Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Η ποίηση είναι η ανάπτυξη ενός επιφωνήματος

Στέλιου Παπαντωνίου
Ποίηση είναι η ανάπτυξη ενός επιφωνήματος
Παρατηρήσεις στο ποίημα του Κώστα Βασιλείου Οι Βαβίτσες από τη συλλογή
Η Λάμπουσα, 1996

Η επαφή με το έργο του Κώστα Βασιλείου είναι πολύτιμη, όταν ο αναγνώστης ή μελετητής του προσπαθεί να συλλάβει όχι μόνο τα νοήματα αλλά προπάντων την τέχνη του ποιητή και να βρει κλειδιά της ποιητικής του πορείας και ανάπτυξης. Ύστερα από πολλή συνάφεια με το έργο, αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο ποιητής διαθέτει μια πλούσια φαντασία που τον απομακρύνει από τα πράγματα από τα οποία ξεκινά, κι έτσι μπορεί ανενόχλητος να αναπτύσσει το θέμα του, το οποίο  μπορεί να συμπυκνώνεται σε μια πρόταση και λιγότερο ακόμα, σε μια φράση. Αυτό όμως είναι το σπέρμα από το οποίο ξεκίνησε και εκτοξεύτηκε ποιητικά σε κόσμους φανταστικούς.
Αν πάρω ως παράδειγμα το έργο του Οι Βαβίτσες, από τη συλλογή Η Λάμπουσα 1996, βρίσκω πως το σπέρμα βρίσκεται στο «εν το παν», ή στο «ενιαίο κράτος», ή «όχι στη διχοτόμηση» και διάσπαση. Αυτή η σύλληψη αναπτύσσεται με τη βοήθεια του γνωστού μύθου για τις βέργες που μπορεί καθένα παιδί μόνο να σπάσει, όταν του δοθούν μια μια, δεν μπορεί όμως να το επιτύχει με ολόκληρο το δεμάτι τις βέργες ή βίτσες. Απαραίτητη άρα η ενότητα των δυνάμεων και όχι η διάσπαση, όπως και η ενότητα της Κύπρου συγκεκριμένα, και όχι η διχοτόμηση που επιδιώκει η Τουρκία.
Ξεκινώντας από αυτές τις αρχές ο ποιητής αφήνεται ελεύθερος να εκφραστεί και να ποιήσει.
Οι Βαβίτσες
Μίαν άλλη νύχτα ήρθε ουρανοκατέβατος, μ’ ένα δεμάτι βαβίτσες παραμάσχαλα και μου είπε, Πάρε μία βαβίτσα τσάκισέ την – και την τσάκισα. Πάρε ακόμα μία, τσάκισέ την – και την τσάκισα. Πάρε τώρα δυο βαβίτσες, τσάκισέ τες – και δεν τις τσάκισα.
(Φαντασία, προφητικός τόνος, προσταγές από μια ανώτερη αρχή αόρατη, παραστατικότητα, θεατρικότητα, ζωντάνια, εκμετάλλευση γνώσεων, δίδαγμα.)
Ύστερα μου είπε, Γράψε στη μια βαβίτσα τ΄ όνομα Ουρανία, με τους αστερισμούς και τους γαλαξίες της, και στην άλλη τ΄ όνομα Αθαλάσσα, με τις ακρογιαλιές και τα λιμάνια της, κι  ένωσέ τες και δέσε τες, να’ ναι μια βαβίτσα στο χέρι σου.
( Η θεατρικότητα συνεχίζεται, η παραστατικότητα, από το όλον προχωρούμε στο μέρος, εισέρχονται τα δύο κύρια στοιχεία, ουρανός και θάλασσα, αδιαίρετα, ενωμένα εις ένα, παρά τις διαφορές.)
Κι αν σε ρωτήσουν τι σημαίνουν πάλι τούτα τα αινίγματα- γιατί θα σε ρωτήσουν, να’ σαι βέβαιος, αφού εγώ ρυθμίζω τη σκέψη τους, Ιδού εγώ, πες τους, θα πάρω από τα χέρια σας την Ουρανία, με τους αστερισμούς και τους γαλαξίες της και την Αθαλάσσα με τις ακρογιαλιές και τα λιμάνια της και θα τις δώσω και τις δυο στη Λάμπουσα, να’ ναι μια βαβίτσα στο χέρι της- στο μεταξύ εσύ να κρατάς μπροστά στα μάτια τους τις δυο βαβίτσες με τα ονόματα.
(Αιφνιδίως τώρα βρίσκεται μπροστά μας ένας λαός ή μια ομάδα ανθρώπων, που κρατά στα χέρια την Ουρανία  και Αθαλάσσα, ενώ τις δυο βίτσες τις κρατά ο ποιητής ως τα σύμβολα του αγώνα, αφού είναι μόνο ονόματα στις βίτσες. Ο διάλογος με τον ποιητή γίνεται κατά προκαθορισμένο τρόπο, αφού ο τρόπος σκέψεως είναι προκαθορισμένος. Ουρανία και Αθαλάσσα ως ενότητα δίνονται στη Λάμπουσα, το σύμβολο της Κύπρου που μπορεί να έχει εκρηκτικές διαστάσεις, ώστε η Κύπρος να αποτελεί ενότητα θάλασσας, γης και ουρανού με τον πολιτισμό τους.)
Θα δώσω, πες τους, και την Ουρανία και την Αθαλάσσα στη Λάμπουσα, επειδή Λάμπουσα σημαίνει φως, και το φως δε μοιράζεται, το φως δε διχοτομείται- το φως είναι ενιαίο κι αδιαίρετο, όπως ο ουρανός κι η θάλασσα.
(Στο τέλος αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης ότι πρόκειται περί της ενότητας των όντων και προπάντων της Κύπρου που κινδυνεύει από διχοτόμηση. Ο ποιητής κηρύττει το ενιαίο και αδιαίρετο της Κύπρου, τόπου, ανθρώπων και πολιτισμού.)
Ξεκινώντας, λοιπόν από τις συμπυκνωμένες αλήθειες, ο Κώστας Βασιλείου αφήνεται στις ποιητικές του πτήσεις ελεύθερος, με λογική συνέπεια, αλλά με φανταστική σύλληψη της ποιητικής έκφρασης. Το έργο ήταν, κατά την άποψή μου, μια απόδειξη της ρήσης «Η ποίηση είναι η ανάπτυξη ενός επιφωνήματος.»


Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Κασσιανού του αγίου Α΄- ΙΑ'

Στέλιου Παπαντωνίου
Κασσιανού του αγίου

Μέρος Α΄
Και εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην
O ήλιος έγνω την δύσιν αυτού
με πορφυρές ξανθές αχτίδες κι ανταύγειες
Ενώ στον ουρανό σκαρφάλωνε του φεγγαριού μεγάλος κύκλος
Πάνω από το τειχιό της Χώρας πέτρινο στοιχειό
-Πού πας, φώναζε η Λητώ, Έτοιμο το δείπνο,
Αναμμένο λυχνάρι
Ν’ αναπαυτεί απ’ τη δουλειά κι από τα βάσανα
ο γιος του ανθρώπου
μοναχικός ο άγιος Κασσιανός
με το φίλο Γερμανό.

Και είπεν ο δούλος του Θεού Κασσιανός
Ποιήσωμεν τόπο να κατοικήσεις, να γίνεις άνθρωπος
Κι ο Γερμανός χάιδεψε τις βουνοκορφές
Σαράντα πρωτομάστοροι τον άγιο Ιλαρίωνα,
Σαράντα μάστοροι το κάστρο της Καντάρας
Σαράντα μαθητάδες τα σπίτια της Ρήγαινας
Ν’ ανεβαίνει ο πατέρας κι η μάνα μου
Να ζωγραφίζουν τη γειτονιά
Κάτω στης χώρας τα στενά, στης χώρας τα καντούνια.

Άγιε μου Κασσιανέ, του λέω,
είσαι επιεικής και πολυέλαιος,
Ξέρεις από τους πόθους των ανθρώπων.

Στη γειτονιά σου, στο δρόμο καρέκλες, στα μαλλιά κορδέλες
Καλοκαιριάτικα, να δροσίζει τα στενά το κιούλι και τ’ αγιόκλημα
να περνά κι ένα μεγάλο κόκκινο βυτίο,
να ραντίζει τα δρομάκια, να ποτίζει  
ταπεινά τα λουλούδια, τα μικρά μικρά ζουζούνια.
Καταμάθετε τα κρίνα του αγρού   
Και τις γλάστρες της μάνας μου.
Είπε και εγένετο.

Άπλωσε τα χέρια, τώρα, μου είπε,
ν’ αγκαλιάσεις την ομορφιά με τα χέρια σου.
Μυρουδιές τυλίγουνταν στην κλωστή  
γιασεμιά περιδέραια μικρά μικρά τριαντάφυλλα
της λεμονιάς κιτρομηλιάς ανθοί στην περβόλα
γονάτιζα και παρακαλούσα,
μικροί μεγάλοι δοξολογούσαν
το θυμιατό στην εκκλησιά
το μύρο της βάφτισης, τα μύρα της ταφής του Κυρίου
το ροδόσταμο στη μερέχα, η ευωδιά της Παναγιάς
με το λάδι της καντήλας και το αγίασμα.

Άκουσε, τώρα, μου ξανάπε, σήματα της γειτονιάς μας.
Κι αν δεν το θέλω εγώ, ξέρεις εσύ καλύτερα
Τις μυστικές φωνές, τις εκστατικές στιγμές
Σ’ όποια θρησκεία.
Κι ανέχτηκε να βγαίνει κάθε βραδιά ο μουεζίνης
Στα ρολόγια τα θερινά και χειμερινά
στου μιναρέ τα σκαλιά της αγια Σοφιάς
γοτθικές αψίδες ξένου ρυθμού σφραγίδες  
Να καλεί τους πιστούς του
Κι εμείς
Σ’ ήχους πλάγιους κι ευθείς
Εν τυμπάνω και χορώ αινείτε Αυτόν
εν χορδαίς και οργάνω.
Με χυμώδεις  ύμνους της ερήμου πολίτης
στον Άδωνη της άνοιξης, στο Χριστό,
το Χρήστο που  ΄φευγε φαντάρος
Ενάμισυ χρόνο στ’ άρβυλα, στην άγνοια σαράντα
Τυλιγμένος τα σκοτάδια    
Χωρίς τραγούδια και φόρμιγγες.
Αινείτε αυτόν, Παιδί της Περσεφόνης
Να τρέχει στα σκοτάδια την Ευρυδίκη του
Κασσιανέ στη χάρη σου.

Δε θα σου στείλω μαγικά, μου είπε και θύμωσε,
Σου ’δωσε νου και νοσταλγία να θυμάσαι και να γίνεται.

Τα βραδάκια φυσούσε πεφταστέρι τετράχορδης λύρας
λεμονάδα τουρκί παγωμένη στη ράχη
Πίσωθέ του στιλπνό μεταλλικό αγγειό  
χίλιες και μια νύχτες στον αργαλειό
κάποτε με τ’ αϊράνι, ξινόγαλο με δυόσμο
με το ποδήλατο γυρνώ να γνωρίσω τον κόσμο.

Χειμωνιάτικα βράδια με το μαγκάλι στα πόδια
Κρυολογήματα και χάδια
ζεστό λευκό σαλέπι στο λαιμό, ζιζίμπρι κροκοτό.
Ευχαριστώ σε, άγιέ μου, ευχαριστώ.


Έφερνε μεγάλους τσέστους η μάνα μου
Στο κέντρο η εκκλησιά σου με τον περίβολο,
Να παίζουμε μπάλα, πιριλί, χωστό και βασιλέα
Γύρω δρομάκια μικρά σπιτάκια
Τ’ αρχοντικά της γειτονιάς με τα μπαλκόνια
Τα δημοτικά σκολειά, τον άι Γιώργη
με το δράκοντα στο περιβόλι
Κι έξω το τείχος, οι μεγάλες πέτρες
σε κάνιστρα μεγάλη λύρα
Να κόβει φιδέ για τις αρκόντισσες
να ξεφλουδίζει φουντούκια στα κοφίνια  
με  λάμπα πετρελαίου, λάμπα ασετυλίνης
Με τα λευκά κεριά του επιταφίου στ΄ αστραπόβροντα.

Και ν’ ανάβεις κερί στην εκκλησιά,
Μην τον  ξεχνάς τον άγιό μας, είπε.

Λευκώλενες  μάνες κεντημένες το σμιλί
Χρυσοδάχτυλες μέριμνες στ’ άσπρο πανί
Καρδιές καλλιπλόκαμες περιστέρια και κύκνους
Κροσιέδες σταυροβελονιές.

Η θεια μου κελαδούσε θλιβερά τραγούδια
Πέρα στους πέρα κάμπους οπού’ ναι οι ελιές
Να θρηνεί το μωρό να γελούν οι μεγάλοι
με το μυξιάρικο μωρό, το κλαψιάρικο.

Πόρτες ορθάνοιχτες κάτω από ένα κομμάτι ουρανό
σπαρμένα κεραμίδια πρασινάδα.
Αυτά σου φτάνουν, μου είπε.

ΜΕΡΟΣ Β΄
Ν’ αναμνηστείς τώρα μαζί πόσα ζήσαμε.
Τα τουρκιά, ξεγυμνωμένα στήθη ξαγριεμένη χαίτη
μάχαιρες κρεών στίφη ορδές ρόπαλα
και στουπί βενζίνη στα βαριά ξωπόρτια
Ρόπαλα κεφάλια τζάμια πόρτες του λαγού
Μισοκαμένες
Δαγκωμένη η γειτονιά στενό το στενό
σπίτι το σπίτι ρημοκλήσι ρημοκλήσι
κι εσύ τετράπλευρος, εκεί.
Η μάνα καθηγουμένη
στο χόγλο το νερό, στο τηγάνι λάδι
να περιλούσει τη λιτάνευση
απ’ το φονέα.
Θώρακας στη γειτονιά η αγκαλιά σου
κοριτσιών εφταπύργι  παιδιών προπύργι 
Πιο κοντά τα σπίτια στον τουρκομαχαλά
Το δικό μας καταφύγι και φωλιά  
Μερόνυχτα πλέκαμε κουβέντα και μαλλί  
Στο δαμάτορα ύπνο στο ξαγρυπνισμένο ξύπνιο
Με την αιγίδα πάγχρυση και πορφυρή της Αθηνάς  
της Ποϋριστιτζιής  αγκάλιασμα
Κασσιανού το καύχημα.

Γερμανέ, το φίλο τον ξέρεις,  
Μαζί ταξιδευτής της ερήμου, θαυματουργός στη σκούφια του  
Αγαθός παραστάτης μας κι εσύ
...άγνωστος των αγνώστων.

Η Αθηνά κατέβαινε τα δώματα μεγαλόπρεπη ασπίδα
Περικεφαλαία ελληνική κι η Πογυριστιτζιή
Ακίνητη στο τέμπλο τρεμοσβήνει το καντήλι
Στα μεγάλα βλέφαρα στα ξόμπλια βένετα.
Στην ειρήνη και στον πόλεμο μαζί Σου,
άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών.

Κι όταν μας κλείδωναν αγάλματα μερόνυχτα
στους δρόμους στρατός κάτι αγένεια παιδιά
ξανθό μαλλί γαλανομάτικο
ξεμύτιζαν κλωνιά ροδιάς στο καλντερίμι
κατέβαιναν απ΄ τα χωριά τέθριππα τ’ άρματα
λασπωμένα
Νέμονταν μαζί μας το ζεστό ψωμί, πατάτες
κι όλα της γης μας τ’ αγαθά
Να ορθρίζουμε τον επιούσιον ορθοί  
στ΄όνειρο κολύμπι ένα νησί
Λαμπηδόνες ψυχές
χριστιανών πανάρχαιων ευχές.

Μόνο Εσύ, Κασσιανέ μου,  τα ΄ζησες και ξέρεις
Να ξεδιαλύνεις τη δοκιμασία και την κάκωση
Του λαού Σου.
Και δεόμεθά Σου, μη εγκαταλείπεις ημάς.

ΜΕΡΟΣ Γ΄
Μαύρα κοράκια στον ουρανό,
Σεντούκια παλικαριών στην εκκλησιά σου
Κόσμος πολύς,  πένθος βαρύ  
Τα δάφνινα στεφάνια γαλανόλευκα  
Λεβέντικες φωνές της άνοιξης κι ο Ύμνος.
Κι αυτός πετούσε στα ουράνια σαν αητός
εμείς ψηλά τα χέρια μη μας φύγει.

Απ’ το γυναικωνίτη σου φτερούγιζε η ΕΟΚΑ
κι ο αρχηγός Διγενής
Στους τοίχους ζωγραφίζαμε τα μαλλάκια της ένωσης
Με την Ελλάδα.
Στη ροή του χρόνου, έξοδος απ΄ το σκολειό με τη σημαία
Δε χωρούσαν πια ξένοι στο νησί
Τι πετριές, φωνάρες, κεραμίδια
Στη βιβλιοθήκη μπουκάλια την οργή και ξύλα

Τοιχάρια με πλιθάρι που μας σώσατε,
στη γειτονιά του αγίου εφαλτήρια
δακρυγόνες επικουρικές
ματωμένα κεφάλια, χεροπόδαρα.
Πρεσβεύεις και σώζεις, άγιε του Θεού.

ΜΕΡΟΣ Δ΄
Μεγάλη μάνα στα όνειρα η Ελλάδα
στη γελαστήν αυγή, στους γύρους τα ποδήλατα
Στους περιπάτους στη Λήδρας
Στο ζαχαροπλαστείο το Μπελ βιου
Και στη Σεβέρειο.
Άδακρυς αιώνας στην πλατιά αγκαλιά μας
Δε μας έδενε, τον δέναμε
Με τα χέρια, τα πόδια, τα ποδήλατα
Το βιβλίο, τις φτερούγες σου.

Τα κοριτσόπουλα το’ ξέραν
ποιαν ώρα γυρνούσαμε στα όνειρα
Κάθονταν στο παραθύρι
μικρές παπαρούνες
να διαβάσουν, να ρεμβάσουν
Ημεροβλέφαρες χαμηλοβλεπούσες
-Πού γύριζες, -τι κάνεις, κόρη;
Πού ματιές και φτερουγίσματα
Κι ούτε χαιρετούρες ουδέ μιλήματα.
Εις τους αιώνας των αιώνων.

Μια τάπια στο τείχος γήπεδο ποδόσφαιρο
παίζαν με τα τουρκιά τα παιδιά
Σκίζαμε στο τέλος τα κεφάλια αίμα να’ βλεπες,
Αχ αυτός ο πρώτος στις γροθιές φωνάρες.
Στο δημοτικό σκολειό με τη σφραγίδα σου
Αρρεναγωγείο παρθεναγωγείο
απαγορεμένο μήλο το θηλυκό
Στο διευθυντή κρυφοκοίταζες
Στη μάνα σου λοξοδρόμησες
Στον πατέρα για το λόγο που πέταξες
-Άιντε καλή γιαγιά, τι φταιν οι φίλοι
-Δεν ξέρεις τα παλιόπαιδα, μη μιλάς.

ΜΕΡΟΣ Ε΄
Ο παππούς
Χαράματα στο σκαρπάρικο
Ξενοφώντος, πάροδος Ερμού
Ο παράδεισος
Με τα κοπέλια, τους μάστρους, το μακενίστρι
«κίττα κελ , τσιαπουκ τσιαπουκ».

Ένα αρμενάκι το καρότσι με τα κάρβουνα
Σουβλάκια σουτζούκια
Το σουμάτζι τσούζει μύτη, ψιλοκομμένο κρεμμύδι
Κι ένα γύρω μικρά μαγειρεία
Μια χώρα της  πεινασμένης μουρουδιάς
Της ταπεινής ομορφιάς
λευκή ποδιά κι ο Παναής ο μάγειρας
πρώτος στον πατσά
Κι ο Ηρακλής το συκωτάκι το σουβλάκι
Τα φασόλια, το χαλλούμι, τη σιεφταλιά.

Ο βουβός σαν τα φύκια βιαστικός στο μαγειρείο
Δώρο το λέγανε;
πονεμένη μορφή καλοκάγαθη ψυχή να εκραγεί
το θυμό και την πίκρα, την αδικία,
Κλαμένη Μούσα, θλιβερή μια Σειρήνα.
Μνήμη δικαίου μετ’ εγκωμίων.
--------
ΜΕΡΟΣ Στ΄

Τι’ ναι ο χρόνος, ο κύκλος του ενιαυτού
Με τις γιορτές και τα σημάδια του
Βάνει τάξη στο χάος, δίνει νόημα.
Ξέρουμε τώρα με τις γιορτές
Τη γέννηση, τη βάφτιση, τα πάθη,
Το θάνατο και την ανάσταση,
Την ανάληψη με το σώμα μας.
Κι ύστερα ήρθε το Μελτέμι, να ΄χουμε βοηθό
Συμπαραστάτη και προστάτη Πνεύμα το Άγιον.
Πόσο μεγάλη μας η αγάπη
Τη συγγένεια που θα θέλαμε, το φωτισμό!
Κι αναπαυόμαστε εν πίστει στις φτερούγες του.

Στα σαρανταλείτουργα μοιράζαμε μερίδες
Μνημόσυνα των πεθαμένων, ευχές των ζώντων
μυρουδιά από τσάι, τα χνώτα των ανθρώπων
Μικρές πορτούλες, στενές καμαρούλες
Σφιχτοδεμένο πλήθος στις περβόλες.

Με τα χριστούγεννα στη Λήδρας σεριάνι
με τα πακέτα στο χέρι κι ας είναι κενά
Ποιος το ξέρει!
Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός.

Κι ο άι Βασίλης
ένα κόκκινο τραγούδι στους δρόμους
δε μας καταδέχεται φτωχούς εμάς, ποιος,
Δε μας καταδέχεται ασπρογένειος
ο άγιος των φτωχών Με τον κουμπαρά.

Μη θυμώνεις , άγιέ μου, την εκκλησιά προνομιούχα
Μεγαλόπρεπο σκήπτρο, στο μέσο η κεφαλή
Άνωθεν οι προφήται πρωτοχρονιά κι αρχιμηνιά
Παλιά τα χρέη, σκισμένο δεφτέρι.

Τυλιγμένα πακέτα, μια Ανθοδέσμη λουλούδια
Κόκκινα σε στίχους, μυριστικά και αγγελικά
μ΄ότρυνε ο θυμός να ξεδιψάσω  γάργαρο νερό
λευκοκίτρινους στίχους!
Περιδιάβαζα στον κήπο, στον ψυχρό βοριά
Στη ζεστή γωνιά, κουτσοπίνοντας με τους μεγάλους
Ο ανάξιος μικρός,
ο ποιητής και λυτρωτής σου, Πάναγνε.


ΜΕΡΟΣ Ζ΄
Κρεμασμένα μπαλκόνια στον Ολυμπιακό
Παντελόνι γκρίζο πουκάμισο λευκό  
Σημαιοφόρα σπίτια
Φωνές παιδιών  στο στερέωμα
Χρώματα γαλανόλευκα χοροί κι αγγέλων ύμνοι
Αποστολές στις εκκλησιές και στα μνημόσυνα
ως τω Απόλλωνι ες Δήλον.
Κιθάρα δεν είχα, στο μαντολίνο άπλωνα χορδές
να του χαϊδεύω την κοιλιά, ν’ ακούω τα γουργουρητά
να τραγουδούν των ουρανίων φρένες.

ΜΕΡΟΣ Η΄
Η μάνα μου την καθαρή γνώμη θρεμμένη
Μελετούσε από μικρή τραπέζια φιλόξενα
Χάλκινα κροντήρια και κατσαρολικά
δυο τρία πιάτα παραπάνω καθημερινά
Κάποιος θα’ ρθει στο σπίτι
συνδαιτημόνας
Φίλοι κουμπάροι συγγενείς
Να ευχαριστηθεί κι η ψυχή
Να ευφρανθεί και το στόμα τους.

ΜΕΡΟΣ Θ΄
Στους Χαιρετισμούς στ’ Απόδειπνα
το Άσπιλε αμόλυντε Και δος ημίν δέσποτα
Μπροστά στις εικόνες, του Χριστού την αργυρή
της Παναγίας φοινικόκροκη ζώνη
Μικρά παιδιά μικρός στο ψαλτήρι
με το Μεγαλέξαντρο της ψαλτικής.

Ο Παπάκωστας  για χρόνια, δεξί του χέρι
της μέλισσας κερί στην άγια τράπεζα
Στο ξύλινο ψαλτήρι τα πάντα εν σοφία εποίησε
και μου τα δίδαξε, γάμους βαφτίσια και κηδείες.

Την Κυριακή της ελιάς
Κλώνους από τη γέρικη ελιά να στεφανώσουμε το νικητή
Να γεμίσουμε μια μαξιλαροθήκη
Να την αφήσουμε στην εκκλησιά ως την ανάληψη
Να καπνίζουμε το σπίτι και τα μαλλιά
Να πετάει ψηλά στα νέφη ο καπνός
Και το πάσα κακό.
Κι ύστερα, στη λιτανεία, πάντα ένα μεγάλο κλωνάρι
Μόλις ακούσουμε το Έκοβον κλάδους
Να στρώννουμε στη γη να περάσει
ο επί πώλου όνου καθεσθείς, ψάλλοντάς σοι αλληλούια.

Μεγαλοβδομαδιάτικα
Οι μεγάλοι Ψαλμοί, ο θεσπέσιος στέφανος
Μελωδίες θεϊκές, θαύμα της πίστης.

Ο Νυμφίος, του Παρθένιου ζωγραφιά
Θλιμμένη μορφή, στο χέρι ο κάλαμος, στο κεφάλι στεφάνι
Ένας χιτώνας πορφυρός στη μέση της εκκλησίας
Μελίφθογγος, Ιδού ο Νυμφίος έρχεται
εν τω μέσω της νυκτός, Σβηστά φώτα
μαβί πέπλο της θλίψης να κατεβαίνει
Να τυλίγει το εκκλησίασμα
ιεροπρεπώς.

Τη Μεγάλη Τρίτη
Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις
Δεν είναι ο χρόνος, είναι η τέχνη κι η σύλληψη
κι η άδολη συγκίνηση, η επιβεβαίωση των δυνατοτήτων
Η χαρά της εκτέλεσης, η περηφάνια της αναμέτρησης
Τα νοήματα, τα συναισθηματικά νήματα
που δένουν στα παρόντα, στα παρελθόντα και στα μέλλοντα.
Μακάριος ο δούλος ον ευρήσει γρηγορούντα.

ΜΕΡΟΣ Ι΄
Ήταν μεγάλη εκείνη η νύχτα που πορευτήκαμε στις φυλακές
Θα απαγχόνιζαν τον πιο μικρό μας
Στριμώχνονταν τα κορμιά τυφλά τα μάτια
Τυφλά τα βήματα
Ακολουθούσαμε, Κάποτε σταθήκαμε
Κι ανοίξαμε τις πύλες του Ύμνου
Να αναπνεύσει η Λευκωσία και τα περίχωρα
Οι φυλακές και τα μπουντρούμια
Μαζί του να παρακολουθούμε το βηματισμό
Μαζί του στην αγχόνη και στο θάνατο
Σε γνωρίζω από την κόψη
Σε γνωρίζω από την όψη
που με βια μετράει τη γη
Μην ξεχνάς τη δική μας.
Ο γλυκασμός των αγγέλων.

Σκυμμένοι στην επιστροφή Κατάμαυρο πανί στο στήθος,
στην καρδιά στα γόνατα.

Πενήντα μέρες πριν το μυστικό δείπνο
Κι ο Γρηγόρης στη φωτιά
χτυπούσε μια μια τις πόρτες της γειτονιάς
Στις εφτάμιση το βράδυ στρωμένο τραπέζι
Στη σήκωση ν’ αρχίσουμε νηστεία
Με το στόμα πικρό με την μπουκιά του αλατιού
Με τη θλίψη πεντάριζη να φουντώνει και να πυρώνει
μαζί του στα πέρατα.

Ο αητός πετούσε πια στις βουνοκορφές
Κι εμείς ανοίγαμε πανιά να σαλπάρουμε
για νέα ταξίδια μικροί μεγάλοι στη φωτιά
για θάνατο για λευτεριά.
Επ’ ελευθερία εγεννήθημεν.

Η Ιστορία θύμωνε, δεν προλάβαινε να γράφει
Φέρε κοντύλι, χαρτί, καλαμάρι, χρυσόδετες δέλτους
Στο σύμπαντα χρόνο, στα Γήινα και ουράνια σύμπαντα.

Ντροπή σου και να τα θυμάσαι,
τον καλυμμένο κίνδυνο τα εγγλέζικα αυτοκίνητα  
με τους φίλους βενζίνη
Μέσα από τα στρατιωτικά μπλόκα
υψωμένα βλέφαρα
Τις παγίδες, τις φλόγες που γλύφαν τις ρόδες, τη μηχανή.

Απαγορεμένη κυκλοφορία
οι συμμαθητές πιο μεγάλοι δεν μπορούσαν να κουβαλήσουν
διαταγές, φυλλάδια, μπογιές,
Να σταθούν μπροστά στα καταστήματα
Απαγορεύεται η είσοδος Παθητική αντίσταση
Εδώ πωλούνται αγγλικά προϊόντα.
Κι εσύ, ο μικρότερος…
Στις δύσκολες στιγμές όποια πόρτα χτυπούσες
Ήταν το σπίτι σου.

Ντυμένοι στην αλατζιά στο σκολειό στην εκκλησιά
Χειραψία στην απλότητα, στο πενιχρό κι εγχώριο
Έργο των χειρών μας.

ΜΕΡΟΣ ΙΑ΄
Στο ευχέλαιο, μεγάλη Τετάρτη
Σκύβαμε το κεφάλι στο ευαγγέλιο
Αφέονταί σοι αι αμαρτίαι κάτω από το πετραχήλι
Το σημείο του σταυρού με λάδι στο μέτωπο
Έτοιμοι την άλλη μέρα για το μεγάλο βήμα
Να μεταλάβουμε του δείπνου σου του μυστικού
Σήμερον Υιέ Θεού Κοινωνόν με παράλαβε.

Κι ύστερα, τα μαύρα κρέπια στο εικονοστάσι
Στον άμβωνα, στους πολυελαίους
 Και το βράδυ στη σταύρωση Σήμερον κρεμάται ο κρεμάσας.
Κι έτσι γράφεται η ιστορία των εκκλησιών
Των μικρών ενοριών και των γειτονιών

Με τους φίλους και συγγενείς, με τους γείτονες και πρωτοστάτες.

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

Κασσιανού του αγίου

Στέλιου Παπαντωνίου
Κασσιανού του αγίου

Μέρος Α΄
Και εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην
O ήλιος έγνω την δύσιν αυτού
με πορφυρές ξανθές αχτίδες κι ανταύγειες
Ενώ στον ουρανό σκαρφάλωνε του φεγγαριού μεγάλος κύκλος
Πάνω από το τειχιό της Χώρας πέτρινο στοιχειό
-Πού πας, φώναζε η Λητώ, Έτοιμο το δείπνο,
Αναμμένο λυχνάρι
Ν’ αναπαυτεί απ’ τη δουλειά κι από τα βάσανα
ο γιος του ανθρώπου
μοναχικός ο άγιος Κασσιανός
με το φίλο Γερμανό.

Και είπεν ο δούλος του Θεού Κασσιανός
Ποιήσωμεν τόπο να κατοικήσεις, να γίνεις άνθρωπος
Κι ο Γερμανός χάιδεψε τις βουνοκορφές
Σαράντα πρωτομάστοροι τον άγιο Ιλαρίωνα,
Σαράντα μάστοροι το κάστρο της Καντάρας
Σαράντα μαθητάδες τα σπίτια της Ρήγαινας
Ν’ ανεβαίνει ο πατέρας κι η μάνα μου
Να ζωγραφίζουν τη γειτονιά
Κάτω στης χώρας τα στενά, στης χώρας τα καντούνια.

Άγιε μου Κασσιανέ, του λέω,
είσαι επιεικής και πολυέλαιος,
Ξέρεις από τους πόθους των ανθρώπων.

Στη γειτονιά σου, στο δρόμο καρέκλες, στα μαλλιά κορδέλες
Καλοκαιριάτικα, να δροσίζει τα στενά το κιούλι και τ’ αγιόκλημα
να περνά κι ένα μεγάλο κόκκινο βυτίο,
να ραντίζει τα δρομάκια, να ποτίζει  
ταπεινά τα λουλούδια, τα μικρά μικρά ζουζούνια.
Καταμάθετε τα κρίνα του αγρού   
Και τις γλάστρες της μάνας μου.
Είπε και εγένετο.

Άπλωσε τα χέρια, τώρα, μου είπε,
ν’ αγκαλιάσεις την ομορφιά με τα χέρια σου.
Μυρουδιές τυλίγουνταν στην κλωστή  
γιασεμιά περιδέραια μικρά μικρά τριαντάφυλλα
της λεμονιάς κιτρομηλιάς ανθοί στην περβόλα
γονάτιζα και παρακαλούσα,
μικροί μεγάλοι δοξολογούσαν
το θυμιατό στην εκκλησιά
το μύρο της βάφτισης, τα μύρα της ταφής του Κυρίου
το ροδόσταμο στη μερέχα, η ευωδιά της Παναγιάς
με το λάδι της καντήλας και το αγίασμα.

Άκουσε, τώρα, μου ξανάπε, σήματα της γειτονιάς μας.
Κι αν δεν το θέλω εγώ, ξέρεις εσύ καλύτερα
Τις μυστικές φωνές, τις εκστατικές στιγμές
Σ’ όποια θρησκεία.
Κι ανέχτηκε να βγαίνει κάθε βραδιά ο μουεζίνης
Στα ρολόγια τα θερινά και χειμερινά
στου μιναρέ τα σκαλιά της αγια Σοφιάς
γοτθικές αψίδες ξένου ρυθμού σφραγίδες  
Να καλεί τους πιστούς του
Κι εμείς
Σ’ ήχους πλάγιους κι ευθείς
Εν τυμπάνω και χορώ αινείτε Αυτόν
εν χορδαίς και οργάνω.
Με χυμώδεις  ύμνους της ερήμου πολίτης
στον Άδωνη της άνοιξης, στο Χριστό,
το Χρήστο που  ΄φευγε φαντάρος
Ενάμισυ χρόνο στ’ άρβυλα, στην άγνοια σαράντα
Τυλιγμένος τα σκοτάδια    
Χωρίς τραγούδια και φόρμιγγες.
Αινείτε αυτόν, Παιδί της Περσεφόνης
Να τρέχει στα σκοτάδια την Ευρυδίκη του
Κασσιανέ στη χάρη σου.

Δε θα σου στείλω μαγικά, μου είπε και θύμωσε,
Σού’ δωσε νου και νοσταλγία να θυμάσαι και να γίνεται.

Τα βραδάκια φυσούσε πεφταστέρι τετράχορδης λύρας
λεμονάδα τουρκί παγωμένη στη ράχη
Πίσωθέ του στιλπνό μεταλλικό αγγειό  
χίλιες και μια νύχτες στον αργαλειό
κάποτε με τ’ αϊράνι, ξινόγαλο με δυόσμο
με το ποδήλατο γυρνώ να γνωρίσω τον κόσμο.

Χειμωνιάτικα βράδια με το μαγκάλι στα πόδια
Κρυολογήματα και χάδια
ζεστό λευκό σαλέπι στο λαιμό ζιζίμπρι κροκοτό.
Ευχαριστώ σε, άγιέ μου, ευχαριστώ.


Έφερνε μεγάλους τσέστους η μάνα μου
Στο κέντρο η εκκλησιά σου με τον περίβολο,
Να παίζουμε μπάλα, πιριλί, χωστό και βασιλέα
Γύρω δρομάκια μικρά σπιτάκια
Τ’ αρχοντικά της γειτονιάς με τα μπαλκόνια
Τα δημοτικά σκολειά, τον άι Γιώργη
με το δράκοντα στο περιβόλι
Κι έξω το τείχος, οι μεγάλες πέτρες
σε κάνιστρα μεγάλη λύρα
Να κόβει φιδέ για τις αρκόντισσες
να ξεφλουδίζει φουντούκια στα κοφίνια  
με  λάμπα πετρελαίου, με λάμπα ασετυλίνης
Με τα λευκά κεριά του επιταφίου στ΄ αστραπόβροντα.

Και ν’ ανάβεις κερί στην εκκλησιά,
Μην τον  ξεχνάς τον άγιό μας, είπε.

Λευκώλενες  μάνες κεντημένες το σμιλί
Χρυσοδάχτυλες μέριμνες στ’ άσπρο πανί
Καρδιές καλλιπλόκαμες περιστέρια και κύκνους
Κροσιέδες σταυροβελονιές.

Η θεια μου κελαδούσε θλιβερά τραγούδια
Πέρα στους πέρα κάμπους οπού’ ναι οι ελιές
Να θρηνεί το μωρό το μυξιάρικο
Να γελούν οι μεγάλοι
Από μικρό φαινότανε κλαψιάρικο.

Πόρτες ορθάνοιχτες κάτω από ένα κομμάτι ουρανό
σπαρμένα κεραμίδια πρασινάδα.
Αυτά σου φτάνουν, μου είπε.

ΜΕΡΟΣ Β΄
Ν’ αναμνηστείς τώρα μαζί τόσα που ζήσαμε.
Κάποτε τα τουρκιά στίφη ορδές ξεγυμνωμένα στήθη
Χαίτη ξαγριεμένη  μάχαιρες κρεών
ρόπαλα και στουπί βενζίνη στα βαριά ξωπόρτια
Ρόπαλα κεφάλια τζάμια πόρτες στο αίμα του λαγού
Μισοκαμένες
Δαγκωμένη η γειτονιά στενό το στενό
σπίτι το σπίτι ρημοκλήσι ρημοκλήσι
κι εσύ τετράπλευρος, εκεί.
Η μάνα καθηγουμένη
στο χόγλο το νερό στο τηγάνι λάδι
να περιλούσει τη λιτάνευση
απ’ το φονέα.

Θώρακας στη γειτονιά η αγκαλιά σου
κοριτσιών εφταπύργι νέων και παιδιών προπύργι 
Πιο κοντά τους τα σπίτια στον τουρκομαχαλά
το δικό μας καταφύγι και φωλιά  
Μερόνυχτα πλέκαμε πολλοί κουβέντα και μαλλί  
Στο δαμάτορα ύπνο στο ξαγρυπνισμένο ξύπνιο
Με την αιγίδα πάγχρυση και πορφυρή της Αθηνάς  
της Ποϋριστιτζιής  θερμό αγκάλιασμα
Κασσιανού το καύχημα.

Γερμανέ, το φίλο τον ξέρεις,  
Μαζί ταξιδευτής της ερήμου, θαυματουργός στη σκούφια του  
Αγαθός παραστάτης μας κι εσύ
...άγνωστος των αγνώστων.

Η Αθηνά κατέβαινε τα δώματα μεγαλόπρεπη ασπίδα
Περικεφαλαία ελληνική κι η Πογυριστιτζιή
Ακίνητη στο τέμπλο τρεμοσβήνει το καντήλι
Στα μεγάλα βλέφαρα στα ξόμπλια βένετα.
Στην ειρήνη και στον πόλεμο μαζί Σου,
άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών.

Κι όταν μας κλείδωναν αγάλματα μερόνυχτα
στους δρόμους στρατός κάτι αγένεια παιδιά
ξανθό μαλλί γαλανά μάτια
ξεμύτιζε κλωνιά ροδιάς στο καλντερίμι
κατέβαιναν απ΄ τα χωριά τέθριππα τ’ άρματα
λασπωμένα
Νέμονταν μαζί μας το ζεστό ψωμί, πατάτες
κι όλα της γης μας τ’ αγαθά
Να ορθρίζουμε τον επιούσιο αλύγιστοι  
Ένα νησί στ΄όνειρο κολύμπι
Λαμπηδόνες ψυχές
Αγάπες χριστιανών πανάρχαιων.

Μόνο Εσύ, Κασσιανέ μου,  τα ΄ζησες και ξέρεις
Να ξεδιαλύνεις τη δοκιμασία και την κάκωση
Του λαού Σου.
Και δεόμεθά Σου, μη εγκαταλείπεις ημάς.



ΜΕΡΟΣ Γ΄
Μαύρα κοράκια στον ουρανό,
Σεντούκια παλικαριών στην εκκλησιά σου
Κόσμος πολύς  πένθος βαρύ  
Τα δάφνινα στεφάνια γαλανόλευκα  
Λεβέντικες φωνές της άνοιξης κι ο Ύμνος.
Κι αυτός πετούσε στα ουράνια σαν αητός
εμείς ψηλά τα χέρια μη μας φύγει.

Απ’ το γυναικωνίτη σου φτερούγιζε η ΕΟΚΑ
κι ο αρχηγός Διγενής
Στους τοίχους ζωγραφίζαμε τα μαλλάκια της ένωσης
Με την Ελλάδα.
Στη ροή του χρόνου, έξοδος απ΄ το σκολειό με τη σημαία
Δε χωρούσαν πια ξένοι στο νησί
Τι πετριές, φωνάρες, κεραμίδια
Στη βιβλιοθήκη μπουκάλια την οργή και ξύλα

Τοιχάρια με πλιθάρι που μας σώσατε,
στη γειτονιά του αγίου εφαλτήρια
Κι επικουρικές δακρυγόνες
ματωμένα κεφάλια, χεροπόδαρα.
Πρεσβεύεις και σώζεις.

ΜΕΡΟΣ Γ΄
Μεγάλη μάνα στα όνειρα η Ελλάδα
στη γελαστήν αυγή στους γύρους τα ποδήλατα
Στους περιπάτους στη Λήδρας
Στο ζαχαροπλαστείο το Μπελ βιου
Και στη Σεβέρειο.
Άδακρυς αιώνας στην πλατιά αγκαλιά μας
Δε μας έδενε, τον δέναμε
Με τα χέρια, τα πόδια, τα ποδήλατα
Το βιβλίο και τις πτέρυγές σου.

Τα κοριτσόπουλα το’ ξέραν
ποιαν ώρα περνούσαν τα όνειρα
Κάθονταν στο παραθύρι
μικρές παπαρούνες
να διαβάσουν να ρεμβάσουν
Ημεροβλέφαρες χαμηλοβλεπούσες
-Πού γύριζες, -τι κάνεις, κόρη;
Πού ματιές και φτερουγίσματα
Κι ούτε χαιρετούρες ουδέ μιλήματα.
εις τους αιώνας των αιώνων.

Μια τάπια στο τείχος γήπεδο ποδόσφαιρο
παίζαν με τα τουρκιά τα παιδιά
Σκίζαμε στο τέλος τα κεφάλια αίμα να’ βλεπες,
Αχ αυτός ο πρώτος στις γροθιές φωνάρες.

Στο δημοτικό σκολειό με τη σφραγίδα σου
Αρρεναγωγείο παρθεναγωγείο
απαγορεμένο μήλο το θηλυκό
Στο διευθυντή κρυφοκοίταζες
Στη μάνα σου λοξοδρόμησες
Στον πατέρα για το λόγο που πέταξες
-Άιντε καλή γιαγιά, τι φταιν οι φίλοι
-Δεν ξέρεις τα παλιόπαιδα, μη μιλάς.

ΜΕΡΟΣ Δ΄
Ο παππούς
Χαράματα στο σκαρπάρικο
Ξενοφώντος, πάροδος Ερμού
Ο παράδεισος
Με τα κοπέλια, τους μάστρους, το μακενίστρι
«κίττα κελ , τσιαπουκ τσιαπουκ».

Ένα αρμενάκι το καρότσι με τα κάρβουνα
Σουβλάκια σουτζούκια
Το σουμάτζι τσούζει μύτη, ψιλοκομμένο κρεμμύδι
Κι ένα γύρω μικρά μαγειρεία
Μια χώρα της  πεινασμένης μουρουδιάς
Της ταπεινής ομορφιάς
λευκή ποδιά κι ο Παναής ο μάγειρας
πρώτος στον πατσά
Κι ο Ηρακλής το συκωτάκι το σουβλάκι
Τα φασόλια, το χαλλούμι, τη σιεφταλιά.

Ο βουβός σαν τα φύκια βιαστικός στο μαγειρείο
Δώρο το λέγανε;
πονεμένη μορφή καλοκάγαθη ψυχή να εκραγεί
το θυμό και την πίκρα την αδικία,
Κλαμένη Μούσα, θλιβερή μια Σειρήνα.

Μνήμη δικαίου μετ’ εγκωμίων.

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

Η πτώση της χούντας

Η «πτώση» της χούντας

Η χούντα ήταν μια  παλιόγρια, ξεροκέφαλη, ανέβαινε πάνω στα τανκς, ένα πόδι στο ένα κι άλλο στο άλλο κι έκανε βόλτες Πανεπιστημίου- Πατησίων. Ήτονε και μακροχέρα, κι άπλωνε τα ξερά της ως το Προεδρικό στη Λευκωσία, μανικιούρ πεντικιούρ εδώ το’ κανε, στα φιλικά της καταστήματα. Στις 15 του Ιούλη του 74 έσφιξε και τα δυο χέρια να πνίξει το Μακάριο. Τα τούρκικα γεράκια μιλημένα, σπάραξαν την Κύπρο. Ρε, κάποιος να μας πει τι να κάμουμε εδώ! Άφαντη η παλιόγρια, έπεσε κάτω και τσακίστηκε, γι’ αυτό μιλούν για την πτώση της χούντας.  Ένα πέσιμο για χέσιμο. Έκτοτε θυμούνται μόνο τις βόλτες Πανεπιστημίου Πατησίων, τη σπαραγμένη Κύπρο ούτε κατά διάνοια, και κορδώνουν για την «πτώση».

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Γιατί ο Κώστας Βασιλείου είναι μεγάλος ποιητής

Στέλιου Παπαντωνίου
Πέντε λόγοι για τους οποίους ο Κώστας Βασιλείου είναι μεγάλος ποιητής
Ο προβληματισμός γιατί να θεωρείται ένας ποιητής, και μάλιστα μεγάλος, αρχίζει από την ώρα που, μελετώντας ένας μικρό μέρος του έργου ενός ποιητή αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να αποφανθεί με βεβαιότητα παρά από διαίσθηση ότι πρόκειται πρώτον περί ποιητή, και δεύτερον περί μεγάλου ή όχι. Όταν όμως έχει το σύνολο του έργου του, τότε μπορεί να συλλάβει τα κύρια κριτήρια με τα οποία μπορεί να τον κρίνει όχι μόνο αυτόν, αλλά ίσως και –γενικεύοντας- πολλούς άλλους.
Έτσι, διαβάζοντας ένα ένα ή σποραδικά ποιήματα του Κώστα Βασιλείου μπορεί να διαβλέπει πως πρόκειται περί ποιητή δεν μπορεί όμως εύκολα να τον χαρακτηρίσει μεγάλο ή όχι. Η συνολική μελέτη του έργου του όμως βοηθά στο να συλλάβει κανείς κριτήρια με τα οποία μπορεί να τον χαρακτηρίσει μεγάλο, κριτήρια που μπορούν να γενικευτούν και να χρησιμοποιηθούν ως γενικότερα κριτήρια ποιητών και του έργου τους.
Αυτά που θεωρώ ως χαρακτηριστικά του έργου του Κώστα Βασιλείου και μπορώ να χρησιμοποιήσω ως κριτήρια του έργου του (και του έργου άλλων) είναι
α. η προσωπικότητα, εκρηκτική, ηφαιστειακή, ευαισθησία, γνησιότητα, αλήθεια, ηθικότητα, αισθητική αντίληψη, πρωτοτυπία κτλ
β. το θεμέλιο της γραμματείας στην οποία στηρίζεται,
γ. τα θέματα με τα οποία ασχολείται και εδώ χρησιμοποιώ την κλίμακά μου: βιολογικό, οικονομικό, κοινωνικό, ιστορικό, πολιτικό, ψυχολογικό, λογικό, αισθητικό, ηθικό και θρησκευτικό σκέλος του σύμπαντος κόσμου,
δ. η γνώση και χρήση της γλώσσας και της κυπριακής διαλέκτου ή άλλων γλωσσών
ε. η τεχνική, η ποιητική, γνώση και χρήση ποιητικών τρόπων, μέτρων, στροφών κτλ.
Ειδικά για τον Κώστα Βασιλείου και το έργο του παρατηρώ πως:     
1.       Κάτω από τα ποιήματά του και γενικά το έργο του υπάρχει ένα ηφαίστειο που εκρήγνυται διαρκώς και κατ’ επανάληψη, ένας ευαίσθητος, καθαρός στην ψυχή άνθρωπος, ειλικρινής, αληθής, δίκαιος, ευθύς, που είναι ερωτευμένος με την ποίηση και την υπηρετεί επί πεντηκονταετία με συνέπεια και πάθος.

2.       Το έργο του στηρίζεται σε πλατύτατο και βαθύ θεμέλιο της ελληνικής και ξένης γραμματείας, από Ομήρου, προσωκρατικών, Σωκράτη και Πλάτωνα, Θουκυδίδη, τραγικών, βυζαντινής υμνογραφίας, προφητειών και άλλων κειμένων εκκλησιαστικών, στη βυζαντινή και νεότερη ποίηση και πεζογραφία, από Σολωμού, Κάλβου, μέχρι της γενιάς του τριάντα και κυπρίων χρονογράφων και ποιητών,  Μόντη και Παντελή Μηχανικού ως το Βασίλη Μιχαηλίδη, τον πατέρα των εις κυπριακή διάλεκτο γραψάντων, σε ξένους λογοτέχνες, Έζρα Πάουντ και Έλιοτ, κινηματογραφικές ταινίες και άλλα έργα της μουσικής και δραματικής τέχνης.
3.       Τα θέματα με τα οποία ασχολείται είναι τόσα όσα και η ίδια η ζωή του προσφέρει, από τη φύση, τις ορμές του ανθρώπου, τον οικονομικό, κοινωνικό- οικογενειακό κόσμο, την πολιτική και ιστορική ζωή της Κύπρου και του Παγκοσμίου, διερευνά την ψυχολογία των ανθρώπων, αποδεικνύεται κάτοχος πολλών γνώσεων, με ηθική στάση στα ζητήματα που απασχολούν τον τόπο,  τον χρόνο  και το σύγχρονο άνθρωπο, με υψηλή αισθητική αντίληψη και γνώση των έργων τέχνης, και με θρησκευτική θεώρηση πολλών θεμάτων του. (Κατά τον κανόνα μου πληροί όλες τις βαθμίδες: βιολογικό, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, ιστορικό, ψυχολογικό, λογικό, αισθητικό, ηθικό, θρησκευτικό.)

4.       Είναι κάτοχος της ελληνικής γλώσσας από αρχαιοτάτων χρόνων, με πλουσιότατο λεξιλόγιο, -ουδέν παραλείπει- και λεξιπλάστης, κάτοχος θαυμαστός της κυπριακής διαλέκτου και ξένων γλωσσών ή όρων που χρησιμοποιεί αδιακρίτως στο έργο του.

5.       Έχει γράψει σε όλα σχεδόν τα είδη στίχου, στροφών, προσόμοια, με πλουσιότατη στιχουργική γνώση και άνεση, κάτοχος όλων των ποιητικών ειδών και εισηγητής άλλων, μάστορας της ποιητικής τεχνικής, ελεύθερος στην έκφραση και εφευρέτης εκφραστικών τρόπων νέων, που αποδεικνύουν το ταλέντο και την εργατικότητά του.


Με γενική βάση τα πιο πάνω μπορεί να γραφτεί εργασία περιεκτική, που χρειάζεται το χρόνο της και την πίστη στη γνησιότητα του έργου του ποιητή Κώστα Βασιλείου.