδα του τη μυροφόρα, και τον πήραν στην Ιταλία, εκεί οι παπάδες είναι της επιστήμης, δεν ξέρουν από θρησκευτικά, έβαλαν να ερευνήσουν τα γεννοφάσκια του, τι παθαίνει ο άνθρωπος σαν δεν πιστεύει.
Νικόλας ήταν και το γερόντιο, εκεί κοντά στο τείχος, κοντά στην κλινική του Πρωτοπαπά, με τον Παπάκωστα πήγαμε να τον κοινωνήσει, η πρώτη επαφή με μελλοθάνατο, ένα σκελετωμένο κορμί στο φτωχικό κρεβάτι, άρχισε ο παπάς τα ιερά του, το ημίφως, οι άγγελοι κάπου εκεί τριγύρω στο παράθυρο, τους νιώθω ακόμα, φτερούγιζαν, δεν θορυβούσαν, περίμεναν υπομονετικά, κι ο γερο Νικόλας, ένα χαμόγελο, και τα μουστάκια του ευφραίνονταν, ήρεμο και πράο, πού να ΄ξερε πως σφράγιζε με το θάνατό του μια ψυχούλα, κάτω των δέκα ετών!
Ο άλλος, Νίκος αυτός, δεν ερχόταν στο σπίτι στις επιθέσεις των Τούρκων τα βράδια, έστελνε την οικογένεια, η Ξένια, η θεια Καλλιόπη, τα μικρά παιδιά, το σπίτι γέμιζε γειτόνους, μια νύχτα, μια ομάδα μισόγυμνοι, έξω από την πόρτα, τεραστίων διαστάσεων, μας έβαλαν στουπί με πετρόλαδο να μας κάψουν, ανοίγει η μάνα, κάτι βρωμά, το στουπί το τουρκολόι. Αυτοσχέδια αμυντικά, νερό κοχλαστό να τους  χύσουμε από το ανώι, αν χτυπήσουν την άλλη πόρτα, και καυτό λάδι, τι να γίνει, εμείς αυτά ζήσαμε, πάτησαν απάνω μας τανκς!
Ο άλλος καπτα- Νικόλας, ο μικρός, πράσινος ή βένετος, λουκατίτης, μερακλής άνθρωπος,  όταν τον έδιωξαν από τη γειτονιά του, κατέβηκε στη δική μας, ήταν μια ρουσού, κόκκινα μαλλιά, κόκκινες φακίδες, του άρεσε, την παίρνει, μα γι’ αυτόν άλλοι θα γράψουν, οι νεότεροι.

Στέλιος Παπαντωνίου

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Ο ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ

Ο ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
Ίσως κάποτε, αν λιγοστέψει η χρυσομπογιά, οι ζωγράφοι χρησιμοποιούν το πράσινο, πάντα ανάλογα με τη φτώχεια της εποχής, και τότε επικρατούσε μεγάλη, γιατί έρχονταν από τα χωριά να εγκατασταθούν στην πόλη να δουλέψουν, είχαμε ακόμα και τους πρόσφυγες, από Μικρά Ασία αυτή τη φορά, αργότερα μάθαμε και τρώγαμε κατάσαρκα τη λέξη. Εκεί στη γειτονιά ήταν ένας καπετάνιος, Θανάση τον έλεγαν, με τη Μικρασία είχε πάρε δώσε, μόλις ήρθαν οι πρώτοι πρόσφυγες, σ’ εκείνον κατέφυγαν, κανένα σπιτάκι να στεγάσουμε την οικογένεια; Ένα γύρο στο αρχοντικό  του γέροντα θα βρείτε, τους λεγόμενους από τη γιαγιά νοτάδες, καμαράκια, κι έτσι ο Χαράλαμπος έφερε τη Μαρία του από τη Μικρασία, ελληνικά ποτέ της καλά δεν έμαθε, και υπηρετούσαν το μεγάλο σπίτι του Κασσιανού μας, με τις δυο κόρες, λευκότατα πλάσματα στην ψυχή, έβλεπε η μια τη νύχτα ένα φως να περιτριγυρίζει τη σπιταρώνα και σταυροκοπιούνταν. Μιαν άλλη νύχτα βλέπει ένα καντήλι στο δάπεδο πεσμένο, τρέχουν, χτυπούν την πόρτα, ο Κασσιανός, γέρος πια, κοιμόνταν του καλού καιρού, πηδούν από το τοιχάρι, μπαίνουν μέσα, το καντήλι του Αντρέα καθισμένο στο δάπεδο, κι αυτός με τον Πέτρο να παίζουν βεζύρι βασιλέα, κι έφυγαν σιωπηλοί.
Ο θαυμαστός όμως Χαράλαμπος, της φωτογραφίας που λέω, με το πολύ πράσινο στο φόντο, ένας νεαρότατος στην ψυχή άνθρωπος, εκατό δεκατριώ χρόνων και τον πήραν στον Χάρτιγκ, φυλακίσεις, βασανιστήρια, όσα χρήματα θες να σου δώσω, λέει ο στρατάρχης κι άκουσε το «ου περί χρημάτων τον αγώνα…», εγγλέζος εκείνος, τον είχε δει τη νύχτα στο όνειρο, καθημαγμένο και γδαρμένο, σαν Μαρκαντώνιο Βραγαδίνο, ίδιο κι απαράλλαχτο, με όλα τα εργαλεία του βασανισμού της εποχής. Έμεινε με το στόμα ανοιχτό, κι ύστερα, όταν τον συνάντησε στο Δίκωμο, αν θα βγω θα βγω πολεμώντας, και νίκησε έτσι το χάρο, αθανασίας πλήρης. Χαράλαμπος γαρ.
Θαυματουργός ο Χαράλαμπος της φωτογραφίας μας, έσωσε τους πρόσφυγες, οδήγησε με το DNA στην ανεύρεση αγνοουμένων, αλλά εκεί, στα σπιτάκια του Κασσιανού μας, στην αυλή,  παίζαμε εμείς κι ο άλλος θύμωνε, γιατί του τα αναστατώναμε όλα, μια με την μπάλα που χτυπούσε στα τζάμια, μια που ’μπαινε και μέσα, την ώρα του εσπερινού, μα το καλύτερο κι αξέχαστο ήταν πρώτο το τσιγάρο του, που  πάντοτε το’ κοβε στη μέση, τράβαγε μια δυο ρουφηξιές κι ύστερα πάλι στο ιερό, και δεύτερο, σαν μας έδινε κόλλυβα με το μικρό δισκάκι, κι εμείς φωνάζαμε κι εμένα θκειε, κι εμένα θκειε, κι αυτός αθκιάτζι.
Κατά τα άλλα, επάγγελμα καφετζής, ένα μικρό όσο να τον χωρεί δωματιάκι, κάπου εκεί, τέρμα Λήδρας, κοντά ήταν το λοκματζίδικο, η οδός Πάφου, κάμποσοι καζαντζήδες, χριστιανοί και μωαμεθανοί ένα αξεχώριστο, κοντά τα λεωφορεία του Θρασύβουλου του Μόρφου, οδός Ξενοφώντος, πάροδος Ερμού, κι ο παππούς με το σκαρπάρικο, εκεί έμαθα να φτιάχνω σπάγγους για ράψιμο. Σκάρπες και σκαρπίνια έφτιαχναν με τον κάλφα και τα κοπέλια, κι ύστερα στη Σκουριώτισσα, στην πλερωμή, να τα πουλούν. Απέναντι σχεδόν ένα αρμενάκι με τα κεπάπ του στο αμάξι, τόπος γεμάτος μυρουδιές από σουβλάκια συκωτάκια ο Σούτσος, αθάνατη επιγραφή στην περιοχή, με το Βαρνάβα και το Νίκο να κουβαλούν καφέδες και τον τατά να εμπορεύεται δέρματα, μεσίνι και βιδελάκι.
Ήταν κι άλλος Χαράλαμπος, Χαμπής αυτός, με τρία παιδιά αγόρια, ένας φοιτούσε στο Λύκειο τότε, μεγάλη σημασία σε όλα αλλά προπάντων στη στολή και στις παρελάσεις, μεταλλικά κουμπιά στο σακάκι, πηλίκιο σκληρό, σαν αξιωματικοί της αστυνομίας, και μια μπάντα από τις καλύτερες, έτσι κι ο μεγάλος, όταν πήγε στην Αμερική, κράτησε το σπίτι και για μας που θα ακολουθούσαμε ξωπίσω του, μην παιδευόμαστε τελευταία στιγμή, μιας ελληνίδας ήτανε, καλή μέρα να’ χετε. Κι άλλα δυο αδέλφια, καθένας με την τύχη και την ατυχία του, μα ήταν κι άλλος ακόμα, Χαμπής κι αυτός, νέος, να σκεφτείτε ένα καμαράκι δύο επί τρία, κι όμως το είχε κάμει παλατάκι. Όταν ήρθε μια μέρα στο σπίτι του γερόντιου του Κασσιανού ο φίλος μου ο Στέλιος από τον Αγρό, παλιός αντάρτης, βρήκε στη θέση της καμαρούλας μια μεγάλη βουκεμβίλια, που’ χε τη δική της ιστορία, κάθε μέρα έριχνε τόσα φύλλα και λούλουδα χάμω, λέει ο Κασσιανός, δεν την κόβουμε να ησυχάσει και λίγο ο Χαράλαμπος, να μη  ρίχνει νερά από το πρωί στην αυλή, περνά μια ξένη δημοσιογράφα, μας τραβά ένα άρθρο στη Cyprus Mail για την καλύτερη βουκεμβίλια στη Λευκωσία, την αφήσαμε εκεί, μα η καμαρούλα είχε από καιρό γκρεμιστεί. Και πού ΄ναι, ρωτά ο Στέλιος, εδώ, τον καιρό της ΕΟΚΑ είχα κάμει τρεις νύχτες, με κυνηγούσαν οι εγγλέζοι. Τώρα το θυμήθηκα, μια μέρα ο Χαμπής, μικρός εγώ, φοβάμαι από έρευνες των στρατιωτών αυτές τις μέρες, έχω μια βαλίτσα στο καμαράκι με κάτι φωτογραφίες που δεν θέλω να τις δουν, πάρε το σε παρακαλώ και φύλαξέ το κι εγώ το έδωσα στον Κασσιανό, να το βάλει στο πατάρι.
Έτσι γλύτωνε κόσμο κι έσωζε πολιτείες ολόκληρες.
Μεγάλος, πολύ μεγάλος ο Χαράλαμπος, γράφουν και τα παιδιά στο τέλος των εκθέσεων.

Στέλιος Παπαντωνίου 

Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ, Ο ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑς

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ, Ο ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑΣ
Ο κύριος Γιάννης, σεβάσμιος κύριος, μέγας συγγραφέας από τους σπάνιους, θεόπνευστος που λένε, όχι μασκαραλίκια που κάνουν μερικοί που δεν ξέρουν ν’ ακούσουν τη φωνή τους, μια μέρα με συνάντησε στο δρόμο, εκεί κοντά στο Παγκύπριο, με πας ως το φωτογραφείο του Ηρακλείδη, λέει, να βγάλω φωτογραφίες για ταυτότητα; Και βέβαια, μεγάλη μου τιμή, μου’ δωσε κι ένα αντίγραφο να το’ χω στο τηλέφωνό μου βιτρίνα, να τον θυμούμαι και να εμπνέομαι. Στηλωμένο τ’ αφτί το αριστερό, νομίζεις πως βλέπει αυτά που ακούει, αστραπές και βροντές και σεισμούς, συνταράζεσαι να διαβάσεις κείμενά του, πλημμυρισμένα από αγάπη κι οράματα, εκείνα τα καταπληκτικά, και λίγη είναι η λέξη, ελάχιστη.
Λίγες μέρες πριν συλλάβουν το Χρίστο μας, είπε η αντροπαρέα να βγουν οι δώδεκα της ομάδας, να τα πιουν σ’ ένα κεντράκι, εγώ ξέρω ποιος θα με προδώσει, λέει ο Χρίστος, κι έπεσε στην αγκαλιά του ο Γιάννης, ποιος αγαπημένε μου φίλε; Σύντομα θα το δεις, μόνο πρόσεχε τις κινήσεις στο τραπέζι, την ώρα που θα βουτώ στο λάδι της χωριάτικης σαλάτας, και ποιου δεν αρέσει. Ύστερα, τα ξανάπαμε, πήρε την κυρά Παναγιώτα στο σπίτι του, το άλλο, εκείνο το ζωγραφισμένο εσωτερικά, πολύ κοντά στη γειτονιά μας.
Το σπίτι αυτό, του Πίπη το λέγαμε, ήταν μικρό μα ωραιότατο, μεγάλες τιμές χρονιάρες μέρες, όλοι οι επίσημοι από εκεί περνούσαν, τελετές και μεγάλες κηδείες εκεί γίνονταν, η γιαγιά Ελεγκού, ήταν Ιούνιος του 50, πάμε μου λέει να σου κρατώ το χέρι και να με κρατάς, να πολογιάσουμε το Μακάριο, ο δεύτερος ήταν, καθισμένος σε ένα θρονί, στη μέση εκεί του ηλιακού, ημίφως, δεξιά ένας παπάς διάβαζε, μόνος τα έλεγε μόνος τα καταλάβαινε, μπαίνουμε στη σειρά, φιλούμε το χέρι του νεκρού, ήταν η τελευταία φορά που κάθισαν αρχιεπίσκοπο να τον θάψουν, τους έπεσε, κι ο επόμενος διέταξε, εμένα εκεί ψηλά στο θρονί κι όχι εδώ στο θρονί να πέσω να σπάσω τα μούτρα μου.
Ύστερα από κανένα χρόνο πάλι, συνωστισμός πολύς μέσα στο σπίτι, ήρθε ο Κυπριανός από τα ηνωμένα έθνη, είχε πάρει τους τόμους του δημοψηφίσματος για την ένωσή μας με την Ελλάδα, απολογισμός  μηδέν, ακόμα δεν αρχίσαμε, ανασκουμπωθείτε.
Πίσω από αυτό το ωραίο σπίτι του Γιάννη του αγαπημένου, ήταν ένα σχολείο, όπως τα παλιά της χώρας, όπως το δικό μας, όπως του αγίου Αντωνίου, προπύλαια, κολόνες, μια μέρα περνούσε ο Κάνθος έξω από το δημαρχείο μαζί μ’ ένα φιλοξενούμενό του, τι κολόνες είναι αυτές δάσκαλε; Ημιονικού ρυθμού, η απάντηση. Τέλος πάντων το σχολείο ήταν παράρτημα του Παγκυπρίου, το πρωί θηλέων, το απόγεμα αρρένων, την προηγούμενη χρονιά μας έκλεισαν τα σχολεία οι εγγλέζοι, δώστου εμείς διαδηλώσεις, κι ύστερα από τη μάχη της Σεβερείου, μικροί εμείς, πρωταίοι, κουβαλούσαμε με τους κουβάδες μπουκάλια και απομεινάρια από τα κτίσματα της καινούργιας πτέρυγας στην αυλή, δίπλα στη Σεβέρειο, κι αναγκαζόμασταν ν’ ανοίξουμε κρυφά σχολειά, να ρθουν να τα μελετήσουν όσοι κάνουν δοκτοράτα για ν’ αποδείξουν το αντίθετο.
Απογευματινοί εμείς, στη δευτέρα Γυμνασίου στο Παράρτημα αγίου Ιωάννου του Παγκυπρίου, ολημερίς γυρίζαμε, το δείλι στο σχολείο, άντε να μάθεις γράμματα! Πέρασα μια μέρα ύστερα από χρόνια, είχε ήδη κτιστεί εκεί ένα πραγματικό μέγαρο, πού είναι ρε παιδιά το σχολείο; Γκαράζ του μεγάρου, χάθηκε εν μια νυκτί, δεν ξέρω αν το γράφουν καν οι ιστορίες.
Έβγαλε τις φωτογραφίες ο Γιάννης, τον έφερα στη Λευκωσία, ένα ύφος σου λέω, να βλέπει όσα  ακούει, σεισμούς και καταποντισμούς, αγγέλους και δαιμόνους, να γράφει στις εφτά εκκλησίες της Λευκωσίας και να τις μαστιγώνει για τα κακά, να οραματίζεται και να καταγράφει, ένας εξόριστος στην Πάτμο, καλή ώρα, γιατί ποιος ξέρει αν είχαμε ή δεν είχαμε τα γραφτά του, αν δεν τον εξόριζαν.
Πάτμο είπα, λάθος, Σεϋχέλλες ήταν το όνομα, εμείς στις διαδηλώσεις μέσα κι έξω από τη Φανερωμένη, σου τον αρπάζουν μια ωραία πρωία, εκεί στο αεροδρόμιο, άλλος για Χίο τράβηξε κι άλλος για Μυτιλήνη, τον μπάζουν σ’ ένα εγγλέζικο αεροπλάνο, και μάθαμε κι εμείς γεωγραφία, άκου Σεϋχέλλες.
Πριν γίνουν όμως όλα αυτά, ερχόταν κάθε πρωτοχρονιά στο σπίτι του γερόντιου, του Κασσιανού, ήταν προνόμιο, κάποτε είχαν ανάγκη μεγάλης βοήθειας εκεί, στο αρχοντικό τους, ο Κασσιανός τους βοήθησε γερά, από τούδε και στο εξής την πρωτοχρονιά στο σπίτι σου θα τη βγάζω, απεφάνθη ο ευεργετηθείς, ερχόταν λοιπόν, ανέβαινε στο θρόνο, ο πατέρας ήταν τότε επίτροπος, μια παλιά συνήθεια, μόλις άρχιζε να ψάλλει καταβασίες, ο πατέρας έπαιρνε σε ένα δίσκο ένα λαμπάδι,  του το πρόσφερε, ο αρχιεπίσκοπος είχε πάντα στην τσέπη μια λίρα, την έβγαζε τελετουργικά και την τοποθετούσε στο δίσκο, ο επίτροπος άναβε το κερί στο μανουάλι του Χρίστου μας, παλιά ωραία, ξεχασμένα αξέχαστα.
Ο Γιάννης όμως, ο φίλος, ο μεγάλος συγγραφέας, να τον διαβάζετε, όχι μόνο αξίζει τον κόπο αλλά και μαθαίνετε, έστω λίγο για το Λόγο, για το Θεό, για το φως και προπάντων για την Αγάπη.

 Στέλιος Παπαντωνίου

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΟΝ Ή ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ

ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΟΝ ή ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ
Γι’ αυτό ήρθα εδώ πάνω στο Σταυροβούνι να σε βρω, να σου τα πω, να κλίνω το γόνυ και να φιλήσω το χέρι σου, να σε ευχαριστήσω, για την προστασία πρώτα στη γειτονιά, κι ύστερα σ’ όλους εμάς, τα παιδιά σου, αφού δικά σου δεν έχεις. Το νιώθουμε πως σ’ έχουμε ασπίδα ακαταμάχητη, δεν είναι και λίγα που τραβήξαμε στη γειτονιά σου και δική μας, ας είσαι πάντα καλά. Σήκω πάνω, παιδί μου, εγώ δεν είμαι συνηθισμένος από τέτοια, δεν ακούς; Παραμύθια μου βγάλανε, ο τεμπέλης, λέει, που δεν κάνει τίποτε, και καλά να σου κάμει ο άγιος Θεός, να πεθάνεις δίσεχτο, την παραπανίσια μέρα.
Τώρα να μου πεις, πώς βρέθηκες στη γειτονιά, ένας κοσμογύριστος των ερήμων, ή της ερήμου, δεν έμεινε σκήτη που να μην επισκεφτείς, μέχρι πρώτο δημοσιογράφο σε βάφτισαν, να παίρνεις –λέει- συνεντεύξεις από τους ερημίτες, και τι είναι τούτο και τι είναι εκείνο, ένα μάθημα μας έδωσες για το πώς μπορεί να μαθαίνει ο άνθρωπος, από πρώτο στόμα, που λένε.
Καλά εγώ, θυμάσαι, καλούς γονιούς είχα, με τα φροντιστήριά μου, και ελληνικά και λατινικά, γλωσσομαθής, αλλά με τραβούσαν τα μοναστήρια, και πρώτο πρώτο εκεί στην πηγή, στη Βηθλεέμ. Να πάω, λέω στο φίλο μου Γερμανό, πας κι εσύ, πώς όχι; Και βρεθήκαμε εδώ, στο μοναστήρι του αγίου Ιερωνύμου, καλός ο γούμενος, δώσε μας άδεια, του λέμε μια μέρα, να πάμε κι εμείς στην έρημο, να δούμε και να μάθουμε, κι έτσι έγινε, την ευχή μου. Όπου σκήτη και γερόντιο που ήξερε κάτι παραπάνω, που σκέφτηκε, που έζησε, που είχε πείρα, πώς το λέτε, κι εμείς εκεί, με το Γερμανό. Τι είστε εσείς οι δυο, μας ρώτησε ένας μια φορά, δυο σώματα με μια ψυχή του είπαμε, του άρεσε.
Κι επειδή τίποτε δεν πάει χαμένο σ’ αυτό τον κόσμο, όλα εγγράφονται στο σκληρό σου δίσκο, κατά που λέτε κι εσείς οι κομπιουτεράκηδες, όταν ήρθε καιρός, τα κατέγραψα, κι έμειναν εκεί, να τα διαβάζει ο κόσμος, να τα μεταφράζει, κι όταν ακόμα μου ζήτησαν να μάθουν τις πρώτες βάσεις και τις τελετουργίες και τυπικά των μοναστηριών της ερήμου, μόνο εγώ ήμουν σε θέση να τους τα γράψω. Αν είναι να θεμελιώσουν μοναχισμό, στα σωστά θεμέλια να τον στηρίξουν, στους πρώτους και γνήσιους ερημίτες, έτσι κι έγινε, τουλάχιστον στη Δύση, γιατί εκεί στην Ανατολή, ποιος να τα βάλει με το Βασίλειο, αν και ξέρεις, με το Χρυσόστομο πολύ τα βρήκαμε, με χειροτόνησε διάκο, και μ’ έστειλε τότε που τον κυνηγούσαν στον πάπα Ιννοκέντιο να του τα ψάλλω ένα χεράκι, να δώσει κι αυτός ένα σημάδι πως δεν εγκρίνει τις διώξεις του, αλλά τίποτε δεν έγινε, έμεινα στη Ρώμη.
Α ρε παππούλη, ρε παππούλη, κι εμείς έτσι σε ξέρουμε, Ρωμαίο, δεν σε συγχύζουμε με δυο κυπρίους, αν και κάποτε το σκέφτομαι, να σας φέρω όλους μαζί, να συγκατοικήσετε, να το γιορτάζουμε δυο τρεις φορές το χρόνο, όχι κάθε μπις σεκτους. Ααα καλααα! Τώρα πέτυχες διάνα! Ας είμαι και μόνος, καλά τα καταφέρνω, κι ύστερα είδες, πήγα στη Μασσαλία, έχτισα δυο σπιταρόνες, μια για μας τους άντρες, μια για την αδελφή μου, όλο λέτε να ρθειτε να τα δείτε, κι όλο με τις φωτογραφίες τη βγάζετε, καλά να είστε.
Και πώς βρέθηκα στη γειτονιά, κι όλο στο μυστικό σας το έχω, άντε να δούμε, λέω, θα τα καταφέρουμε τώρα να μάθουμε κάτι; Όχι, λέει, δεν έχω τίποτε απόλυτα ξεκαθαρισμένο να σας πω.  Ξέρεις εκεί στη γειτονιά μας, πολλοί κυκλοφορούσαν στη Μασσαλία, και παροικία σχεδόν κυπριακή είχαμε, θα είδαν το σπίτι, θα το θαύμασαν, τους άρεσα και με τις ιστορίες μου, φαίνεται, άντε καλέ, στα παραμύθια θα το ρίξουμε πάλι;
Και μ’ έφεραν, θα’ ταν φραγκοκρατία δε θα ‘ταν, ο παπα Χριστόδουλος ο θαυμαστός  με την κυρά Μαρία του, βρήκαν εκεί σε μια σπηλιά στη γειτονιά σου ένα κράνος, ένα ευαγγέλιο, αυτά λένε τα έριξαν εκεί, στη σπηλιά και στα πηγάδια οι χριστιανοί, μην τα αρπάξουν οι μωαμεθανοί τότε, με την κατάληψη της Κύπρου στα 1571, κακιά ώρα που επαναλαμβάνεται σ’ αυτό τον τόπο που’ ήταν άγιος και τον κάματε του εξαποδώ... Αν ήταν εκεί ένα πρώτο μου σπιτάκι, κι ύστερα έκτισε ο παπάς ένα δεύτερο μικράκι, εσείς ξέρετε το τρίτο, 1854 που λέει κι η επιγραφή, εκ θεμέθλων, όχι:  «εκ θεμελίων», λεν οι γραμματιζούμενοι αγράμματοι.
Α ρε παππού, όλο προβλήματα μας βάζεις. Εκείνο το κράνος, δικό σου ήταν, και πού το φορούσες κι αν δεν ήταν δικό σου, του άλλου λέει ίσως, του κυπραίου. Εσείς καλά το’ χετε, τη δουλειά του κάνει, πονοκέφαλος! Γιατί εκεί στην εκκένωση, ήταν, ιστορεί η μάνα μου, η αεράμυνα, κι ο θείος Αντρέας ήταν εκεί, είχαμε στο σπίτι ένα κράνος, ένα γκλοπ, και μια παρόμοια σχεδόν με τους ψαροντουφεκάδες μάσκα, με ένα σωλήνα πλαστικό και στο τέρμα ένα σαν κουτί του γαλάτου, πλαστικό κι αυτό, μια φυσαρμόνικα σωλήνας, και παίζαμε παιδιά, πολύτιμα κειμήλια, πού να ξέραμε, χάθηκαν, τα δικά σου τα φυλάμε.
Εκεί, μου λέει, το πρώτο μου μικρό σπιτάκι, κι ύστερα να μεγαλώνει, μεγάλωνε κι ο μαχαλάς, τι μερακλήδες άνθρωποι, κι έχτισαν το μεγάλο μου σπίτι, στη γιορτή μου να βάζω τις χρυσαφιές καδένες μου, και τη σκούφια, το κράνος μου, να χαίρονται οι φίλοι.
Τη Δευτέρα της Καθαράς, λέω εγώ,  που δίνω μια βόλτα στα σπίτια της Χώρας, βρίσκω το δικό σου το πιο όμορφο ή κάνω λάθος, σαν το πουλί που νομίζει το δικό του παιδί το πιο ωραίο! Είν ‘ αλήθεια, μου κάνει. Οι γειτόνοι μου πάντα ήταν μερακλήδες, αυτή η λέξη. ‘Ο τι πιο καλό μου το έφερναν, παράπονο δεν έχω, καλά περνώ και πέρασα, και με την αστοχιά και με το χαλάζι.
Ήταν ένα καιρό που γύρωθε στο σπίτι μου ήταν άλλα φτωχικά, να μένουν οι παπάδες κι οι καντηλανάφτες, αν έχει και κάνα έσοδο η εκκλησιά σας δεν ήταν κακό, τι λέτε;
Πού με παίρνεις, παππούλη! Εμείς την αυλή σου την είχαμε για παιχνίδι, μέσα ο Παπάκωστας να ψάλλει, έξω εμείς να παίζουμε πιριλλί και χωστό και μπάλα και βασιλέα, και σβούρες και τριάππηθκια, και καβαλλούρι και… και… τι λέω, πλούσια παιδιά που ήμαστε στον καιρό μας! Τίποτε δεν θέλαμε, όλα μόνοι μας τα φτιάναμε, ύστερα μεγαλώσαμε και τ’ αγοράζαμε από τα καταστήματα, οπισθοδρομική πρόοδος.
Κι ύστερα άρχισαν ο επιθέσεις, πρώτα στου γείτονά μας του Λουκά, κι ύστερα σε σένα, και τρέχαμε από Χαλκίδα ως την άκρη της Χώρας να ρθούμε να σε ποσπάσουμε από τον τουρκομαχαλλά, που άνοιγε το στόμα και μπούκιαζε, κι οι εγγλέζοι να ξύνουν πράσινα μολύβια!  Πού είσαι τώρα ν’ ακούσεις και να φρίξεις, εμείς φταίμε για όλα να λεν  οι αδιάντροποι, και πού ήταν η ενορία σου, η μεγαλύτερη της Χώρας; Σαν ξεκινούσαμε, με την αγιαστούρα ο Παπάκωστας στο χέρι κι εγώ με το χάλκινο του αγιασμού, δεν είχε τέρμα η ενορία, από Χάντακα ως Μεγάλου Κωνσταντίνου, όλα τα’ φαγαν, ένα μικρό καλύκι έμεινε, κι αυτό το θαύμα σου: που είσαι ακόμα εκεί, ζεις και βασιλεύεις. 
Άντε γεια. Και να προσέχεις.
Στέλιος Παπαντωνίου

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

ΜΙΧΑΛΗΣ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟΣ

ΜΙΧΑΛΗΣ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟΣ
Τρία τέσσερα αδέλφια ήταν ή και περισσότερα, εμείς ξέραμε μόνο το Μιχάλη και το Γαβρίλη καλά καλά, αυτόν που είδε πρώτος την κοιλιά της Παναγιώτας και της είπε, Ρε Παναγιώτα, σαν να μεγάλωσε η κοιλιά σου… άντε από δω βρε. Οι άλλοι, ακουστά τους έχουμε, ήταν ένας Ραφαέλλος, με την αρχαιολογία ασχολήθηκε ερασιτεχνικά, όπου έβλεπε κάτι σαν σφίγγες ή λιοντάρια με φτερά, νόμιζε πως ήταν πρόγονοί του και καθόταν να γράφει στο διαδίχτυο για το γενεαλογικό του δέντρο. Κάποτε μάλιστα του μπήκε να πάει και στο Πανεπιστήμιο, μεγάλος πια στην ηλικία, να κάμει διατριβή για τις σφίγγες και τα φτερωτά λιοντάρια. Του ζήτησαν όμως πολλά λεφτά, ιδιωτικό πανεπιστήμιο ήταν, και τα παράτησε.
Ο Γαβρίλης, καλό παιδί, τον υιοθέτησαν εκεί στη γειτονιά, δεν το ήξερε, όταν το’ μαθε τρελάθηκε ο άνθρωπος, τον κλείσαν για καιρό στο ψυχιατρείο, όταν έβγαινε καθόμασταν μαζί του να του κρατάμε παρέα, του δίναμε κάνα φράγκο να περνά, λίγο μικρότερος ίσως. Αυτός όμως ποτέ δεν ξεχνούσε την αγάπη του στα λουλούδια, στα κρίνα ιδιαίτερα, από τον καιρό της αρχαιολογίας του Μαρινάτου, που μας έλεγε με καμάρι, και τι νομίζετε, μόνο ο Θεός σας μύρισε κρίνο, εδώ τα ευρήματα μαρτυρούν άλλα. Καλά, αρχαιολόγος μεγάλος είσαι, δε θα ρθουμε εμείς να τα βάλουμε μαζί σου, για ένα τάληρο παλεύουμε, να περάσουμε το μάθημα.
Ο Μιχάλης όμως, αυτός αν και ταχυδρομικός, στρατιωτικός φαινόταν, πάντα μ’ ένα σουγιά στην τσέπη, τον φοβόμασταν. Κάποτε στην εκκλησιά μας, γύρω στο 1888, πέρασε από το νου των επιτρόπων να ζωγραφίσουν τις κολόνες,  δυο όλες κι όλες, τη μια με τον άγιο Αντώνιο και Σάββα και με τη βάφτιση του Χριστού, την άλλη με το Μιχάλη να παίρνει την ψυχή ενός κρεβατωμένου, και κάτι γράμματα με προσπάθεια να σβηστούν, τι είχε γίνει; Ο επίτροπος που ανέλαβε να πληρώσει τον ζωγράφο, τον πλήρωσε, ο ζωγράφος νομίζοντας πως από την τσέπη του τα βγάζει ο άνθρωπος, του ‘γραψε κι ένα επίγραμμα ευχαριστήριο, με τ’ όνομά του, το βλέπουν οι άλλοι, τι ρεζιλίκια είν’ αυτά; Κι αναγκάζεται ο ζωγράφος να τα σβήσει με κάμποσα ΧΧΧ από πάνω τους, τα βλέπουμε όμως σήμερα  οι γνωρίζοντες και κάνουμε χάζι.
Ένα σεφέρι ο Μιχάλης έκανε και το νεκροθάφτη, για την ακρίβεια τον αμαξηλάτη που οδηγούσε τη νεκροφόρα με το άλογο, ένα λευκό άλογο, αν θυμάστε, με μια μαύρη νεκροφόρα, κατά μήκος της μια πλατφόρμα μετακινούμενη, για να ευκολύνονται στην είσοδο και έξοδο του φερέτρου, κι από κάτω κενό, να τοποθετεί κάμποσα στέφανα ο Μιχάλης, χειροποίητα ήταν τότε, με χάρτινα φύλλα, ένα σύρμα κυκλικό, κάμποσο αμπαζιούρ για κάλυμμα και ένα λουλούδι στη βάση, ένα σελίνι το κομμάτι, εις μνήμην.
Το θάνατο δεν τον φοβόταν, το απέδειξε σ’ όλες τις μάχες της περιοχής, ήταν εκεί στο φυλάκιο της Αντιγόνης του Καπαρτή, μαζί με το Γαβρίλη, άλλος αυτός, από κάτω καθόταν η οικογένειά του, το φυλάκιο ανώι, μια μέρα τους ρίχνουν το 74 ένα όλμο οι Τούρκοι, μου πληγώθηκε ο Μιχάλης και τον πήραν στη Λεμεσό στο νοσοκομείο, της Χώρας ήταν γεμάτο, έκαμε λίγο καιρό, τον απέλυσαν, ύστερα όμως ήρθαν τα κακά, δεν καταλαβαίναμε τότε από τέτοια.
Ο Γαβρίλης ο άλλος, της Νιόβης ο γιος, έμεινε μόνος στο φυλάκιο, έρχεται μια μέρα διαταγή, κατεβείτε να σώσετε τις εικόνες του Άι Γιώργη, γιατί σε λίγο ειδοποίησαν πως θα βάλουν φωτιά στα Δημοτικά και στην εκκλησιά, κι ο Γαβρίλης απαθανατίστηκε στις φωτογραφίες του ππι άι όου κουβαλώντας εικόνες. Ήταν εκεί κοντά κι ένας πυροσβέστης, αργότερα γνώρισα τον άνθρωπο, τα λέγαμε περιμένοντας τα εγγόνια μας να σχολάσουν από το Δημοτικό, έτσι κι έτσι, μου λέει, εκείνη τη μέρα ήμουν εκεί, και ρωτώ, πού είναι οι Τούρκοι ρε παιδιά, κι ακούω μια φωνή παραπλεύρως να μου λέει, δαμαί, μάστρε.
Του Μιχάλη του άρεσε πολύ η Οδύσσεια, εκεί που κουβαλεί τις ψυχές των μνηστήρων ο Ερμής στον Άδη, φιλομαθές παιδί, ό τι έβρισκε διάβαζε, στο αίμα τους το είχαν οικογενειακώς. Σαν δεν είχε δουλειά, καθόμασταν εκεί στο καφενείο, τα Ελευθέρια ή του Κάουρα, όπως το ήξεραν παλιά, ύστερα το πήραν ο θείος Αντρέας κι η θεία Μαρούλα, και φιλοσοφούσαμε για το θάνατο, το αγαπητό του θέμα, μια με τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα, τις τελευταίες μέρες του Σωκράτη στη φυλακή, μια με τους Στωικούς, κάτι έξυπνα που έλεγαν, αν ήταν ο θάνατος κάτι φοβερό, θα ‘ταν και για το Σωκράτη, ή το θάνατο δεν τον καταλαβαίνεις αφού είσαι ζωντανός κι όταν πεθάνεις πάλι δεν τον καταλαβαίνεις αφού είσαι πεθαμένος, κι άλλα τέτοια ωραία. Καλό βόλι, έλεγαν οι αγωνιστές και κάτι ήξεραν.
Του Μιχάλη μου όμως το βόλι δεν ήταν καθόλου καλό, γιατί τον πήραν στη Λεμεσό στο νοσοκομείο, τον έβγαλαν, καλός και δυνατός, ένα μοναδικό παλικάρι, έτρωε  έπινε δούλευε, τίποτε δεν φοβούνταν, ήρθε όμως κι ο καρκίνος του πνεύμονα, με τα πακέτα την ημέρα το κάπνισμα, η γυναίκα του του έβαλε και στο σεντούκι, να ‘χει να καπνίζει, ο καρκίνος τον χτυπά και στον εγκέφαλο, κι όταν άρχισαν τις αχτίνες, τι μας λεν οι γιατροί; Μα το κεφάλι του Μιχάλη σας είναι γεμάτο απομεινάρια όλμου.
Δεν πέθανε ήρωας πολέμου. Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή του.

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

τι έκανες στον πόλεμο μπαμπά;

Τι έκανες στον πόλεμο μπαμπά;
Στέλιος Παπαντωνίου
Δίκαιο το ερώτημα, γιατί η κόρη μου τότε, τριών τεσσάρων μηνών, εδώ δεν είχαμε συνηθίσει ακόμα την ύπαρξή της, πού να ξέρει τι γίνηκε, ακόμα κι η μάνα της λίγα θα ξέρει, αφού δεν ήταν μαζί μου, στη Μόρφου αυτοί, στη Λευκωσία στα έμπεδα εγώ. Καινούργιες λέξεις της εποχής, μαθαίναμε, καταλαβαίναμε ό τι ήταν να καταλάβει κανείς.
Κατά που μου’ πε η μάνα μου εκ των υστέρων, στις 18 Ιουλίου πέρασαν από το σπίτι στη Λευκωσία αστυνομικοί και άφησαν εντολή να παρουσιαστώ, δεν ξέρω ακριβώς πού, σε στρατόπεδο ή σε αστυνομικό σταθμό, την εντολή γραπτή δεν την είδα.
Στις 20 όμως κληθήκαμε από ραδιοφώνου, ένα μισητό ραδιόφωνο από το πραξικόπημα και εξής, να παρουσιαστούμε στο έμπεδο, και τι ήταν αυτό, οι ελιές  κοντά στα Γυμνάσια Κύκκου. Ξεκίνησα με το λεωφορείο από Μόρφου, πρώτη φορά περνούσαμε από χωματόδρομο, από Κοκκινοτριμιθιά Λευκωσία, εκείνο το δρόμο που αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως μοναδικός για τη διαδρομή. Τότε ήταν άβατος σχεδόν, αγροτικός δρόμος, τα λεωφορεία φοβόντουσαν να περάσουν από τον κύριο δρόμο μη συναντήσουν τουρκικά στρατεύματα, ήταν στο δρόμο μας η Ελδυκ και το αεροδρόμιο, ας τ΄αποφύγουμε.
Μεσημέριασε σχεδόν, βρεθήκαμε φίλοι και παρέες, τα πηγαδάκια ως συνήθως, κανένας δεν φαινόταν ένστολος, κάποιος όμως από τους παριστάμενους, εξ ιδίας πρωτοβουλίας που λένε, να καταγραφτούμε ρε παιδιά, σωστά. Χαρτί δεν είχαμε, ήταν όμως εκεί ένα τσουβάλι τσιμέντο, κόβει ο πρωτοβουλίας ένα κομμάτι χαρτί από το τσουβάλι, μια πέννα ρε παιδιά, άντε και πέννα, κι άρχισε να καταγράφει, ούτε για κωλόχαρτο δεν έκανε.
Βραδιάζει, έρχεται ένα αυτοκίνητο αγνώστων στοιχείων, στον άγιο Βασίλη Σκυλλούρα μεριά θέλουν βοήθεια, ετοιμαστείτε παιδιά. Συγκεντρωθήκαμε καμιά δεκαριά από τους ντροπιάρηδες  μη μείνουμε πίσω στο κάλεσμα της πατρίδας, και πού είναι τα όπλα συνάδελφε; Έρχεται ο μακαριστός φίλος μου Ανδρέας Μητροφάνους, με ένα μαρτίνι του 40 χωρίς κλείστρο κρεμασμένο από ώμου, αυτό μου’ δωσαν, μου λέει. Κι εμείς μ’ ένα όπλο θα πάμε ν’ αντιμετωπίσουμε τους Τούρκους και χωρίς κλείστρο; Θα το κρατά ένας, η απάντηση, κι όταν πέφτει θα το παίρνει ο άλλος.
Καλά πατριώτες, όχι όμως και ηλίθιοι.
Πάει κι αυτό. Που συνεχίστηκε για καιρό, ο χρόνος περνά αμέτρητος, μια μέρα στο βάθος, πολύ κοντά μας όμως, ο καπνός από το φλεγόμενο αεροπλάνο, ύστερα μάθαμε, στην αρχή το γιορτάζαμε, με ένα απλό όπλο ο φαντάρος έριξε κάτω ολόκληρο τούρκικο αεροπλάνο, δεν ήταν αλήθεια, ως προχτές ακόμα που ξεθάβαμε τα παιδιά, την αλήθεια δεν την είχαμε μάθει ολόκληρη, στο τέλος το πήραμε απόφαση πως δεν θα την μάθουμε ποτέ.
Άλλη μέρα, να παρουσιαστείτε στο στρατόπεδο της οδού Προδρόμου, μάλιστα, το βράδυ να αναλάβεις σκοπιά, χωρίς όπλο, μάλιστα, και μπαίνω στην σκοπιά της εισόδου, από τούβλα, θυμήθηκα στη γειτονιά μου το 64 που οι σφαίρες διατρυπούσαν τα τούβλα και σκότωναν τα παιδιά μας, βγήκα έξω, είμαι τουλάχιστον πιο ασφαλισμένος.
 Άλλη μέρα να παρουσιαστείτε στο στρατόπεδο στην Αθαλάσσα, μάλιστα, περνά από πάνω μας ένα αεροπλάνο, κι ακούμε πρόσταγμα από μεγαφώνου: Ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
Βγάνει διάτα ο Κρούταγος, από ραδιοφώνου ακούμε την απόφαση του λεγόμενου υπουργικού, να απολυθούν οι ηλικίες τάδε, να παρουσιαστούν με τα ατομικά βιβλιάρια, μάλιστα, και τι αναγράφεται παρακαλώ; Ο τάδε παρουσιάστηκε σήμερον στο στρατόπεδο και απολύθηκε. Δεν θυμάμαι αν γράφει και αυθημερόν.

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ
Φωτογραφίες ήταν, ζωγραφικοί πίνακες, τόσο ζωντανοί, στο τέλος καταντήσαμε να πιστεύουμε σε παραδόσεις, κι ας είναι πολύ λίγα τα χρόνια που χάσαμε την κυρα Παναγιώτα. Κι ενώ ασχολούνται άλλοι με ανθρώπους και γεγονότα προ Χριστού, εμείς ακόμα και στα πιο πρόσφατα νεφελοβατούμε.
Ήταν λοιπόν το σπίτι, ένα δίπατο, αρχοντικό, από τα παλιά. Εκεί έμενε τον τελευταίο καιρό η κυρα Παναγιώτα. Πίσω του, μια φορά κι έναν καιρό κάμαρες η μια κολλημένη στην άλλη, έμεναν φτωχές οικογένειες, άνθρωποι που έρχονταν από χωριά να δουλέψουν στη Χώρα, από το Μιτσερό οι περισσότεροι, τότε θα σταμάτησαν κι οι δουλειές στο μεταλλείο,  κι ύστερα, με το 63 που άρχισαν οι φασαρίες με τους Τούρκους, εκεί πίσω ήταν τα φυλάκια του Μαρτά και της Αρτεμούλας λεγόμενα, τώρα δεν έμειναν παρά ρημάδια, ούτε γάτα δεν περνά από κει.
Όταν χάσαμε την κυρα Παναγιώτα, έσπευσε πρώτο το δημαρχείο, είχαν πάρει από την Ευρώπη αρκετά χρήματα για ένα μάστερ πλαν, έτσι το ΄λεγαν, να  αναπαλαιώσουν τα σπίτια ή να τ’ αγοράσουν για την ακρίβεια, κι ύστερα να τα φτιάξουν κατά πως ήθελαν. Μπαινόβγαιναν στο σπίτι της, α τι ωραίο, τι περιποιημένο και τι καλή νοικοκυρά που είσαι κυρά Παναγιώτα μας, την παίνευαν οι αρχιτέκτονες, αποτύπωναν όμως στο κρυφό κατόψεις και προσόψεις, και μια μέρα το σπίτι το κάνει κατάσχεση η υπηρεσία. Σας δίνουμε τόσα και τόσα, λεν στους κληρονόμους. Άστε τα κει, ευχαριστούμε, δεν τα θέλουμε. Ποιος τα βάζει τώρα και παλιά με τις εξουσίες και να μη σπάσει τα μούτρα του! Το σπίτι τέλος πάντων άλλαξε χέρια κι έγινε μεγάλη προσπάθεια να ξαναρθεί στους κληρονόμους, χαρτιά και πούλια και παραπούλια.
Όταν μπήκε ο τελευταίος συγγενής, βρήκε σε μια μικρή κάμαρα στο ανώι, ήταν ένα πουρώ, μέσα τρεις μεγάλες εικόνες, φωτογραφίες ήταν ζωγραφιές, δεν το κατορθώσαμε να ξεδιαλύνουμε, τόσο φυσικά ήταν κι ωραία βαλμένα όλα.
Η μια, οι αρχιτέκτονες που μπαινόβγαιναν κι έκαναν στα μυστικά την αποτύπωση, άντε λέμε κάτι θα ξέρουν, τους  τη δείχνουμε, η Παναγιώτα με τον Χρίστο μικρούλη στην αγκαλιά, και γύρω της σε τετράγωνα μικρά, σκηνές από τη ζωή του πολέμου, εκεί στο τείχος, και άλλες στην Κερύνεια, εκεί που έπεσαν στις ακταιωρούς οι ηρωικοί μαχητές μας. Πήραν ύφος οι αρχιτέκτονες, ούτε αρχαιολόγοι να ήταν, μα αυτή είναι εικόνα του 13 αιώνα μας λένε, κι έπρεπε ήδη να είναι στο μουσείο. Ρε γιε μου ρε καλέ μου, η κυρα Παναγιώτα προχτές ακόμα πέθανε, τι μας λέτε; Αν είναι φωτογραφία, να είναι του Βαβλίτη, του Γεάδη, του Γιάγκου, του Μίκη, που φωτογράφιζαν τον καιρό μας όλο τον κόσμο. Αν είναι ζωγραφιά, άιντε του Διαμαντή ή του Κάνθου, δασκάλων σεβαστών μας στο σχολείο, το πολύ του νεότερου Οικονόμου, μάλλον όχι του Λαδόμματου ούτε του Φοινικαρίδη, αυτοί ήταν σχεδόν συμμαθητές μας.
Τραβούν οι κύριοι στην υπηρεσία των μουσείων, έρχονται στη γειτονιά να παραλάβουν τις εικόνες της κυρα Παναγιώτας, χτυπούν οι καμπάνες, συγκεντρώνονται οι γειτόνισσες πρώτες, γιατί οι άντρες ήταν στη δουλειά, στέκονται μπροστά στην πόρτα του σπιτιού, αν τολμάτε αγγίξετε, σας φάγαμε. Ήταν κι ένας ιερωμένος εκεί, του μουσείου κι αυτός, και τι να τις κάνετε εσείς, να κουτουλλάτε τα κέρατά σας στις φωτογραφίες; τους λέει. Αυτό δεν του το συγχώρεσαν.
Και να πεις πως ήταν καμιά φωτογραφία από κείνες που της ζωγράφισε ο Λουκάς, τότε που ήταν ο Χρίστος μικρούλης, και μ’ αυτές χάνει κανείς τον μπούσουλα. Ο Λουκάς δεν ήταν ακριβώς της γειτονιάς, ένας όμως πολύ καλός γείτονας, γιατρός, και ζωγράφος. Πέρασε μια μέρα και την είδε στις ομορφιές της την κυρα Παναγιώτα, έτρεξε, έφερε καβαλέτο, σταθείτε σας παρακαλώ, της λέει, και τη ζωγράφισε. Την εικόνα την πήρε μαζί του, τώρα πώς πολλαπλασιάστηκε δεν ξέρω, αλλά έχουν να πουν για εφτά εικόνες του Λουκά του γείτονα, γιατρού και ζωγράφου και θαυμαστού πεζογράφου, δεν τον διδάσκονται στα σχολεία. Κακώς. Τα πεζογραφήματά του τα διαβάζει κανείς σε ορισμένες περιόδους, όπως καλή ώρα τον παππού μας τον κυρ Αλέξανδρο, είναι δυνατόν να περάσουν χριστούγεννα και πάσχα και να μην τον διαβάσεις; Έτσι και με το Λουκά, επειδή όταν απαγχόνισαν τον Χρίστο, αυτός κρατούσε τα πρακτικά της ομάδας, τα εξέδωσε, κι όταν περάσει από τη γειτονιά ο Αναστάσης κι αρχίσει τα τραγούδια και τα έθιμά του, τότε είναι και η καλύτερη περίοδος να διαβάσεις τα πρακτικά της ομάδας.
Του Λουκά το σπίτι, του γείτονα, του το ΄καψαν οι Τούρκοι το 1958. Ήταν ο πρώτος παθός, τέτοια θηριωδία, κι οι φίλοι του, όλοι όσοι τους γιάτρεψε έκαμαν το δικό τους σύλλογο, Λουκατίτες ονομαζόμενοι, κάτι σαν τους Βένετους και τους Πράσινους του Βυζαντίου, αλλά κι αυτοί με τον καιρό αναμίχτηκαν με τις άλλες γειτονιές, βρίσκονται όμως μέσα μέσα, και μάλιστα τελευταία, που προσπάθησαν να στήσουν και μια προτομή έξω από το σπίτι του Λουκά. Οι Τούρκοι, βλέποντας πως έπρεπε να δείξουν καλό πρόσωπο κι αυτοί, τόσα και τόσα εμείς τεμένη τους στηρίξαμε και μιναρέδες τους φτιάξαμε, είπαν κι αυτοί, άντε να σας κτίσουμε και το σπίτι του Λουκά σας, και σε μας έκανε καλό, αξέχαστο το πανηγύρι έξω από το σπίτι του, κι εμείς τρώαμε σιάμισι και λοκμάδες. Οι Λουκατίτες λοιπόν, μαζί μας στο Δημοτικό, δεν ξέχασαν το γιατρό τους, κι εμείς το ζωγράφο, που ζωγράφισε την κυρα Παναγιώτα.
Τρεις λοιπόν οι φωτογραφίες που βρήκαμε στο καμαράκι στο σπίτι της κυρα Παναγιώτας μετά θάνατον, τη μια μας την έβγαλαν του δεκατουτρίτου αιώνα, και μάλιστα δόθηκαν και διαλέξεις για την τέχνη της, οι παλιοί της γειτονιάς μας έλεγαν πως ήταν πεσμένη χάμω και την τσαλαπατούσαν μπροστά σ’ ένα τούρκικο σπίτι, κάτι σαν γεφύρι την είχαν, ήταν λέει στην αγια Σοφιά της χώρας, και μια νύχτα πείστηκαν κάμποσοι δικοί μας, πήραν ένα αμάξι, πήγαν στα τούρκικα εκεί κοντά, το γέμισαν κάμποσες εικόνες και άλμπουμ, καλή ώρα όπως τώρα, που πηγαίνουν οι πρόσφυγες στα σπίτια τους και αν βρουν κανένα με καλό γάλα βυζασμένο τους δίνει και φωτογραφίες ή άλμπουμ του γάμου τους, έτσι κι εκείνη τη νύχτα, γέμισαν ένα κάρο και το’ φεραν στη γειτονιά, μη  μαγαρίζουν οι αλλόθρησκοι τις φωτογραφίες μας, ανάμεσά τους κι αυτή.
Η δεύτερη εικόνα, η λεγόμενη ποϋριστιτζιή, τη δοκίμασαν κάμποσες φορές, διώχνει το κακό, αποτρέπει σαν να ναι κάτι μαγικό κι ανεξιχνίαστο. Ωραιότατη, με την κυρά Παναγιώτα να φορεί ένα λουλουδένιο μαντώ, και τον μικρό Χρίστο να θρονιάζεται στην αγκάλη της. Πολλά λέγονται και γι’ αυτήν, μέχρι τούρκο έσωσε από θανατική ποινή, τελευταία στιγμή στο δικαστήριο.
Η τρίτη, η νεότερη, αυτή ξέρουμε πως είναι καμωμένη εκεί στου Ηρακλείδη το μαστορικό, με το όνομα του ζωγράφου ή φωτογράφου, αλλά κοίτα να δεις, μια μέρα μια γειτόνισσα, από τη Ρωσία ήλθε η γυναίκα, σοβιετικό καθεστώς εκεί, φοβόταν να παρουσιαστεί στην εκκλησιά, φοβόταν να κάμει επισκέψεις στις γειτόνισσες, αλλά στην πατρίδα της πολύ αγαπούσε όσα της έλεγε ο μέλλων άντρας της κυπραίος για τη γειτονιά και τις γειτόνισσες. Μια νύχτα λοιπόν, ήταν γενέθλια την άλλη μέρα του Χρίστου, την βλέπει την κυρα Παναγιώτα στον ύπνο της, καλή γειτόνισσα, της λέει, δε θα΄ρθεις στο σπίτι μου να ευχηθείς στο Χρίστο μου; Η γυναίκα δεν ήξερε ποια ήταν, ούτε τις γειτόνισσες δεν ήξερε, ξένη παντόξενη, την άλλη μέρα ανοίγει την πόρτα και βλέπει στο σπίτι απέναντί της την κυρα Παναγιώτα. Χριστέ και Παναγιά, της λέει, εσύ είσαι η γειτόνισσά μου, στον ύπνο μου σε είδα. Έκτοτε, όσο ζούσε η κυρα Παναγιώτα, από το σπίτι της Κυράς δεν έβγαινε η Ρωσίδα, να τη βοηθήσει στα πάντα, να δοξολογεί το Θεό που την απάλλαξε από το φόβο του καθεστώτος. Ώσπου έπεσε κι εκείνο, και λευτερώθηκαν πολλοί.
Στέλιος Παπαντωνίου   


Η ΚΥΡΑ ΠΑΝΑΓΙΏΤΑ

Η ΚΥΡΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ
Η κυρα Παναγιώτα, ή Κυρά, ή Παναγιώτα, Μαρία τη βάφτισαν, παιδί όμως, δυο τριών ετών, το ένα της χέρι και πόδι μεγάλωναν κανονικά, το άλλο έμενε ατροφικό, οι γονιοί της είχαν ακόμα ένα γιο, τον Μάριο, τους είπαν οι γειτόνοι, δεν ξέρετε πως δε γίνεται να’ χετε δυο παιδιά με το ίδιο όνομα; Κι έτσι μετονόμασαν  τη Μαρία σε Παναγιώτα, κι αυτό ήταν, πέρασε του παιδιού το κακό, άρχισε να μεγαλώνει κανονικά.
Μα οι γονιοί στο μεταξύ την αφιέρωσαν στην εκκλησιά μας, από μικρή μπαινόβγαινε να καθαρίσει, ν΄ανάψει καντήλες, παρακολουθούσε όρθρο κι εσπερινό, τότε που ο Παπάκωστας ήταν μόνος ο καημένος, ευτυχώς είχε την Παναγιώτα να του διαβάζει τον προοιμιακό και τον εξάψαλμο.
Εκεί στο Παρθεναγωγείο, μαζί με τ’ άλλα κορίτσια της γειτονιάς, στη χριστουγεννιάτικη γιορτή την έβαζαν να παριστά τη μάνα του Χριστού, την Παναγία, κοντά της ο Ιωσήφ με το μπαστούνι, οι βοσκοί και τα προβατάκια, η φάτνη, και το «Η γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός ημών», τότε που ακόμα δεν είχαν μπει τα εγγλέζικα τραγούδια, κάτι ξενικά «άγια νύχτα»  κι ακόμα το «Μαρία με τα κίτρινα». Απίστευτο κι όμως αληθινό, τι λέω. Μα δεν ήταν Μαρία η μάνα του Χριστού, λέει η μουσικός που το δίδαξε, ποιο το πρόβλημά σας; Μπορεί να μη φορούσε κίτρινα.
Τέλειωσε το δημοτικό, τα κορίτσια δεν πήγαιναν τότε και πολύ στο γυμνάσιο, ήρθαν τα δεκάξι της, κατέβηκε μια μέρα η μάνα της στο σπίτι μας, άρχισε το κλάμα, γιατί, μα γιατί; Τις σας συμβαίνει; Δεκάξι χρόνων η Παναγιώτα, και θα μας μείνει στο ράφι, κι ύστερα ποιος να την πάρει; Η δική σας η Ελισάβετ στο χωριό, στα δεκατρία δεν την χαρτώσατε, κι από το φόβο κρυβόταν κάτω από τα κρεβάτια το κορίτσι, έπαιζε ακόμα με τις κούκλες της; Αν είναι θέλημα Θεού, λέει η μάνα μου… Στείλτε λίγο το κορίτσι στο χωριό, να ξεσκάσει και κείνο κι εσείς…
Έτσι την στείλαν την Παναγιώτα στο Βουνό, στον Πενταδάχτυλο πάνω, εκεί ο παππούς κι η γιαγιά, κι η ξαδέλφη της η Ελισάβετ, μπαίνει στην αυλή, ο φούρνος εκεί και το κρεμαστό σταφύλι, ευλογημένη μου ξαδέλφη, της λέει η Ελισάβετ, κι εσένα σε λίγο σε βλέπω στ’ αγκάστρι, όπως κι εγώ. Θεέ και Κύριε, λέει η Μαρία, μα γίνονται αυτά τα πράματα;
Ο πρώτος που το πρόσεξε  ήταν ο ταχυδρόμος ο Γαβρίλης, αδελφός του Μιχάλη και του Ραφαέλλου, κι οι τρεις ταχυδρομικοί, ρε Παναγιώτα, της λέει, μεγάλωσε η κοιλιά σου ή νομίζω; Άντε βρε από δω…
Κι έτσι μας έφερε μια μέρα η Παναγιώτα  στο σπίτι το Χρίστο μας, χαρά που είχαμε όλη η γειτονιά, νόμιζες πως οι ουρανοί αγάλλονταν, το ’βλεπες στις γλάστρες της μάνας στο στενό, στην περβόλα της θεια Καλλιόπης, με τις κιτρομηλιές και τις λεμονιές, εκεί κοντά που παίζαμε μπάλα σαν ήμαστε παιδιά, με τα χειροποίητα δίχτυα στις πόρτες, με τις αθλητικές φανέλλες μας, όλα από τις οικονομίες μας, όταν παίζαμε καραγκιόζι στο σπίτι του Κωστάκη της Μαρίας τις καλοκαιρινές νύχτες και δεχόμαστε εισφορές από τους φίλους.
Για το Χρίστο μιλήσαμε ήδη, μεγάλωσε, θέριεψε, καλό παλικάρι ήτανε, μοναδικό κι ανεπανάληπτο που λένε, μόνο που μας τον έφαγαν οι εγγλέζοι στον αγώνα.
Η κυρά Παναγιώτα παρακολουθούσε κάθε κίνησή του, θυμάται μοναδικές στιγμές της ζωής του, τότε που τον πήρε στον Παπάκωστα να τον εκκλησιάσει, κι ο παπάς έτρεμε, τον πήρε στα χέρια, τον ανύψωσε, αυτός της λέει θα υψωθεί κι εσένα την καρδιά σου θα την περάσει πύρινη ρομφαία. Η Παναγιώτα στη μεγάλη της χαρά δεν πολυκαταλάβαινε από τέτοια, ευχαριστώ, πάτερ, και στα δικά σου, του λέει. Σε λίγο καιρό χάσαμε τον Παπάκωστα μια μεγάλη βδομάδα, του υποσχέθηκαν πως θα πάει ένα σχολείο στην εκκλησιά να κοινωνήσει, ετοίμασε θεία κοινωνία για πολλούς, στο τέλος του την έσκασαν, δεν πήγαν, αναγκάστηκε να την καταλύσει, με υψηλό σάκχαρο ο ιερέας, δεν έβγαλε τη μεγάλη βδομάδα, πἐταξε.
Περισσότερο απ’ όλους τους φίλους του Χρίστου η κυρα Παναγιώτα αγαπούσε τον Γιάννη, όχι της Ελισάβετ το γιο, αυτό τον είχαν συλλάβει οι Τούρκοι μαζί με τους Κοντεμενιώτες και τον αποκεφάλισαν, μια συμπαιγνία με τους Εγγλέζους, ο Γιάννης ήταν ο φίλος, ο κολλητός που λένε σήμερα τα παιδιά μας. Καλό παιδί, μελετηρό, όταν τον κάλεσε η ώρα έγινε πραγματικός γιος της Παναγιώτας, ήταν τότε που ξημεροβραδιαζόταν στη φυλακή περιμένοντας κανένα καλό μαντάτο από τη βασίλισσα. Όταν πια αποφασίστηκε πως σωτηρία δεν είχε ο Χρίστος, κι αυτός βεβαιώθηκε για τον επικείμενο θάνατό του, της λέει, Μάνα, αυτός θα είναι πια ο γιος σου, και στο Γιάννη, αυτή θα είναι η μάνα σου, και την πήρε στο σπίτι του ο Γιάννης, πού ν’ αφήσει μόνο του ένα τόσο πονεμένο πλάσμα!
Τις ημέρες εκείνες, στο σπίτι της μπαινόβγαιναν όλες οι γειτόνισσες να την παρηγορήσουν, μα παρηγοριά δεν είχε, έψηνε καφεδάκια κι άρχιζε η καθεμιά τα μοιρολόγια, για τις καλοσύνες του Χρίστου, για την αγάπη του στην πατρίδα και την οικογένεια και τη θρησκεία, προπάντων όμως για την αγάπη του στον άνθρωπο και στα μικρά παιδιά. Κουρασμένος κάποτε από τη δουλειά με τον πατέρα του στο ξυλουργείο, ήρθαν δυο τρία παιδάκια της γειτονιάς και τον ήθελαν να τους βοηθήσει στα μαθήματα, η Παναγιώτα δεν τους άφηνε, τώρα ξεκουράζεται, τους είπε, ελάτε αργότερα, τ’ άκουσε ο Χρίστος, άφησε μάνα τα παιδιά να’ ρθουν κοντά μου, της λέει, τι να κάνει κι αυτή, υπάκουσε.
Κάποτε ο Γιάννης την έπαιρνε σε κανένα άλλο σπίτι, να συναντήσει τους υπόλοιπους φίλους, περίμεναν κι αυτοί να συλληφθούν ύστερα από την εκτέλεση του Χρίστου, ευτυχώς όμως αντί αυτού, καθόντουσαν όλοι ένα γύρο κι έλεγαν ιστορίες από τη συνάντησή τους κι από τις χάρες και τις χαρές που τους πότισε, από τα θαυμάσια που μάθαιναν μαζί του, κάποτε μάλιστα, μέχρι κι έντεκα φορές που λεν, νόμιζαν πως καθόταν κι αυτός μαζί τους και τα λέγανε. Παραστατικότατος ήταν ο Λουκάς, που πήγαινε μαζί με τον Κλεόπα πεζοπορία στο Μουτουλλά, κάπου εκεί στον Ορκόντα, κυλά το ποτάμι κάτω από τα πόδια σου, νόμιζαν πως ήταν κι ο Χρίστος μαζί τους, η μόνη φορά που τον άκουσαν να αστειεύεται, έλα κάτσε μαζί μας να φάμε στο κέντρο, του λεν, κι αυτός προσποιούνταν πως θα πήγαινε παρακάτω, έλα και νυχτώνει, πού θα πας, άντε να σας κάμω το χατήρι, λεν πως τους είπε, κι εκεί που τρώγαν κι έπιναν θυμήθηκαν τον Χρίστο κι ένιωσαν την καρδιά τους πυρωμένη. Τα ‘λεγαν ύστερα στην Παναγιώτα και στους λοιπούς κι όλοι περίμεναν πότε θα τον ξαναδούν. Αν είναι δυνατόν!
Στο μεταξύ οι κολλητοί ξεκίνησαν τη δουλειά τους, άλλος πήγε για ψάρεμα άλλος για εμπορία, άλλος με τα γραμματικά κι άλλος με τη χημεία. Ψαράς ο Πέτρος, πήγε για ψάρεμα, συνήθιζε να μπαίνει στη θάλασσα γυμνός, να τον κάμουμε να φορέσει το μαγιό τουλάχιστον, λέει ένας, να του τη σκάσουμε, να ο Χρίστος, του σφυρίζουν, φέρτε γρήγορα το μαγιώ, ντροπή μου.
Αυτά της  έλεγαν, αυτά θυμόταν, τα πριν και τα μετά, ώσπου το ’νιωσε κι η ίδια πως άλλο δεν πἀει, καιρός να συναντήσει τον Χρίστο της, τηλεφώνησε στους κολλητούς του, όπου και να’ στε ελάτε, πήραν τ’αεροπλάνα, βαπόρια και τρένα, έτρεξαν να την προλάβουν ζωντανή, ένας μόνο καθυστέρησε, κι όταν ήρθε και του άνοιξαν τον τάφο να την δει, δεν την βρήκαν, ανεξήγητα πράματα, ο άνθρωπος δεν ξέρει, ο Θεός ξέρει. Για την αγάπη της όμως περισσότερα μπορούν να ομολογήσουν οι άνθρωποι.

Στέλιος Παπαντωνίου

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Στέλιος Παπαντωνίου
Λέει κι ο φίλος μου ο Παύλος, αν δεν πιστεύεις στον Αναστάση- ο πρώτος που ‘φερε στη Λευκωσία τα τσιπς, είχε κάμει ένα σεφέρι στην Αμερική, εκεί έμαθε τη δουλειά, με το τρίτροχο και την κασόνα, να τριγυρνά στις γειτονιές μ’ ένα κασκέτο λευκό στο κεφάλι, κι εμείς τότε πιτσιρίκια να ευφραινόμαστε, τότε που δεν φοβόμαστε από αλάτι και πατάτες, μπουκιά και συχώριο. Αν δεν πιστεύεις τον Αναστάση, λοιπόν, τίποτε δεν κατάλαβες από τη δύναμη του Χρίστου, που δεν τον ξέρουν μόνο στη γειτονιά μου, πασίγνωστος είναι. ‘Ένας γλυκύτατος άνθρωπος, όλους μας προστατεύει, κάτω από τη σκιά του ζούμε, θεό μας τον έχουμε. Άλλοι σπεύδουμε στα γενέθλιά του να τα γιορτάσουμε με όλη τη χαρά μας, άλλοι στις σκοτεινές  του μέρες, αλλά είπαμε, να ΄ν καλά ο Αναστάσης, που μας φαιδρύνει με τα τραγούδια και τα έθιμα του χωριού του.
Την αγάπη του ο Χρίστος τη φανερώνει σε όλους ανεξαίρετα, φτάνει κι αυτοί οι ευλογημένοι να την ζητήσουν, αν δεν πας στο βουνό δεν είναι Μωάμεθ, ας μην τους συγκρίνουμε.
Του Χρίστου η μάνα, η Παναγιώτα, σεμνή κόρη, από την εκκλησιά δεν έβγαινε, ολημερίς ολονυχτίς γονατιστή προσεύχονταν, της έστειλε ο Θεός ένα παιδάκι, εκείνες τις ημέρες οι Εγγλέζοι μας έβγαζαν ταυτότητες, αν θυμάστε κάτι απλά λευκά χαρτιά, με τα δαχτυλικά μας αποτυπώματα και τη φωτογραφία μας. Αχ εκείνοι οι  φωτογράφοι του παλιού καιρού, με το τριπόδι και την κάσα και τη μαύρη μαντίλα, έξω από το Δημοτικό σχολείο ή στην αυλή του να φωτογραφίζουν τον κόσμο. Μέσα κάτι δάσκαλοι που ήξεραν γραφή και να μας εγγράφουν εις το γραμματείον. Φοβούνταν οι Εγγλέζοι την αναστάτωση, έπρεπε να ελέγχουν τα πάντα, νόμιζαν τότε πως ήταν Ρωμαίοι κοσμοκράτορες, εδώ όμως ήταν ο αγώνας της ΕΟΚΑ.
Κάπου τότε θα γεννήθηκε κι ο Χρίστος, η φτωχή Παναγιώτα δεν είχε να τον ζεστάνει, τον έβαλε κοντά στο παχνί με τα βόδια, όλοι που ζήσαν σε χωριά ξέρουν πόσο σημαντικό ήταν το βόδι, στην ίδια κάμαρα έμεναν άνθρωποι και πολύτιμα ζα. Μια φορά που πήγαμε στην Παναγιά της Πάφου, μετά το θάνατο του Μακαρίου, είδαμε στο ίδιο δωμάτιο, ένα μικρό χώρισμα, εδώ το βόδι εκεί οι άνθρωποι, στο παραπλεύρως.
Μικράκης λοιπόν ο Χρίστος βοηθούσε λίγο τον μπαμπά- η μάνα του του έκρυβε το μυστικό- ο μπαμπάς ένας ξυλουργός της περιοχής, εκεί κοντά στον παλιό Ολυμπιακό, ξυλουργεία ξυλεμπορικά ήταν γεμάτος ο τόπος, νόμιζα πως οι «ταχτάδες», όπως ονομάζονταν σε άλλες πόλεις της Ελλάδας οι περιοχές με τα ξυλάδικα, δώκαν και την ονομασία «ταχτακαλάς» στη δική μας, άλλοι λένε άλλα, για το τέμενος «ταχτ ελ καλέ», αδιάφορο.
Ο Χρίστος, κατά που λένε, από μικρός φαινότανε πως θα γινεί μεγάλος. Πήγε σχολείο.  Ὀποτε αρχίζει η σχολική χρονιά τον θυμούμαι, κάτι περικοπές από παλιά παραμύθια πολύ μοιάζουν στην παιδική του ηλικία, θάμπωνε τους δασκάλους με τη γνώση, κι άλλοι λέγαν άλλα, για τα παιχνίδια του με κάτι πουλιά, που έφτιαχναν με τον πηλό, κι αυτός τους φυσούσε να τους δώσει ζωή να πετάξουν, μην του τα σπάσουν τ’ άλλα παιδιά, δεν ήξερε να πει: «τα βρωμόπαιδα». Ωραία πράματα.
Κάποτε πήγε με τη μάνα και τον κύρη στον απόστολον Αντρέα εκδρομή, τι χαρές ήταν τότε. Ξεκινούσαμε από τα εφτά χαράματα, κάποτε με λεωφορείο, κάποτε με το αυτοκίνητο που είχε αγοράσει ο πατέρας, σταθμός στο Μπογάζι, παραθαλάσσιο, πρωινό, ατμόσφαιρα ανάλαφρη, δεξιά ο κόλπος, βαρκούλες, μια πλατεία, καθόμασταν εκεί για πρωινό καφέ, όλοι πίναμε από μικροί- στην αστοχιά η μάνα μου καβούρδιζε κουκκιά-  κι ύστερα άλλος σταθμός στους αγίους Τρεις Παίδες αν θυμάμαι- ξεχνώ επικινδύνως- ή σ’ ένα δάσος που είχε σχηματισμένη με δέντρα την Κύπρο, κι ύστερα άρχιζε τελετουργικά το μέτρημα, πρώτο καγκέλλι, δεύτερο…. Μια φορά που πήγαμε με λεωφορείο, απλώσαμε στρωματσάδα στο υπερώον. Του λεωφορείου. Άλλη αίσθηση εκεί, στην εκκλησιά, στο αγίασμα, κατεβαίναμε τρεχτοί τα σκαλοπάτια, ένας διάδρομος, συνωστισμός, αγναντεύαμε τα βράχια, την απέραντη θάλασσα, κάπου εδώ ο απόστολος Ανδρέας έκαμε το θάμα του, έσωσε το πλοιάριο, παρακάτω μια παραλία παχύαμμη, πάντα την θαυμάζαμε, από μακριά. Από τη βίαιη κατάληψη της Καρπασίας από τους Τούρκους το 74, εκεί δεν ματαπήγα. Ούτε πάω. Και δεν έχω καθόλου περίεργες αντιλήψεις.
Μια μέρα λοιπόν ο Χρίστος χάθηκε μες στην εκκλησιά, ξεκινά το λεωφορείο, είχαν φτάσει σχεδόν στο πρώτο χωριό, τον αναζητά η μάνα, ρε πού είναι το παιδί, φωνές κακό, αναγκάστηκε ο σωφέρης να επιστρέψει, τον βρίσκουν στο ψαλτήρι, τι κάνεις εδώ παιδί μου; Σφαλιάρες δεν έφαγε, πολύ τον αγαπούσαν.
Κάπου εκεί στα δεκαοχτώ του πάλι ξαναχάθηκε, διάβαζε τότε πολύ Σικελιανό, τον ενέπνευσε η παραμονή του ποιητή στη Λιβυκή έρημο σε μια σκηνή, εκεί έγραψε τον «Αλαφροΐσκιωτο». Ο Σικελιανός. Ο Χρίστος δεν έγραψε. Μόνο που μας ήρθε με μια γενειάδα, ένα απαστράπτον πρόσωπο, κοκαλιασμένο, κάτι σαν εμάς το 64 που κατεβήκαμε ξαφνικά στο σπίτι, είχαμε κάμει σε στρατόπεδο στη Χαλκίδα, μια ολόκληρη ιστορία ερήμου κι εκεί, σαράντα μέρες, αν ήταν τόσες, δεν είδαμε άλλους εκτός από τους στρατιωτικούς μας, σκεπασμένοι πηγαίναμε στα πεδία βολής, κατάκλειστα τα στρατιωτικά αυτοκίνητα που μας κουβαλούσαν, ασκήσεις μερόνυχτα, μερικοί που’ χαν κάμει στο αντάρτικο της ΕΟΚΑ σταυροκοπιούνταν οι άνθρωποι, τίποτε από όσα μας δίδασκαν δεν τηρούσαν στον αγώνα, τίποτα δεν ήξεραν, κι  όμως επέζησαν.  Θεού το θαύμα, έλεγαν. Φάγαμε εκεί γαλέτα του τέλους του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, κρέατα με την ίδια σφραγίδα, δεν παραπονιόμαστε, φτωχή χώρα η Ελλάδα, καλοσύνη της που μας σπούδαζε και μας προετοίμαζε να διαφυλάξουμε τον τόπο. Ένα βράδυ μας φορτώνουν, κατεβαίνουμε στο Μεγάλο Πεύκο, ένα πλοιάριο εκεί, παράγγελμα, στρατιώτες, σκασμός, να μας μιλήσουν, να μας πουν πού και πώς, μπαίνουμε στο πλοίο, φήμες, φέρναμε μαζί μας ελλαδίτες φαντάρους, κυπριακές ταυτότητες, και πού είναι ρε πατρίδα τα Βυζάκια, Βυζακιά πατριώτη! Κατά που κατεβαίνω στο σπίτι με τα μούσια και τα μουστάκια, αναμαλλιάρης κι αδυνατισμένος, σούρνει φωνή η μάνα μου, ύστερα όμως πολύ γρήγορα το ξεπέρασε, συνηθισμένη στη γειτονιά κι στη ζωή από τέτοια. Έτσι, με τα γένια, μας κατέβηκε λοιπόν κι ο Χρίστος, κάτι μας έλεγε για την αγάπη και την αγάπη, έλεγε να κάμει ομιλίες στα κατηχητικά, τον αφήσαμε στη δουλειά του, εμπιστοσύνη του είχαμε.
Δυο γιατρούς είχαμε στη γειτονιά, τον Σάββα Σαββίδη, ιατρός Παρισίων, έγραφε η ταμπέλα έξω από το σπίτι του, απέναντι από την εκκλησιά, και το Δημήτρη τον Πρωτοπαπά, πιο κάτω από το Παρθεναγωγείο, κοντά στο τείχος. Και δυο οδοντογιατρούς, τον Ζεμενίδη και τον Σιεφκέτ, έναν καλότατο Τούρκο. Μαζί τους κι ο Χρίστος, πρώτο χέρι στην ιατρική, δεξί τους χέρι καλύτερα. Μερικοί έλεγαν πως απαγορευόταν να ασκεί την ιατρική, ήθελαν να τον καταγγείλουν, κάποτε έβρισκε τον μπελά  του, αλλά αυτός το θεωρούσε χρέος να κάνει το καλό κι ύστερα το ‘ριχνε στο γιαλό, και μην πείτε σε κανένα τίποτε, έλεγε.
Με τον αγώνα της ΕΟΚΑ από τους πρώτους κατατάχτηκε, ορκίστηκε, στο σπίτι του, πάροδος Μεγάλου Κωνσταντίνου, γίνονταν οι πρώτες συγκεντρώσεις της ομάδας, καμιά δωδεκαριά φίλοι, πατριώτες, με αυταπάρνηση, οργάνωναν την πόλη, την επαρχία, λίγο πιο πέρα άλλοι, κουβαλούσαν στο σπίτι τα πρώτα όπλα και πυρομαχικά, η γειτονιά γειτόνευε και με τούρκικα σπίτια, ήταν όμως τα δικά τους απόμερα, όλα στο κρυφό, κάποτε όμως άρχισαν οι προδοσίες κι οι συλλήψεις. Ένας από τους δώδεκα βγήκε θεομπαίχτης, ένας προδότης, άλλα νόμιζε άλλα ονειρευόταν, πήγε στους Εγγλέζους, κάνουν ένα κέρφιου, ο προδότης με μια κουκούλα στο κεφάλι, αυτός αυτός αυτός, σύναξαν την ομάδα,  τους άλλους ύστερα από ανακρίσεις και φυλακίσεις εκεί στα κρατητήρια της Κοκκινοτριμιθιάς τους άφησαν ελεύθερους, τον Χρίστο όμως τον καταδίκασαν στον δι’ αγχόνης θάνατον, νέο παιδί. Οι δικηγόροι έκαμαν έφεση στη βασίλισσα, αυτή αρνήθηκε, το παιδί οδηγήθηκε στην αγχόνη, μόνο να επισκεφτεί κανένας τις Κεντρικές Φυλακές στη Λευκωσία και να δει και ν’ακούσει θα ραγίσει η καρδιά του, τόση ύβρις.
Τη νύχτα που θα τον απαγχόνιζαν, βρεθήκαμε στους δρόμους, έξω από τις φυλακές, εμείς να τραγουδούμε τον εθνικό ύμνο, και μέσα το ίδιο, όπως μάθαμε αργότερα, και το παλικάρι να δίνει θάρρος στους άλλους, κι ο εγγλέζος να θαυμάζει, βγήκαν στη φόρα οι εκθέσεις του, κι ο δήμιος ακόμα, χρόνια ύστερα να τον έχει κρεμασμένη πέτρα στη συνείδησή του. Συχωρεμένοι να’ ναι, δεν ήξεραν τι έκαναν!
Ήξεραν όμως δεν ήξεραν, ο Παύλος το έθεσε στις σωστές του διαστάσεις το πράγμα: Αν δεν πιστεύεις στον Αναστάση, τίποτε δεν καταλαβαίνεις από το τι πλάσμα ήταν ο Χρίστος μας!
 Που μας αναπαύει.





Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΟΥ

Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΟΥ
Στέλιου Παπαντωνίου
Εκεί στη γειτονιά μου το πιο μεγάλο σπίτι είναι του Χρίστου, ύστερα της Παναγιώτας, της μάνας του, παραπλεύρως του Μιχάλη του ταχυδρομικού, ύστερα ενός γεροντάκου, του Κασσιανού, δίπλα κολλητό του Ιωάννη, πολύ φίλου του Χρίστου, κολλητό του Χαράλαμπου που διετέλεσε και καντηλανάφτης στην εκκλησιά, του καπτα- Νικόλα, κάπως περίεργο, σαν φούρνος του χότζα μετακινείται, ύστερα του στρατιωτικού Γιώργη, στο υπόγειό του στον τοίχο, ιστορείται μια σκηνή από τη ζωή του γεροντάκου, κι από δω μεριά πάλι, αν επιστρέψεις το στρατί, του Γιάννη του λεγόμενου Πρόδρομου, που τον αποκεφάλισαν οι Τούρκοι το 1821, έτσι λεν οι δικοί του, του Σπύρου του Τρεμετουσιώτη, των αγιομολογητάδων, του Γιαννάκη του μικρού του Μαραθεύτη, και τέλος του Ηρακλείδη το σπίτι, αγιογράφου, με εξοχικό κοντά στο χωριό του παππού, την Ψημολόφου. Είναι κι ένα μπαλκόνι κοντά στου Γιώργη, μιας κουκλάρας, της Βαρβἀρας.
Μέρα νύχτα μαζί, ήσυχοι άνθρωποι, περνά κόσμος και κοσμάκης και τους χαιρετά, οι περισσότεροι την Κυριακή, που δεν έχουν δουλειά και θυμούνται τα παλιά και τα καλά του κόσμου. Κάποτε προσκομίζουν και κάνα δώρο, μικρό μεγάλο, άλλοι από συνήθεια άλλοι γιατί πιστεύουν πως θα τους πείσουν να τους δώσουν χείρα βοηθείας. Καλοί άνθρωποι είναι οι γείτονές μου, γιατί να μη βοηθούν όταν μπορούν και ποιος τους είπε πως θέλουν δώρα, τι το κάναμε; Σαν τον Χρύση που΄λεγε στον Απόλλωνα: Ἀκουσέ με, αργυρότοξε, αν κάποτε σου ΄σφαξα ταύρους ή αίγες, αν σου ’καμα θυσία καμιά, κάμε και συ αυτό που σου ζητώ! Ε, δεν είναι έτσι οι γειτόνοι. Τι προσφορά, τι ανταπόδοση! Δωρεάν λαμβάνουν, δωρεάν δίνουν, γιατί τα δώρα της αγάπης είναι δώρα που δεν εξαγοράζονται, όπως η Ελευθερία καλή ώρα, που θέλει όμως τις θυσίες και τους λεβέντες της, σφαγμένους την ποδιά της, η Πενταγιώτισσα! Πώς θα της δείξεις πως τη σέβεσαι και την εκτιμάς και την υπολογίζεις; Και στο τέλος, βαθύτατα κατανοείς πως δεν είναι δώρο! Τι στο καλό, έλεγε κι ένας φιλόλογός μας στο σχολείο, όποιο θέμα έκθεσης κι αν σας βάλω, εσείς για ένωση θα γράφετε και για ελευθερία; Ότι δεν έχει ο καθένας ποθεί.
Παρόλο που δέχτηκε επιθέσεις η γειτονιά από τα τουρκιά, το 58, το 63, το 74, οι γειτόνοι μου εκεί, ατάραχοι, δεν το κούνησαν ρούπι. Μια μέρα, τον καιρό του αγώνα, γύρω στο 57, ακούστηκαν πυροβολισμοί, όλοι πετάχτηκαν έξω από τα σπίτια, ένας επικουρικός πάνω σε λαντρόβερ της αστυνομίας, έκπληκτος λέει, μα τι γίνεται γειτονιά σας, αλλού ακούν πυροβολισμούς μπαίνουν μέσα, εσείς όλοι έξω; Πολύ που τους συνηθίσαμε και τους ξεφοβηθήκαμε.

Οικονόμοι άνθρωποι, το βραδάκι το βγάζουν με καμιά λάμπα, άλλοι έχουν καντήλια, ούτε εκκλησιά να’ ταν το σπίτι τους. Μα δε φοβούνται μήπως καούν καμιά νύχτα κι έχουμε δράματα και πυροσβεστικές; Μια νύχτα την έπαθαν, φαίνονται στα σπίτια τους ακόμα τα σημάδια, γραμμένο δε βρήκαμε τίποτε ιστορικό, πότε έγινε, πώς, αλλά τι να τα κάμεις, αφού έχεις απτά αποτελέσματα και ορατά; Προσοχή, λοιπόν, γειτόνοι. Πόσοι πυροσβέστες σκοτώθηκαν σε ώρα καθήκοντος! 

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

ΑΛΤΑΜΙΡΑ ΟΛΟΝ

Στέλιου Παπαντωνίου
ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ-ΚΑΙΤΗ ΧΡΙΣΤΗ
ΑΛΤΑΜΙΡΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΝΗΜΑΤΑ ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΑΤΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΧΡΥΣΟΠΟΛΙΤΙΣΣΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑ 2017
Το όλο βιβλίο καλεί να το δούμε ως ένα σύνολο, μια κατάθεση στο χώρο της λογοτεχνίας των τελευταίων πενήντα χρόνων, γιατί οι εμπνεύσεις του μας γυρίζουν τόσα περίπου χρόνια πίσω, τα γεγονότα που το έσπειραν και το γέννησαν και ανέθρεψαν, έργο όχι ενός αλλά ένα συλλειτούργημα, όπως χαρακτηρίζεται, στο οποίο οι λειτουργοί είναι μεν κύριοι οι δυο, ο Κώστας Βασιλείου και η Καίτη Χρίστη, αλλά και ένας ολόκληρος χορός συλλειτουργεί, ένα συλλείτουργο κατά την εκκλησιαστική ορολογία, που δεν είναι εκτός του πνεύματος του βιβλίου, γιατί εκεί συνυπάρχουν και μελωδούν αρμονικά κλίμακες από τις κατώτατες ως τις ανώτατες της ποίησης, ο χρόνος από αρχαιοτάτων ως απωτάτων, τα θέματα από Θεού και θεών ως Ανθρώπου και ανθρώπων, ο ελληνικός προπάντων τόπος διανοιγόμενος ως τα σπήλαια της Αλταμίρα με τα κατάβαθα και τις απαρχές της Τέχνης ή της έμφυτης τάσης του ανθρώπου να εκφραστεί και που συνεχίζεται ως το βιβλίο αυτό.
Στα Prefatia τίθενται οι συνταγματικοί άξονες του όλου εγχειρήματος, ότι δηλαδή πρόκειται για τη «σύνθεση ενός συλλείτουργου ποιήματος με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας… έκαστος κατά τη φύση του, με θέματα που αγγίζουν τον δικέφαλον, της Ρωμιοσύνης τ’ αγιασμένα, το χριστιανικόν ορθόδοξον και το ελληνικόν ομόδοξον…» με προσπάθεια συνύπαρξης, όπως στην αρχαιότητα, «…του τραγικού με το σατυρικό δράμα ή του αριστοφανικού με το δονκιχωτικό.»
Στο Μέρος Α΄ εικόνα από τα σπήλαια της Αλταμίρα και το πρώτο ποίημα, Αλταμίρα, με προμετωπίδα από τους στοχασμούς του Μπλαιζ Πασκάλ «Ο Ιησούς θα βρίσκεται επάνω στον σταυρό και θα αγωνιά ως τη συντέλεια του κόσμου. Μέχρι τότε δεν πρέπει να κοιμηθούμε»
Πρόκειται για ένα διαλογικό ποίημα, με θέση και αντίθεση, λόγο και αντίλογο, στη μια ο θάνατος των θεών, όπως το διεκήρυξε ο Νίτσε, σε μια διεύρυνση του χρόνου από το απώτατο μέλλον ως το απώτατο παρελθόν, μέσα στο κλίμα του πανάρχαιου ανθρώπου και των κραδασμών του, σε αντίθεση με την πίστη στη μετοχή του ανθρώπου στο θείο και στην έγνοια για τον άνθρωπο, συμπαραστάτη του πάσχοντος Θεού. Από τη μια η κλήση στην παρούσα απαίτηση για τα αναγκαία προς το ζην, στη λατρεία και στην τέχνη, κι από την άλλη το όραμα της μεταμόρφωσης του κόσμου, της ενότητας των όντων στο βωμό της αγάπης. Ο κόσμος στη δυαδική του σύλληψη σε όλο το βάθος και της εκ βαθέων έκφρασης των συλλειτουργούντων ετέθη ως το πρώτο θεμέλιο στο βιβλίο Αλταμίρα.
Το ποίημα Πρώτη Απριλλίου, αφιερωμένο στην Πρώτη Κυρία, την Κυπριακή Ανεξαρτησία με επαναλαμβανόμενη σε διάφορες παραλλαγές την αποστροφή «Αφήστε με ήσυχη, αφήστε τους ακέραιους, αφήστε τους αμάραντους, αφήστε τους, αφήστε τους ήσυχους, αφήστε μας ήσυχους, αφήστε με ήσυχη...» την κραυγή του ανθρώπου που επιζητεί τη μοναξιά του για να συνάξει τον πόνο του και να τον σκεπαστεί, προστάτης των αείζωων νεκρών, ανθρώπων και ιδανικών.
Ένα ποίημα που αγκαλιάζει τα ιδανικά των αγωνιστών της 1ης Απριλίου 1955 και την ψυχική τους δύναμη, που διαπερνούν   από αρχαιοτάτων χρόνων την ελληνική ιστορία των θυσιών της Κύπρου και μεταλαμπαδευόμενα στους νέους καθαίρουν από τις μαύρες μας σελίδες των συναλλαγών. Κι ως ο Ηράκλειτος υπενθυμίζει,  οδός άνω και κάτω μία και ωυτή,  όπως κατερχόμεθα, μπορούμε και να ανέλθουμε. Προς το παρόν η ποιητική οργή ξεχειλίζει και ρίχνει τους κεραυνούς της στην κατρακρημνώδη πορεία μας φωτίζοντας τη σκοτεινιά μας.
 Με το ποίημα Ανάταση συλλαμβάνεται το αντιθετικό του ανθρώπου, που ποθεί να γίνει το φως, ο άρτος του Κυρίου, η φλεγόμενη βάτος, μέσα στη σκοτεινάγρα του κόσμου. Κι ο αντίλαλος, το θάμβος ή το ξάφνιασμα του συλλειτουργού, μπροστά στον ιερό πόθο, λίγο να προσγειώσει ή και να προσλάβει τη δύναμη του άλλου, να του ξορκίζει τα δαιμονικά.
Σαν ξαφνική μια συνάντηση δυο ποιητών, ο ένας στα βάθη του ωκεανού, ο άλλος να περιδιαβάζει στους γνώριμους γκρεμούς του κι η σύγκρουση να εξαπολύει τους στίχους της εναρμόνισης των αντιθέτων.
Διαδήλωση 1971: η σκηνή στο σχολείο όπου διδάσκει η ποιήτρια Διονύσιο Σολωμό, απέναντι από το μαυσωλείο των εθνομαρτύρων της 9ης  Ιουλίου στη Φανερωμένη, ενώ πλησιάζουν νέοι διαδηλωτές, τα θρανία αδειάζουν κι ένα κατηγορητήριο βγαίνει από τα βάθη της καρδιάς των νέων προς τη γενεά των ριψάσπιδων. Όλα αυτά βέβαια προ του 1974, όταν ακόμα το αίτημα για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα επανερχόταν δριμύ, αλλά, όπως ο αντίλογος του ποιητή ομολογεί, ύστερα ξυπνήσαμε στην κόλαση, δεν είναι όμως αυτός ο λαός αμάθητος στα πάθη, που σαν χιόνια λιώνουν κι έρχονται τα χελιδόνια.
9η Ιουλίου σήμερα που γράφω, ύστερα από άλλη μια αποτυχία επίλυσης του κυπριακού με τις προδιαγραφές του 74, τις δικοινοτικές συνομιλίες, τις πενταμερείς συνάξεις, τις φρούδες ελπίδες πως η Τουρκία θα συναινέσει σε λύση. Το ποίημα γέμει των αναλαμπών, των παθών και των λαθών, των υψιπετών λογισμών και πράξεων προ πεντηκονταετίας και των ρεαλιστικών αντιδράσεων. Τι μπορεί να πει ένας ποιητής σε τέτοιες εποχές, εκτός από το να θυμηθεί και να θυμίσει πως αυτός ο πάσχων λαός υπομένει κι ελπίζει;
Τελευταίο ποίημα του Μέρους Α΄ Τα όρια του χρόνου. Και πάλι οι νέοι, να θεωρούν εκτός μάχης του μη συνομήλικους, χωρίς να ξέρουν τη λάβα που κρύβει το ηφαίστειο ενεργό.  Οι άλλες διαστάσεις των αιωνίων πραγμάτων συλλαμβάνονται από την ποιήτρια στην ωραιότητά τους και στη μυστική τους ροή, ασύλληπτα ίσως στους άλλους, θαυμαστά κι ανέκφραστα. Ο αντίλογος του ποιητή ωθεί στην έκφραση του θαύματος και στη μετάληψη των θείων, άσχετα αν ένας τοίχος υψώνεται ανάμεσα στους ανθρώπους.
Κατά Ελύτη, Εξόριστε ποιητή, στον αιώνα σου λέγε τι βλέπεις.
Διεξήλθα το έν τρίτον του βιβλίου. Ημιανάπαυση.
ΜΕΡΟΣ Β΄
Εικόνα: παλάμες, ζώα, λαβύρινθος από την Αλταμίρα
ΛΗΔΡΑΣ 1973
Είναι θαυμαστό πώς ο Κώστας Βασιλείου- γιατί αυτός είναι ο ποιητής, δεν είναι ανάγκη να περιμένει κανείς την οικογένεια γραμμάτων να του το πει- κατορθώνει μέσα από το δικό του λόγο στην κυπριακή διάλεκτο, με τους δικούς του λεκτικούς σφραγιδόλιθους να διεκτραγωδεί με ένα αριστοφάνειο κέφι και διάθεση καταστάσεις που έζησε ο  λαός μας και που τώρα πολλοί τις διαγράφουν ως μη υπάρξασες ή τους φορτώνουν όλη τη δυστυχία του ελληνισμού της Κύπρου, γιατί επέμενε στην ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και μετά τις συνθήκες Ζυρίχης Λονδίνου που την απαγόρευαν.
Ο Κώστας Βασιλείου είναι δραματικός ποιητής. Η σκηνή στη Λήδρας, που μπορεί και να μετατρέπεται στην ποίησή του σε Λερναία Ύδρα, αυτός με τη γυναίκα του και τα μικρά παιδιά του για σουλάτσο, τα αόρατα μεγάφωνα να μεταδίνουν το τραγούδι με τη φωνή της Μαρινέλας «τρίγκι τρίγκι μάνα μου», ενώ οι πάντες γύρω «εσουστοκωλίζουνταν» στο ρυθμό της ένωσης την ώρα που ο Τούρκος «με τους πελλούς εν’ μερακλής» ετοιμαζόταν για το μεγάλο ρεσάλτο ή την επίβαση.
Ίσως να μπορεί να μιλεί κανείς για τραγική ειρωνεία, αλλά σημασία για μένα τον αναγνώστη έχει η πίστη του ποιητή σ’ αυτό τον κόσμο της Κύπρου, που ό τι κι αν έχει κάνει στην Ιστορία του, έχει τους ποιητές του που τον εμπιστεύονται και αμέσως εμμέσως ομολογούν την πίστη τους στη δύναμή του να επιβιώνει. Δεν θρηνολογούν αλλά αυτοσαρκαζόμενοι δοξολογούν.
ΙΘΑΚΗ
α
Το ποίημα, όπως και άλλα προηγούμενα, συνοδεύουν στο τέλος του βιβλίου σημειώσεις ή κείμενα συλλειτουργούντα, οπότε η συμφωνική χορωδία σε δεύτερο πλάνο συνοδεύει, ισοκρατεί ή διανοίγει διόδους, πόρτες και παράθυρα στις ερμηνείες των ποιημάτων. Η πολυφωνία βρίσκεται και μέσα στο ίδιο το ποίημα, αφού διακρίνονται Όμηρος, Δάντης, Σεφέρης και άλλοι φανεροί ή αφανείς ποιητές ή ήρωες.
Το ποιητικό υλικό προέρχεται από παλαιές αξέχαστες ποδοσφαιρικές φράσεις της δεκαετίας του εξήντα, μνήμες από την Ελένη του Σεφέρη,  φράσεις  από την ποίηση του Βασίλη Μιχαηλίδη, φιλοσοφικά παράδοξα και μίκυ μάους. Μόνο ένας Τάσος Λιγνάδης θα μπορούσε με  φιλολογική ομάδα να καταγράψει από την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία τους απόηχους. Ποια όμως η ανάγκη; Όλα αυτά γίνονται και είναι ο ζωντανός Κώστας Βασιλείου με το ύφος και το ήθος του, την απαστράπτουσα ευρηματικότητα και  ποιητικότητα, τα σπαρταριστά υπονοούμενα.
Συμβουλές εις Οδυσσέα από ένα σύγχρονο Έλληνα της Κύπρου ποιητή. Δεν προτρέπει μόνο ο Καβάφης. Τον κόσμο του πνεύματος ανοίγει διάπλατα ο ποιητής με το ποίημά του και το πνεύμα του.
Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΙΘΑΚΗ
Με λίγες γραμμές ένα ποιητικό βιογραφικό της συλλειτουργούσης από τον συλλειτουργούντα. Στενός ο χώρος, πλατύς ο χρόνος κι οι επίλεκτοι σύντροφοι. Η Αλταμίρα σημαίνει πως οι Ιθάκες δεν τελειώνουν, μονολογεί ο αναγνώστης.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΕΝ ΣΑΛΑΜΙΝΙ
Προμετωπίδα ή μόττο: «18 Σεπτεμβρίου 2016 Μεγάλη Τετάρτη του Ευχελαίου σε μια αποθέωση του χυδαίου- αχ Θεέ μου, πότε θα βρέξει.»
α΄ «Αντιγόνη εν Σαλαμίνι, με πρωταγωνίστρια την Ισμήνη. Επειδή αντί της Αντιγόνης του Όχι με την ξιφολόγχη, τα κτήνη προαιρούνται την Ισμήνη του Ναι του φερετζιέ, του ναρκιλέ, του μιναρέ.»
Σκληρός λόγος, μαστιγωτικός, σε αποφάσεις και πράξεις των πολιορκημένων.
Τα πολιτικά μηνύματα οφθαλμοφανή στους γνωρίζοντας, ενθυμίσεις λόγων και παρανόμων πράξεων, προπάντων όμως αυτή η πίστη του ποιητή, η ακλόνητη, στην αιωνιότητα της ζωής του λαού μας. Πίσω από όλα αυτά, για να αναλυθούν, απαραίτητη η μνήμη, η γνώση, και για τους αδαείς, η καταφυγή στις εφημερίδες της εποχής. Ο ποιητής μετουσιώνει τη ζωή σε αδρή ποίηση διαμαρτυρίας.
ΝΕΝΑ
Αφιέρωση: Στη Shandanie
Όποια και να’ ναι, ευλογήθηκε από την ποίηση να απαθανατιστεί ως Άνθρωπος
Τι πολυφωνίες, τι Ερωτόκριτος, τι Βασίλης Μιχαηλίδης, τι Κώστας Βασιλείου. Ταξιδεύουμε σε άλλες εποχές, πολιτισμούς δικούς μας, χάρη στην ποίηση που αίρει επί πτερύγων ανέμων. Για άλλους πολύ απλά καθημερινά και συνήθως συμβαίνοντα, για τον ποιητή παρθενικά και ες τον εσαεί χρόνον μένοντα. Η μεγαλοπρέπεια του καθ’ ημέραν, η άνοδος εις τους άλλους κόσμους, ή πώς η γνήσια αγάπη ιδανικεύει και εξαίρει. Οι συλλειτουργοί εις το τέλος της μεγάλης εισόδου στη Θεία Λειτουργία εύχονται, της… ποιήσεώς σου μνησθείη Κύριος ο Θεός…
ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ
Ποιος νεκρός ακούει επικηδείους; Ας τους λέμε στους ζωντανούς. Εξ ου και όσα διαβάζουμε στην Αλταμίρα. Γράφτηκαν εν ζωή, για να τα διαβάζουν οι συλλειτουργοί εν ζωή, και ημείς οι ζώντες, οι περιλειπόμενοι…
ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ ΣΕΝΑΡΙΟ
Γιατί μετά θάνατον να ακούν οι μη ακούοντες νεκροί τόσα και τόσα καλά γι’ αυτούς, από τους εν ζωή εχθρικά διακείμενους; Ερωτηματικά. Κι ένας πόνος και πίκρα.
 ΣΠΟΛΛΑΤΕ
Η Ρήνα Κατσελλή  αγκαλιάζει με την αγάπη, τη γνώση και την πείρα  της την έκδοση της Αλταμίρα. Σ’ αυτό το σπίτι που’ ρθαμε … Ευχές στους άξιους.
Η Αλταμίρα συνεχίζει το ταξίδι της στα πέρατα του χρόνου και του τόπου. Πολλών ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω, προπάντων όμως των συλλειτουργούντων και πάντων και πασών.
Ημιανάπαυσις
ΜΕΡΟΣ Γ΄
CREDO
Ελληνιστί, πιστεύω, και το πρώτο, «Πες το παιδί μου πες το:/Πιστεύω εις έναν Θεό/πατέρα παντοκράτορα/τον ήλιο τον ηλιάτορα/ρωμιό, τον ελληνάτορα/κυπραίο τον χαλκάνορα»
Συντεταγμένες της ποιητικής συλλειτουργίας, χωρίς καμιά φανερή επίδραση Ελύτη, λόγω ηλιάτορα, με σφραγίδα τον ελληνισμό και την κυπριακή ταυτότητα, δυο  αλληλένδετους πολιτισμούς, μια εθνικότητα, που όμως μερικοί δεν μπόρεσαν να συνταιριάσουν, εξ ης αδυναμίας ιδεολογικά γρονθοκοπήματα, άδικα, ανιστόρητα, ανόητα.
ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ
Ομηρικοί, καβαφικοί, σολωμικοί, του Ηρακλείτου ήχοι, ευγενικά δοσμένοι στίχοι, για ένα ταξίδι στα νησιά του Αιγαίου και στο πνευματικό φως του, ένας έρως πατρίδας σαν τραγούδι κόρης στον Απόλλωνα, κι ύστερα η συνείδηση της ταύτισης τόπου και ψυχής του ανθρώπου, βαθιάς κι ανεξερεύνητης, ψυχής πείρατα ιών… Φως, ομορφιά, καημός ελευθερίας, βάθος ψυχής. Σε δυο στροφές η περίληψη ενός μεγάλου πολιτισμού του πιο ωραίου τόπου.
ΧΤΕΣ, ΣΗΜΕΡΑ, ΑΥΡΙΟ
Φιλοσοφικό, στωικό, χριστιανικό ποίημα, διδακτικό, για την ανοχή, τα άδικα βέλη που πληγώνουν, όμως ο πάσχων ενισχύεται και ανέρχεται πνευματικά. Ο δάσκαλος που δεν διδάσκει από καθέδρας ούτε από στήθους αλλά από πάθος και πείρα, από πνευματικό βάθος και ύψος, που μπορεί να καθοδηγήσει με το Λόγο και το ήθος, την πίστη και την υπομονή. Η τέχνη έγκειται στο να μην είναι το έργο δασκαλίστικο, να μην απωθεί, αλλά αντίθετα να γεννά το θαυμασμό, όπως το ποίημα αυτό, από ευγενές μέταλλο γινωμένο.
ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΙ ΖΩΤΙΚΩΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΩΝ
Το συλλειτούργημα επί ίσοις όροις, ερωτήματα φιλολόγων, φιλοσόφων, αρχαιολατρών, περί ευτυχίας ή περί του διδακτού της αγάπης, σ΄ έναν κόσμο όπου τα πάντα χωρούν, ο λόγος και ο αντίλογος, εκ των διαφερόντων καλλίστη αρμονία, και τα ερωτήματα αναπάντητα. Η βεβαιότητα της σοφίας των προγόνων, της απερισκεψίας των συγχρόνων, το δίσημο των εννοιών, η δύσληπτη ουσία των πραγμάτων. Ίσως όλα να τα είπαν οι αρχαίοι πριν από μας, συνέλαβαν έννοιες και διετύπωσαν κρίσεις αιώνιας ισχύος, που καθοδήγησαν τα βήματα αγωνιζομένων που δεν αποσκοπούσαν στην ευτυχία, γιατί πάνωθέ της συνελάμβαναν άλλα υπέροχα. Αλλά ο αντίλογος καραδοκεί, κάτελθε συλλειτουργέ, η πραγματικότης άλλα βοά, άλλα διατρανώνει. Παρά την πίστη στην ομορφιά και στην αλήθεια, τα πραγματικά μεγάλα προβλήματα έχουν αυτή τη χάρη,  να παραμένουν άλυτα ή να επιδέχονται τις ανάλογες πολλαπλές λύσεις. Βαριά η φωνή του αντίλογου, που αφήνει την πόρτα ανοιχτή ν΄αναπνέει το ποίημα, χωρίς απαντήσεις.
Ένα άλλο ωραίο σ’ αυτά τα ποιήματα του διαλόγου είναι η αντίθετη προς τους πλατωνικούς διαλόγους πορεία, ενώ δηλαδή εκεί από τα απτά και συγκεκριμένα η προσπάθεια ανόδου στον κόσμο των ιδεών ανεβάζει νοητικά και τον αναγνώστη μέτοχο, εδώ στα ποιήματα των δύο, ο ρεαλιστής ποιητής ως δεύτερος στη σειρά κατεβάζει στα γήινα και προσγειώνει.
THE SUN ALSO RISES
EVERY MORNING BEHIND THE MOUNTAINS

Όποια και να’ ταν τα σχόλια που κίνησαν το ποίημα, έχουμε μπροστά μας μια εικόνα του τι εστι ποιητής από τον Κώστα Βασιλείου, ένα ποίημα όλο φως μέσα στο σκοτάδι, από τη μεταφυσική πηγή ή το θαύμα της ποίησης, που αγκαλιάζει όλο τον κόσμο με αγάπη. Κατάθεση σιγουριάς, γιατί δεν πρόκειται περί θεωρίας αλλά βιωμάτων ή εαυτού όλου, ποιητικά βιούντος εξ ου και ομολογούντος το τι εστί.
 Θα ήταν ίσως περιττό εδώ να σχολιάσει κανείς τις άπειρες αφορμές που οδηγούν τον ποιητή στην έκφραση, τη σχέση του με τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία, με τα παντός είδους σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κέντρα στα οποία ευχαρίστως και με θάρρος λακτίζει και ποιεί.

ΝΑΥΑΓΙΑ
Ιστορία, Αρχαιολογία, πληροφόρηση, ένα γεγονός, ένα ναυάγιο, δίνει το έναυσμα για την φιλοσοφική ενατένιση του μεγάλου γιατί, του αναπάντητου στη ζωή και στο θάνατο. Εδώ το ποίημα ξετυλίγεται από τα βάθη της θάλασσας και τις ομορφιές της, τα ταξίδια των προγόνων μας δι’ εμπορίαν και θεωρίαν, ένα άλλο παράλληλο ταξίδι, με την ίδια τύχη, κι ύστερα αναδύεται το ερώτημα: «Όμως το τελευταίο όραμα ποιο ήταν;/Ποια έσχατη σκέψη σφράγισε τη μια με την άλλη ζωή;/Ανιχνευτές στον βυθό βρήκαν έναν κόσμο/ και στα οστά των ναυαγών χαραγμένο/το αιώνιο γιατί.»
Δεν υπάρχει: ίσως διότι…, γιατί η γνώση των αναπάντητων ερωτημάτων αποκτήθηκε ύστερα από μελέτη και εδραιώθηκε. Το απορείν αρχή του φιλοσοφείν. Και του ποιείν.

Η ΑΘΕΑΤΗ ΟΨΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
Η ΑΠΟΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΜΑΣ
Κείμενο της Καίτης Χρίστη σε πεζό λόγο, με τόσα στοιχεία όμως του παρουσιαζομένου, φίλτατου πολυτάλαντου ποιητή- δοκιμιογράφου, ώστε να βλέπει κανείς μπροστά του τη σύναξη και ν’ ακούει τον ομιλούντα που με όλο το νέφος των ποιητών και πεζογράφων μας, των ιδεών, ιερών και οσίων μας, κατακαλύπτει το θέμα και τους ακροωμένους.
Μια διάλεξη, ένας λόγος παραμυθίας, ο Νίκος Ορφανίδης ολοζώντανος.

INTERMEDIUM
Για να πληρωθεί το ρηθέν στα Prefatia, περί της σύμμειξης του τραγικού με το σατυρικό.
Δυο επεισόδια με την Καίτη Χρίστη καθηγήτρια ή βοηθό διευθύντρια σε Γυμνάσια της Κύπρου, δυο σπαρταριστές εικόνες που παρασύρουν την εξ Ελλάδος ελθούσα στο λαβύρινθο της κυπριακής διαλέκτου χωρίς μίτο, και τον γνώστη της κυπριακής αναγνώστη  σε άδολα γέλια.
 ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ως η προμετωπίδα λέει, πρόκειται για: «Συλλείτουργα κείμενα/ φίλων, δικά τους τα ρήματα/ δικά μας τα κρίματα/ σ’ ανθισμένα μνήματα.»
Κείμενα φίλων και σημειώσεις, φωτεινά σήματα στα ποιήματα της Αλταμίρα.
                                                         
Ως εδώ πιστεύω πως έδωσα στις πιο πάνω σελίδες όσα ήταν απαραίτητα για να σκιαγραφήσουν στα κύριά του το περιεχόμενο του βιβλίου του Κώστα Βασιλείου και της Καίτης Χρίστη Αλταμίρα. Πρέπει να μείνουν αρκετά και για τον αναγνώστη.

Καλύτερος επίλογος για το βιβλίο ας είναι το του Ηρακλείτου:

«συνάψιες όλα και ουχ όλα,
συμφερόμενον διαφερόμενον,
συνάδον διάδον,

και εκ πάντων εν και εξ ενός πάντα.»