Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Οι εκκλησιές της γειτονιάς μου

Οι εκκλησιές της γειτονιάς μου
Στέλιος Παπαντωνίου
Σε μια ακτίνα εκατόν μέτρων βρίσκει κανείς στη γειτονιά μου, ξεκινώντας από τον άγιο Κασσιανό, τον άγιο Λουκά, τον άγιο Ιάκωβο, τον άγιο Γεώργιο και τη Χρυσαλινιώτισσα, χώρια οι μικρές εκκλησούλες χαλασμένες από καιρό, όπως του άϊ Νικόλα, πίσω από το Παγκύπριο ή σπίτια που φιλοξενούσαν εικόνες θαυματουργές όπως πίστευαν, κοντά στον άγιο Ιάκωβο, Λαμπηδόνα αν δεν απατώμαι το όνομα, πηγαίναμε καμιά φορά με τη γιαγιά, να προσκυνήσουμε λέει την εικόνα, δεν ξέρω τι κέρδος προσποριζόταν κι η κάτοχος, αμέτοχος εγώ από τέτοια.
Με τον άγιο Κασσιανό είναι πολλοί διαποτισμένοι, τι θάμα και τούτο, ένας άγνωστος άγιος, κάθε τέσσερα χρόνια να γιορτάζει, τόσα παραμύθια να του έχουν βγάλει, κι αυτός, μετά το 74 ύστερα από τόσες επιθέσεις, να στέκεται εκεί, όπως ήταν στη ζωή του, ένα διαβάτης της ερήμου, φιλομαθής και ταπεινός. Μερικοί τον θέλουν τον πρώτο χριστιανό δημοσιογράφο, γιατί λάκισε από το μοναστήρι του αγίου Ιερωνύμου στη Βηθλεέμ με το φίλο του Γερμανό κι άρχισε περιοδείες στην έρημο, συναντούσε μεγάλους ερημίτες κι άρχιζε μαζί τους συζήτηση, τι είναι τούτο και τι είναι κείνο, πνευματικά θέματα, τα κατέγραφε κι ύστερα τα έβαλε σε βιβλίο, δυο μεγάλους τόμους έχουμε σήμερα, μεταφρασμένους στα ελληνικά από τη λατινική, ήξερε και λατινικά και ελληνικά, διάκονος του αγίου Χρυσοστόμου και πρεσβευτής του στον πάπα, τότε που διωκόταν ο Χρυσόστομος, πέζεψε στη Μασσαλία κι έχτισε μοναστήρια δυο, ένα για γυναίκες κι ένα για άνδρες, στα πανεπιστήμια στο εξωτερικό οι δυτικοί τον θεωρούν τον θεμελιωτή του μοναχισμού στη δύση, αλλά για μένα το ερώτημα ακόμα αναπάντητο, ποιος βρέθηκε στη γειτονιά μας να του αφιερώσει ναό, Θεός σχωρές τον.
Μερακλήδες οι αϊκασσιανίτες, έκαμαν από 1854 μια εκκλησιά ολόγιομη, αρχοντική, το καταλαβαίνει κανείς κάτι χρονιάρες μέρες που περιδιαβάζουμε τις εκκκλησιές σαν Καθαρά Δευτέρα, κι έχουμε την ευκαιρία να συγκρίνουμε. Ως ενορία ήταν μια από τις μεγαλύτερες, ξεκινούσε από την αγια  Σοφιά και έφτανε Χάντακα Καϊμακλί, Καλογριές, πίσω από το Γυμνάσιο της Παλουριώτισσας. Στις μεγάλες του δόξες ήταν τη δεκαετία του πενήντα, κατά τη διάρκεια του αγώνα κι ύστερα,  αρχίζει η κάμψη, καταστροφή και μακελειό.
Χάσαμε το 1958 τον άγιο Λουκά, λίγα θυμάμαι, άσπρη χαμηλή πόρτα, κι έξω πανηγύρι,  μικρή εκκλησιά, κι ύστερα, άρχισαν οι φασαρίες, σύλησαν τα πάντα, τον κατέκαψαν, οι κάτοικοι της ενορίας «την εγκατέλειψαν», συνηθίζουν να λεν οι Τούρκοι, έτσι στα καλά καθούμενα; ήταν κι ένας νεκρός τότε, οδοκαθαριστής, Αντώνιος Ιωάννου, μνημονεύετέ τον, χριστιανοί, ένα ξεχασμένο θύμα.  Οι αϊλουκατίτες σκόρπισαν έκτοτε, την εικόνα του βρίσκαμε παλιά στο παλαιό κοιμητήριο του αγίου Σπυρίδωνα, Λάρνακα πολίτσι λεγόμενο.
Ο άις Κασσιανός λειτουργούσε πρωί βράδυ, εσπερινό όρθρο όσο καιρό ιερέας του ήταν ο ΠαπαΚωνσταντίνος Παπαβασιλείου, από τη Φασούλα Λεμεσού, έμενε στον περίβολο του ναού, σπιτάκια χτισμένα ένα γύρο, οικογένειες στα δωμάτια, πλην του ιερέα που είχε το σπίτι, είσοδος οδός αγίου Κασσιανού, ήταν στις κάμαρες ο παλιός νεωκόρος Χαράλαμπος με τη γυναίκα του Μαρία μικρασιάτισσα και τις δυο κόρες, ο Χαμπής με τον Κώστα, Άντη και Σάββα, κι άλλοι σε μικρότερες καμαρούλες, ένα μικρό χωριουδάκι, μα εκεί ήταν το κέντρο και της λατρείας και του παιχνιδιού μας, μπάλα και πιριλλί, χωστό κι άλλα της εποχής, φωνές παιδικές να τεντώνουν νευρικές χορδές κι οι μανάδες να φωνάζουν «ελάτε έσσω, ενύχτωσεν, εν τζι εν χορτασιά το παιγνίδιν!»
Ευτυχήσαμε να έχουμε από το 1950 περίπου στην εκκλησιά ένα μοναδικό ψάλτη, Αλέξανδρος Παπαχριστοδούλου, εξωμετοσιανός, στα οχτώ μου ο παππούς Στυλλής με πήρε από το χέρι, μόλις είχεν έλθει ο νέος ψάλτης, πριν ήταν ο Νικολάτζιης Νικολαϊδης, μια στιγμή που έμεινε χαραγμένη, με παίρνει από το χέρι, εδώ θα μπαίνεις την Κυριακή, μου λέει, κι έκτοτε μπήκα στο ψαλτήρι κι έμεινα στη θέση μου, παρά τω ιεροψάλτη. Ο άγιος Κασσιανός βρίσκεται στις δόξες του τη Μεγάλη Βδομάδα, το ξέρουν και σήμερα ακόμα πολλοί φιλοθεάμονες μάλλον, γιατί το Μεγάλο Σάββατο με το ανάστα ο θεός σείεται η εκκλησιά εκ θεμέθλων ως τις αψίδες, με τα μαύρα να σωρεύονται, τους νέους ανεξαρτήτως ηλικίας να καιροφυλακτούν στα παρασκήνια ποιος θα πιάσει σημαία, εξαπτέρυγα, ανάσταση, κι άλλα τέτοια ζωντανά και ανθρώπινα με τους σκάμνους να αντέχουν, παλιοί καλοί μαστόροι!
Η εκκλησιά μας γνώρισε δόξες στην αρχή της αρχιεπισκοπίας και Μακαρίου Γ΄, γιατί ως τότε ήταν προνόμιο την 1 Ιανουαρίου ο αρχιεπίσκοπος να έρχεται στον άγιο Κασσιανό, καταργήθηκε όμως, εκείνος ξέρει γιατί!
Τον άγιο Ιάκωβο τον Πέρση, απλώς περνούσαμε και τον προσκυνούσαμε, ήταν εκεί μια μεγάλη αυλή, τον καιρό μας Καθαριστήριο Ψιντρίδη, παλαιότερα ορφανοτροφείο, ο ναός με ένα δυο σκάμνους σαρακοφαγωμένους, απέναντι ένας ιερομόναχος, οι μελετητές ξέρουν καλύτερα. Απ’ εκεί περνούσαμε για  να πάμε οδός Ερμού, γκαζόζες Ουράνιου ένα εργοστάσιο,  μεταλλουργεία και χυτήρια στο δρόμο, δεξιά τουρκομαχαλλάς, μια παλιά αποθήκη οινοπνευματωδών, με τελωνείο ή τελώνες, σπιτάκια, με μπαλκόνια άλλα, και κάτι καμάρες, εκεί και το εικόνισμα που λέγαμε, και παρακάτω μπαίναμε στο βασίλειο της Οδού Ερμού, με τα μπακάλικα, το κουφετάδικο, τις ταβέρνες, ως το σταυροδρόμι με το αξέχαστο παντοπωλείο πιο πάνω, του Χριστοδουλόπαις, του Πλατάνη, την οδό Χρυσοχών, άλλη φορά αυτά.
Ανάμεσα στα δυο δημοτικά σχολεία αγίου Κασσιανού, το Παρθεναγωγείο και το Αρρεναγωγείο, ήταν το εκκλησάκι του αγίου Γεωργίου, περβόλι ήταν εκεί προηγουμένως, το εκκλησάκι δεχόταν την προσευχή μας, εκεί στα Δημοτικά μεταφέρθηκαν παραρτήματα του Παγκυπρίου, πριν από τις εξετάσεις και τα διαγωνίσματα, άι Γιώργη βόηθα. Τον Ιερόθεο, ιερέα που διέμενε στην αρχιεπισκοπή θυμάμαι, τον Άδωνη ψάλτη, (Αδώνιδος συζύγου και τέκνων, μνημόνευε ο παπάς) και τον Ανδρέα.
Η εικόνα του βρίσκεται σήμερα στην ιερά μονή Μαχαιρά, πέρσι μας έστειλε αντίγραφο ο ηγούμενος στον άγιο Κασσιανό, να τον γιορτάζουμε του άι Γιώργη του Σπόρου, καλά να είναι κι αυτός κι ο επίσκοπος που μερίμνησε. Ένας πυροσβέστης, γείτονας εδώ, ήμουν εκεί την ημέρα που τον έκαψαν, τι είχε γίνει δηλαδή, οι ειρηνευτές ειδοποίησαν πως οι Τούρκοι θα κάψουν την εκκλησιά, κι άρχισαν όσοι ήταν εκεί να μεταφέρουν εικόνες, ο Σταυράκης της Νιόβης ως σήμερα νιώθει το βάρος και τα δάκρυα της εικόνας του, έζησε μοναδικές στιγμές, ο πυροσβέστης λοιπόν στεκόταν εκεί στο κάγκελο, πού είναι οι Τούρκοι ρε παιδιά, κι ένας πίσω του, εδώ μάστρε!
Ο άγιος Γεώργιος ξανάζησε δόξες τότε που οι γυναίκες αγωνίζονταν, έκαμαν γιούργια στο ναό, συνελήφθησαν πολλές, κι ο μητροπολίτης Κιτίου Χρυσόστομος κι ο Αρσινόης Γεώργιος, μετέπειτα Πάφου, 1989.
Η Χρυσαλινιώτισσα είναι η αρχαιότερη της περιοχής, από τον καιρό των Παλαιολόγων, της έγιναν πολλές αλλαγές, δεν ξέρω να της έμεινε και τίποτε από το παλιό χτίσμα, οι ανάγκες της γειτονιάς και του εκκλησιάσματος της έδωσαν άλλες διαστάσεις, μπαίνεις μέσα και νιώθεις τον πλούτο. Εκεί κάναμε κατηχητικό στο δημοτικό,  όταν ιερέας ήταν ο Παπάνδρεας Στεφανίδης, συγκρίναμε πάντα τους επιταφίους, τις νύχτες που κλέβαμε λουλούδια για να τους στολίσουμε, προσκυνούσαμε κάθε Καθαρά Δευτέρα σίγουρα, τότε που δεν είχε συνήθειο ο κόσμος να περιδιαβάζει τους επιταφίους, αλλά ζητούσε δύναμη από εφτά εκκλησιές για ν’ αρχίσει το καλό στάδιο.  Η Χρυσαλινιώτισσα γειτόνευε με τον παλιό Ολυμπιακό, εκεί τον καιρό της ΕΟΚΑ συγκεντρωνόμασταν για χορωδίες, για εθνικά μνημόσυνα, μαθήματα και «εθνική διαπαιδαγώγηση» , στο στρατό μπήκε στη ζωή μας ο όρος.

Για τη γειτονιά μας, οι εκκλησιές ήταν το κέντρο της ζωής μας, εκεί μάθαμε να διαβάζουμε, να απαγγέλλουμε, να ακούμε βυζαντινή μουσική, να ψάλλουμε, να μελετούμε τις εικόνες, να προσευχόμαστε, να συμπεριφερόμαστε, να σεβόμαστε, να παίρνουμε την ανάλογη στάση, δεν κρατάς ένα εξαπτέρυγο όπως μια σκούπα, εκεί το παιχνίδι, το κουτσομπολιό, τα πρώτα χτυποκάρδια, οι κορούδες της εποχής, η τάξη, η λειτουργία, το χάος του κενού χρόνου, η εκκλησιά ως τόπος και χρόνος, γιορτές, τρόπος ζωής, διδασκαλείον το μέγα.    

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Τα μπακάλικα της γειτονιάς μου

Τα μπακάλικα της γειτονιάς μου
Στέλιος Παπαντωνίου

Γύρω στο 1953 στη γειτονιά μας, στον άγιο Κασσιανό, είχαμε μπακάλικα με όλων των ειδών τα χρειαζούμενα, από φρέσκα λαχανικά ως κρασιά, κονιάκ λεγόμενα, σάκκους με ζάχαρη, λουβιά και φασόλια, με τις μυρουδιές και τα χρώματά τους, στις κοφίνες τα φρέσκα λαχανικά μπροστά μπροστά και μέσα στο κατάστημα, στους τοίχους,  οι πατοί με τα κουτιά, τα Τάιτ για πλύσιμο ρούχων, τα κουτοτσάρτελλα, τα πόλιπιφ, και σε μικρές κάσες ξύλινες οι ρέγγες και σε μεγάλες στρογγύλες οι σαρδέλες .
Ήταν εποχή που χωρίστηκαν για καλά οι Έλληνες της Κύπρου σε δεξιούς και αριστερούς, με τα δικά της η κάθε παράταξη μπακάλικα, και με σύνθημα ακόμα, αγοράζετε  μόνο από τους δικούς μας. Αυτά τότε, μικροί εμείς, δεν τα ξέραμε ούτε τα καταλαβαίναμε, διαισθανόμασταν  όμως πως κάτι τέτοιο συμβαίνει, γιατί είχαμε από την εκκλησία του αγίου Κασσιανού λίγο πιο πάνω, δίπλα στο καφενείο Τα Ελευθέρια, το μπακάλικο του Κυριάκου, αριστερός. Κρεμασμένες έξω εφημερίδες της εποχής, Νέος Δημοκράτης, Αυγή ή κάτι παρόμοιο, με κομμένο ένα δάχτυλο, ευγενέστατος και καλότατος, καμιά σχέση με κομματικά στα φανερά. Εκεί με έστελλε ο παππούς για να γεμίσει την οντζιαρού του με άσπρο κονιάκ μονάστερο, καθόταν στην πορτούλα της οδού Αυτοκρατείρας Θεοδώρας, μπροστά του άλλη καρέκλα,  με το πιάτο, αγγούρι, ντομάτα, χαλλούμι, ελιές, κι εμείς παίζαμε στο δρόμο, μετέχοντας  τακτικά στην πανδαισία, ελάτε μωρά!  
Του Κυριάκου το μπακάλικο ήταν το πρώτο στη σειρά, ύστερα, απέναντι από το καφενείο δεξιά ήταν του Πλουτή, μόνο αποικιακά λεγόμενα είχε, αλλά με πραγματική ξύλινη επίπλωση, τα φασόλια και τα λουβιά σε μεγάλες θήκες σαν κάσες, με σκέπασμα από γυαλί, εκεί καθόταν ως επί το πλείστον ο Αρτέμης, ένας ήρεμος άνθρωπος, με τα γυαλάκια του,  ο Πλουτής είχε δικό του κρεοπωλείο στο παντοπωλείο της οδού Ερμού, ψηλός, χοντρός, φαλακρός, πολύ έμοιαζε στην κατατομή με τον Αρίφι, ένα, τούρκο χασάπη, αυτός πιο κοντός  που καθόταν στο τείχος, περνούσε καθημερινά αυτοκρατείρας Θεοδώρας, είχε  μια όμορφη κόρη, ξανθομαλλούσα και τουρκού, ο Μωχαμέτης του ξέρει!
Εκεί λοιπόν στου Πλουτή, καθόταν πολλές φορές κι ο μουχτάρης ο επονομαζόμενος Αλουπός, δίπλα το σπίτι του, μάλλον για να περνούν την ώρα το είχαν, και παρέκει το μπακάλικο του Βάσου, στη γωνία, στο  δρόμο που οδηγούσε για τα σπίτια του Ασκώτη, του Ζαρίφη, για τα τούρκικα λυσέ και την αγια Σοφιά. Ο Βάσος, κοντός, φαλακρός, με τον πατέρα του βρακά, τη μάνα του κοντούλα λιγνή μια μαύρη μαντίλα στο κεφάλι, κατάμαυρα ντυμένη, όταν ήρθε στη Λευκωσία ο φίλος μου ο μακαριστός Γιώργος Δράκος, τρίτη τάξη Γυμνασίου, από το Όμοδος, εκεί πήγε να δουλέψει, εκεί έμαθε ποδήλατο, από τότε φίλοι ως το θάνατο.
Απέναντι από τον καφενέ, αριστερά, το μπακάλικο του Αριστοτέλη, ύστερα το πήρε ο Χαμπής. Ο Αριστοτέλης, λεπτότατος, φαλακρός, άφησε γιο απέναντι από το παντοπωλείο του αγίου Αντωνίου, σαν μπούμε στο κατάστημα πρώτα μακαρίζουμε τον Αριστοτέλη κι ύστερα ζητούμε ν’ αγοράσουμε, κάτι σαν την ομηρική φιλοξενία.
Δίπλα στο μπακάλικο του Αριστοτέλη ο Γιώργης, μικρασιάτης, μοναδικός κατασκευαστής παστουρμά, δυστυχώς πήρε μαζί του την τέχνη, γιατί ό, τι σήμερα ονομάζουν παστουρμά ούτε χείριστο αντίγραφό  του δεν είναι, αλλά συμβαίνει κι εδώ, ό, τι με πολλά στη ζωή μας: αφού δεν έφαγαν παστουρμά του Γιώργη, πού να ξέρουν οι πτωχοί τι είναι το προϊόν.!
Ανέβασα στο φέιζπουκ στην ομάδα ΑΪΚΑΣΣΙΑΝΙΤΕΣ τις φωτογραφίες, πώς είναι σήμερα τα καταστήματα αυτά.

Ελπίζω να καταλαβαίνετε τι εννοεί όποιος έζησε στη γειτονιά μας. Δεν μας κατάστρεψαν μόνο τα σπίτια και τα μαγαζιά, όλη την παιδική μας ηλικία, όλο τον παράδεισό μας σώριασαν στο έδαφος, ευτυχώς που δεν είναι όμως έτσι η ψυχή μας. Ο παράδεισός μας είναι εκεί ανθηρός, κι επιστρέφουμε σ’ αυτόν, έστω κι αν γι’ άλλους τα πράματα είναι  ακαταλαβίστικα και νομίζουν πως πουλιούνται κι αγοράζονται σαν κτηματικές περιουσίες.

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Καλό υπόλοιπο

Καλό υπόλοιπο
Είχαμε ένα καλημέρα, καλησπέρα, καληνύχτα και προπάντων το χαίρετε, περνούσαμε, ξέραμε πότε να τα πούμε, ώσπου ήρθε η καλαμαριά, καλό απόγεμα, καλό βραδάκι, καλό χειμώνα, και τελευταία τα απίθανα, καλή συνέχεια, καλό υπόλοιπο. Κάτι πρωινάδικα με κουκλίστικα γλαστράκια εφευρίσκουν ακόμα και χαιρετισμούς, κι έτσι πάσχουμε εμείς από τους εδώ μαϊμουδίζοντες.
Φεύγω από  υπεραγορά, καλή συνέχεια, μου λέει, όχι ευχαριστώ, λέω, δε θέλω άλλα ψωνίσματα. Φτάνει.
Πληρώνεις σε άλλη, καλό υπόλοιπο, μα ποιος το εφεύρε τούτο το κουφό, λέω, κι όλοι στη σειρά με βλέπουν παραξενεμένοι, από πού κατέβηκε ο γέροντας;

Χαίρετε.  Φτάνει.

Ο φούρνος του Πιτζιολή

Ο φούρνος του Πιτζιολή
Ο φούρνος του Πιτζιολή βρισκόταν στην οδό Μίνωος κοντά στο σπίτι του Σαββή του Σιδερά που ήταν δίπλα από το καφενείο Τα Ελευθέρια, απέναντι από το σπίτι του Ρούσου και πιο κάτω του οδοντογιατρού Σιεφκέτ, που προτιμούσαν πολλοί μολονότι Τούρκος.
Τον πατέρα Πιτζιολή δεν θυμάμαι καλά, θυμόμαστε όμως όλοι το Σταύρο και το Μάκη.
Ο Σταύρος, ο μεγαλύτερος αδελφός, νυμφευμένος με τη Γαβριέλλα, λεπτός, ψηλός, έμενε πάνω από το φούρνο. Ο Μάκης, ο νεότερος, πάντα κυκλοφορούσε με αυτοκίνητο βαν, ένα βολκσβάγκεν άσπρο ήταν την εποχή μας, κουβαλούσε ψωμιά.
Ο Σταύρος συνήθιζε να κάθεται στο καφενείο Τα Ελευθέρια, πάντα μόνος, στον πάγκο, να πίνει τον καφέ του και να μυρίζεται τον καπνό του. Ένα μικρό στρογγυλό κουτάκι καπνό πάντα μπροστά του και να φιλοσοφεί.
Η είσοδος του φούρνου απέριττη, στο διάδρομο σακκιά με αλεύρι, με τη χαρακτηριστική μυρουδιά του σακκιού που θα γινόταν με τα χρόνια κανναβίτσα για σφουγγάρισμα, μόλις έμπαινες στο φούρνο, κατεβαίνοντας δυο τρία σκαλιά, ο πάγκος με το ταμείο, πίσω δυο μεγάλο φούρνοι που θερμαίνονταν με πύραυνο, αριστερά τα εργαστήρια. Με τηνπροϋπόθεση πως θυμάμαι καλά.
Ο φούρνος άρχιζε δουλειά από τις τρεις η ώρα, για να έχει έτοιμα τα στρογγυλά ζεματιστά ροδοκόκκινα μυρωδάτα ψωμιά του έτοιμα μόλις ξυπνούσε η γειτονιά. Στο φούρνο παίρναμε και τα ψητά μας της Κυριακή, μια συνήθεια που εξέλιπε εδώ και χρόνια, όμως είναι ομολογημένο πως «σαν το ψητό του φούρνου δεν έχει». Μυρωδάτες πατάτες, εύγευστο κρέας, καλοψημένα στην εντέλεια. Το ίδιο συνέβαινε την περίοδο των γιορτών των Χριστουγέννων με τα κουλούρια που έψηναν οι νοικοκυρές, τα μπισκότα, και το Πάσχα με τις φλαούνες. ΄Ολα στον φούρνο του Πιτζιολή, των ευγενέστατων και καλοκάγαθων ανθρώπων μιας εποχής που πέρασε και δεν θα ξανάρθει.

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

ΦΩΤΗΣ ΚΑΟΥΡΑΣ ΚΑΙ ΤΑΣΟΥΛΑ
Ο Φώτης Κάουρας ήταν γιος του Γιώρκου Κάουρα, αδελφού του Μιχαλή. Ο Κάουρας  διαχειριζόταν το καφενείο Ελευθέρια, ή του Κάουρα, όπως ήταν γνωστό, τώρα κοντά στο φυλάκιο της οδού αγίου Κασσιανού. Το καφενείο τα Ελευθέρια ήταν το κέντρο της περιοχής, από τον καιρό που το θυμόμαστε ως το 1974. Εκεί κοντά ήταν και τα μπακάλικα, του Κυριάκου, του Πλουτή, του Βάσου, του Αριστοτέλη και ύστερα του Χαμπή. Γύρω στο 1955 ήταν γεμάτο από τους εργαζόμενους που εκεί κοινωνικοποιούνταν. Εκεί θυμόμαστε και τον Παπα Κωνσταντίνο να κάθεται απέξω τα πρωινά να διαβάζει την εφημερίδα του. Ένα μεγάλο μπιλιάρδο στο κέντρο ήταν το γνώρισμά του με τραπέζια μέσα το χειμώνα και έξω τα καλοκαίρια.
Μεγάλη άνθιση είχε κατά την περίοδο 1964 και εξής, όταν στάθμευαν εκεί στρατεύματα των Οηέδων. Τότε το διαχειριζόταν η θεία Μαρούλλα και ο Ανδρέας Χρίστου. Εκτός από καφέδες και αναψυκτικά ετοιμάζονταν μεζέδες και οι οηέδες έπιναν μπουκάλες το ουίσκι κατακαλόκαιρα.
Ο Φώτης Κάουρας πήρε την Τασούλα Πελετιέ από την Κυθρέα. Η Τασούλα τη δεκαετία του 1950 ήταν μαθήτρια και έμενε στο σπίτι της μακαριστής Μαρίας Παπαδοπούλου,  συζύγου του ανθυπαστυνόμου Αντώνη Παπαδόπουλου. Η Τασούλα ήταν το καλογέλαστο πλάσμα, όμορφη και νοικοκυρεμένη. Στο ίδιο σπίτι έμενε επίσης για ένα μικρό διάστημα η Τίτσα, αδελφή του Πέτρου Στυλιανού, επίσης από την Κυθρέα. Οι γονείς είχαν εμπιστοσύνη στην μακαριστή Μαρία γιατί ήταν πρώην δασκάλα και αυστηρή στα ήθη, γι’ αυτό με ευχαρίστηση νοίκιαζαν δωμάτιο στο σπίτι της για να μένουν οι κόρες τους.

Αξίζει εδώ να αναφέρουμε πως το υλικό, φωτογραφίες, τις πήραμε από το βιβλίο της Ανθής Πέτσα Σαββίδου Κυθρέα, Η της Χρυσίδος Περιήγησις, Οδοιπορικό, ένα βιβλίο που αποκαλύπτει πολλούς δεσμούς Κυθρέας Αγίου Κασσιανού.

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Σάββας Σαββίδης, ιατρός

ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ Μας Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΣΑΒΒΑΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ
Στέλιου Παπαντωνίου

Ο γιατρός μας, Σάββας Σαββίδης, από το Δίκωμο, καθόταν απέναντι από την εκκλησία αγίου Κασσιανού, στην αρχή της Αυτοκρατείρας Θεοδώρας, λίγα βήματα από το σπίτι μας. Ήταν ένα μεγάλο στήριγμα από ιατρικής άποψης για μας, αφού είχαμε γιατρό δίπλα μας και μάλιστα ένα ευγενέστατο κύριο, καλόν και αγαθόν. Πρέπει να ήταν δείγμα ευγενείας, καλοσύνης, αρχοντιάς,  που ποτέ δεν έδειξε περηφάνια για τίποτε, ταπεινός και κόσμιος στο έπακρο. Ήταν πρόεδρος της εκκλησιαστικής επιτροπής για χρόνια πολλά και τον θυμόμαστε πάντα ή με το δίσκο στο χέρι, τότε που γύριζαν δίσκους στην εκκλησιά, ή να υποδέχεται τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο κι ύστερα σε δίσκο να του προσφέρει κερί, κι ο αρχιεπίσκοπος να βγάζει μια λίρα, να τη βάζει στο δίσκο, έθιμο που έπαψε από καιρό να υπάρχει, με την ισοπέδωση και την απλοποίηση πολλών παλαιών και καλών, έστω και εκτός επίσημου τυπικού.
Χαρακτηριστικό πάντα ήταν το ανέβασμά του στο ποδήλατο, γιατί με αυτό το μέσο κυκλοφορούσε από Λευκωσίας έως Δικώμου και Κυθρέας. Κάτι παρόμοιο με άλογο. Ανέβαινε σε καλντερίμι, πατούσε σε προεξοχή που είχε το ποδήλατο στο σκελετό, κοντά στον πίσω τροχό, με το ένα πόδι στην προεξοχή, ανέβαινε με το άλλο και καθόταν στη σέλλα. Ήταν ένα από τα θεάματα της παιδικής μας ηλικίας.
Πολλοί ασθενείς από χωριά έρχονταν στο ιατρείο του που ήταν μέσα στο ίδιο το σπίτι του, με τη χαρακτηριστική μυρουδιά των φαρμάκων. Ξακουστός ήταν για τις λάμπες, τι ήταν αυτές ή τι φανταζόμασταν εμείς, ήταν όμως το γιατρικό για τους πόνους στις αρθρώσεις, που με τις πρώτες ψύχρες καταλάμβαναν τους σκληροδουλευτές της γης μας. Δίκωμο, Κυθρέα, Βουνό και άλλα χωριά δεν ήξεραν άλλο γιατρό, παρόλο που είχε έρθει στη γειτονιά και ο Δημητράκης Πρωτοπαπάς. Για τις τζιεγκιές (τους πόνους) ειδικός ήταν ο Σαββίδης.
Ένα αξέχαστο για μένα επεισόδιο, είχαμε ένα μπακαλικάκι στο σπίτι, ήμουν εγώ στο μαγαζί, έρχεται ο γιατρός, έχετε ματζιεδονίσι, μου λέει, όχι λέω, μη ξέροντας τι ήταν τούτο. Ο γιατρός έμεινε εκεί κι έβλεπε το μαϊντανό, δεν μου είπε όμως τίποτε. Έφυγε. Έρχεται η μάνα  μου , λέω ήρθε ο γιατρός και ζητούσε ματζιεδονίσι, τι είναι; Ο μαϊντανός μου λέει. Και δεν του’ δωσες; Αφού δεν ήξερα!
Η Αναστασία ήταν η αρχόντισσα κι η δυναμική της γειτονιάς. Όταν κάποτε αποφασίστηκε από την αρχιεπισκοπή να παραλάβουν από τον άγιο Κασσιανό όλες τις αρχαίες εικόνες, ένα πραγματικό θησαυροφυλάκιο ήταν η εκκλησιά μας, η Αναστασία πρωτοστατούσε στη διαφύλαξή τους, καλούσε σε συναγερμό με την καμπάνα τις γειτόνισσες, που κατέβαιναν αμέσως προστάτιδες των εικόνων. Για την ακρίβεια, τις περισσότερες είχε φέρει στην εκκλησία ο πατέρας της Ευγένιος, που είχε φίλους μωαμεθανούς. Αυτοί του είπαν πως εικόνες μας από την αγία Σοφία και άλλες εκεί εκκλησιές, χρησιμοποιούνταν σε οικοδομές ή ως γιοφύρια για να μπαίνουν στα σπίτια τους, ποταμάκια έξω από τις πόρτες. Μια νύχτα, δυο αμάξια σερμένα από βόδια πήγαν στον τουρκομαχαλλά, γέμισαν εικόνες, το ένα αμάξι πήγε στη Χρυσαλινιώτισσα και τα άλλο στον άγιο Κασσιανό. Μάλιστα μια εικόνα την είχε στο σπίτι η Αναστασία, ύστερα τη δώρισε στην εκκλησιά μας, είχε και τα κλειδιά της εκκλησιάς, κοιμόταν κοντά στο παράθυρο που αντίκρυζε το παράθυρο της εκκλησιάς από όπου, μόλις ένιωθε πως έσβηνε η καντήλα της Παναγιάς Ποϋριστιτζιής έστελλε τη δούλα της και την άναβε. Η Αναστασία λοιπόν έσωσε τις εικόνες, η εκκλησία όμως και η ενορία τιμωρήθηκαν με κλείσιμο και με αργία ο ιερέας για κανένα δυο μήνες.
Ήταν η γυναίκα που είχε την εκκλησία υπό την προστασία της και την περιουσία της εκκλησίας την υπερασπιζόταν σαν δική της.
Ήταν μορφωμένη, με τα γαλλικά της, λέγανε, η ευγένεια όμως κι η αριστοκρατική μορφή της ήταν ολοφάνερες.
Παιδιά της ήταν ο Γιώργος ή Κόκος, διοικητής Λάρνακας, ο Γιάννης, γιατρός στην Αθήνα, με τη γυναίκα του Ματίνα, πάντα τους επισκεφτόμουν στα χρόνια των σπουδών μου, και θυμάμαι συνεχώς τα λόγια του γιατί ήξερε καλά και τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο και το Γρίβα, ο Γιάννης καθόταν κοντά στο καλλιμάρμαρο στάδιο. Άλλος γιος ο Λούης, είχε άλογο στο στάβλο, δίπλα από το σπίτι,  χρόνια στην Αγγλία με την Ευγενία, γυναίκα του. Ο Λεωνίδας, τελευταία πέθανε στο Στρόβολο. Ο γιατρός Κρίσκης είχε ιατρείο πάροδο Λήδρας, και η Ζωούλλα σύζυγος Νίκου Σέρβου. Παιδιά τους η Τασούλα κι ο Κόκος.
Το σπίτι της Ζωούλας ενοικιάστηκε κάποτε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο που το χρησιμοποίησε για ένα δυο χρόνια ως οικοτροφείο. Ο Νίκος Σέρβος, χημικός, με ένα τεράστιο Σιτρουέν μπλε, είχε χημείο κοντά στη Φανερωμένη, πάροδος Ονασαγόρου, κατά την περίοδο της ΕΟΚΑ ήταν ο κατασκευαστής βομβών και άλλων ίσως όπλων, τη νύχτα που θα παραδινόταν ο οπλισμός της ΕΟΚΑ, κατά διαταγή του αρχηγού μάλλον, για να δείξει πως είχαμε οπλισμό και πολεμοφόδια, ακουγόταν από το σπίτι του ολονυχτίς στο σπιτικό εργαστήριό του να ρινίζουν, να χτυπούν σωλήνες, όπως θυμάμαι τα λέω, υπολογίζοντας από τα όσα αργότερα μάθαμε, κανένας δεν ήξερε το ρόλο κανενός τότε.
Στο σπίτι του γιατρού βλέπαμε τακτικά και τη μητέρα του Νίκου Σέρβου, Παρασκευού, μια μοναδικά χοντρή φυσιογνωμία, αγαπητότατη με τα αστεία της, και την καλή καρδιά της, και το Γιώργο Σέρβο, με τόπια τα υφάσματα στον ώμο, πλανόδιος πωλητής υφασμάτων.

Παλιές αξέχαστες μορφές, που αναδύονται από τη μνήμη και με καλούν να γράψω γι’ αυτές, να μακαρίζουμε τους νεκρούς, να θυμόμαστε τους ζωντανούς, με όλη την αγάπη μας.

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2016

Οργισμένα

Στέλιος Παπαντωνίου
ΟΡΓΙΣΜΕΝΑ

Περνώντας κάτω από το φυλάκιο των δασοφυλάκων κοντά στην Ευρύχου, στο ύψωμα,  (πρέπει να ελέγχεται από κει όλη η περιοχή)  ένιωθα τη σιγουριά πως καλά γίνεται η δουλειά στην Κύπρο, σε σύγκριση με την Ελλάδα, που καιγόταν κάθε χρόνο και σταματημό δεν είχε. Ύστερα ήταν οι ζώνες πυροπροστασίας, το καθάρισμα από τα χόρτα από κοινότητες και δήμους. Νοικοκύρηδες φαινόμασταν. Μέχρι που! Μέχρι τότε που!
Λίγο το δερματάκι μας να ξύσουμε και αποκαλύπτονται οι αδυναμίες μας: του κράτους, των υπηρεσιών, των πολιτών, όλων μας. Μαθήματα ούτε δίνονται ούτε λαμβάνονται. Πολύ απαισιόδοξο για ένα δάσκαλο που μηδενίζει τον εαυτό και τη δουλειά του.
 Ύστερα από τόσα που πάθαμε, από πραξικοπηματίες, εισβολείς, σύνοικους, συμπατριώτες, ποζάτους τραπεζίτες, αγνοούντες Προέδρους, αχάπαρους υπουργούς, αρχηγούς και υπαρχηγούς, δυνάμεων πολλών και διαφόρων, ύστερα από όσα καθημερινά βλέπουμε κι ακούμε, ας το πάρουμε απόφαση: όσοι προσπάθησαν να μας αποδείξουν πως ανήκουμε στην τάξη των χειροτέρων, το πέτυχαν. Ποια σχέδια κρύβονται πίσω από όλα αυτά;  Καταντήσαμε να υποψιαζόμαστε κάθε κίνηση καταστροφική για μας, πως είναι προσχεδιασμένη.
Δυστυχώς όμως. Προς το παρόν, επιφανειακά αποδεικνύονται να ήταν και είναι όλα όσα και όσοι μας περιβάλλουν. Μηδενός εξαιρουμένου. Τα θεμέλιά μας δεν ήταν στα βουνά αλλά στους κεκονιαμένους τάφους. Είναι στιγμές απαίσιες και απαισιόδοξες.
Υπομονή. Έχουμε να υποστούμε και χειρότερα.  Το κείμενο δεν είναι ανάγκη να αρέσει.



Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Του μεγάλου καμού

Του μεγάλου καμού
Στέλιος Παπαντωνίου
Μι ασπίθα τα τριάππηδκια
Τζια το λιγκρίν εφάκκαν
Ποτζιεί ποδά επετάσσετουν
Που τους βραμούς, τες δόμες
Αππήαν σάλτα είκοσι
Τζιαι τριανταδκυο πευκούθκια
Μαύρους καπνούς εφκάλλασιν
Εξηνταδκυό ρουθούνια.
Εσυναχτήκαν γύρου της
Τζι αζίνες επετάσσαν
Ουλλες οι αδερφάες της
Τριχόγλαστες φοράες
Τζι εσιησιηνίζαν δυνατά
Ποζαύλιν γύρω το χωρκόν
Του ρετσινιού του πεύκου
Δάρκα σιωνόνουνταν χαμαί.
Εφούντωνεν η φάουσα
Τζι΄αννοιεν τες αγκάλες:
«Κάψετε δα κάψετε τζιει
Κλωνίν να μεν σας μείνει
Με φυλλαράτζιν πράσινον
Ουδέ πουλλίν πετάμενον
Στρουθίν ουδέ σγαρτίλιν.»
Τζι ακούστηκεν μια μουγκαρκά
Που μέσα που τα κάτσαρα:
«Μάνα, καύκουνται τα δεντρά
Καύκεται τζι η καρκιά μου.
Καύκουνται νιοι με παίδενους
Σεντούτζια τα προιτζιά μου.»

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Θρήνος

Στέλιος Παπαντωνίου
ΘΡΗΝΟΣ

Θρηνούν τα πεύκα,
Η λατζιά,
Ο μυριστικός ποταμοείτονας
Τα δέντρα που χτενίζονταν
Στο νερό του καθρέφτη
Τις πέντε πέτρες που ΄παιζαν οι όχθες
Στον αναπαυόμενο ίσκιο.

Πέπλα πένθιμα
Ως τη θάλασσα του Ξερού.

Ο τριγμός των οδόντων
Στον Πυριφλεγέθοντα  
Με την κάθοδο των πυρίνων γλωσσών.


Και τι εισηγείσαι;

Και τι εισηγείσαι;
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Και τι εισηγείσαι; Ακούω το ερώτημα πριν περιγράψω τα ελεεινά. Αρχίζοντας από εκείνο το «με πολιτική ισότητα, όπως διαλαμβάνουν τα ψηφίσματα των Hνωμένων Eθνών» που όταν λέγεται, από όσους λέγεται, νομίζει κανείς πως πρόκειται για τη μεγαλύτερη διπλωματική μας νίκη, η ουρά όμως που κρύβεται είναι τόσο μεγάλη που μας έχει γίνει θηλιά στο λαιμό και πνίγει και πνίγει.
Οι συνομιλίες διεξάγονται με πολιτική ισότητα; (ερώτημα) Λύσαμε το πρόβλημα με το: «δύο ηγέτες», εξισώσαμε το νόμιμο με το παράνομο, την πλειοψηφία με τη μειοψηφία, και παραβλέπουμε τις χιλιάδες τούρκους στρατιώτες, που «δεν μπορούν να φύγουν εν μια νυκτί, μη θεωρηθούν πως τρέπονται σε άτακτη υποχώρηση» (Υπουργός Εξωτερικών Κυπριακής Δημοκρατίας έφα), τις χιλιάδες των εποίκων καταβροχθίσαμε και χωνέψαμε, ούτε λόγος, απαγορεύει τη συζήτηση ο σύνοικος ηγέτης, «δε θα τους στείλει, λέει με πλοίο πίσω, δεν έχει γραμμή», κι εμείς δε λέμε «δεν υπάρχει οδός» σε τέτοιες συνομιλίες πολιτικής, στρατιωτικής και άλλης βίαιης ανισότητας! Άλλαξαν όλα τα τοπωνύμια και ο εκπρόσωπός μας -βραβευμένος μάλιστα για τη συμβολή του-πού;-  τα δέχτηκε, και τα εισάγει, κατέστρεψαν όλες σχεδόν τις εκκλησιές και νεκροταφεία μας, με απαγόρευση τέλεσης θρησκευτικών τελετών, (κάμετε αίτηση και θα δούμε) θάβουμε ακόμα κακοποιημένους αγνοούμενους, οι εγκλωβισμένοι  τυραγνισμένοι, και των παθών η πλημμύρα και ο θόρυβος δεν έχουν τέλος.
Προηγουμένως ήταν το νερό, (να το μοιραστούν ειρηνικά οι σύνοικοι), δε φτάνει η πίκρα είναι κι η ειρωνεία για την επέμβαση στη γη μας, η πρόβλεψη των σχεδιασμένων καταστροφών στη δική μας οικονομία και στην ίδια την ύπαρξή μας, ύστερα ήλθε και ο διαμοιρασμός των αερίων (δεν τον είδαμε και Γιάννη τον βγάλαμε) ο πλούτος του νησιού θα διαμοιραστεί «δίκαια», τρέχα να καταλάβεις τι είναι το δίκαιο, αφού ήδη η Τουρκία το έχει δέσει μαντήλι πως θα της πληρώσουμε την εισβολή, την κατοχή, τις καταστροφές, τα στρατεύματα εισβολής, όσα εκείνη θεωρεί ως κόστος λύσης, δηλαδή κατάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας,  όλα μετριούνται, κι όταν πεις: «μα ξεπουλούμε την πατρίδα! Αυτό κάνουμε. Μας ρωτάτε πόσες αποζημιώσεις θα δώσουμε στους πρόσφυγες για να μην επιστρέψουν!» η ερώτησή τους είναι: Και τι εισηγείσαι; Να πείτε τα πράγματα με το όνομά τους: «Κόστος της λύσης σημαίνει ξεπούλημα πατρίδας.»
Κι ήρθε και το τελευταίο: ήδη η Τουρκία τα πάντα κατευθύνει διά σιδηράς χειρός στην Κατεχόμενη Κύπρο. Και τώρα, τη νεολαία και όσα έχουν σχέση με αυτήν. Με δικό της γραφείο, με δικό της προσωπικό. Όλη η περιουσία ανήκει στην Τουρκία, όλοι οι σχετιζόμενοι με αθλητισμό και νεολαία, θα είναι τούρκοι υπάλληλοι,  το ψήφισε κι η ψευδοβουλή, έστω κι αν έξω διαμαρτύρονταν όσοι τουρκοκύπριοι απέμειναν που βλέπουν ολοφάνερη τη δική τους πρώτα πρώτα εξαφάνιση από το χάρτη.
Με όλα λοιπόν αυτά, η νεοεκλεγείσα Βουλή για να αρχίσει το σοβαρό έργο της, πρέπει να θέσει θέμα συνομιλιών και να συζητήσει το κυπριακό ως πρωτεύον. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να καταδείξει το αλυσιτελές των συνομιλιών, όταν ο λεγόμενος συνομιλητής  δεν κάνει τίποτε άλλο από το να πολλαπλασιάζει τα τετελεσμένα. Να καταφανεί στους ενταύθα οηέδες πως ένα μικρό κράτος μέλος των υφίσταται βάρβαρη επίθεση διαρκείας σαράντα δύο χρόνων με επαυξανόμενα γεωμετρικώς τα εγκλήματα εις βάρος του. Πολύ ανθρώπινα πράγματα εισηγούμαστε: την απελευθέρωση από τα τουρκικά στρατεύματα και σεβασμό της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Όσοι πουν: Μα αυτά δεν είναι πραγματοποιήσιμα! Κακό του κεφαλιού τους. Και χωρίς αντίπαλο είναι ηττημένοι. 


Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Ο κύριος Θανάσης

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΘΑΝΑΣΗΣ

Ζηλεύγω σου Ανθή που συλλαβίζεις
σταγόνες τη συγκίνηση.

Διάσωσον από κινδύνου
από του αδηφάγου χρόνου.

Ο κυρ Θανάσης με την πολεμική στολή του
Διαπερνά τ’ αεροπλάνο του το σκότος.
Στην τσέπη φτερουγίζει το ευαγγέλιο

η ελληνική σημαία
Και μια λίμα
Να ρινίζει τη σκλαβιά.

Ποτίζει τες συνόκαιρες ελιές, τες οξινιές του,
Με το σταυρό, τη γαλανόλευκη,
Με το καρτερικό φως,
τη διψασμένη ανθρωπιά μας.


Στέλιος Παπαντωνίου

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

Πεντηκοστή

Στέλιος Παπαντωνίου
Πεντηκοστή

Συλλαμβάνεις διαλαμβάνεις επαναλαμβάνεις
«Θου Κύριε φυλακήν. Κύριε ελέησον.»

Η αμαρτωλός το μύρον
Κι εμείς στη δυσωδία των κακών.

Κάτελθε ακόμα στην ιλύ
Στην αδυσώπητη αλήθεια.

Εκύκλωσάν με οι εχθροί
Κωκυτός και Πυριφλεγέθων.

Κύριε, Κύριε
Κατάπεμψον το Πνεύμα το Άγιον.


Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Ψυχοσάββατο

Στέλιος Παπαντωνίου
Ψυχοσάββατο
Μνημονεύουμε σήμερα τους νεκρούς μας
Γνωστούς κι άγνωστους
Φίλους κι οχτρούς σε τούτη τη ζωή
Με τα μαρτύρια και τις μαρτυρίες της αγάπης μας
Συγχωρεμένοι για κάθε τι που έκαμαν σ’ αυτή τη γη
Γιατί εμείς δεν είμαστε οι αναμάρτητοι.
Ένα πιάτο κόλλυβα
Ένα ψωμάκι
Ένα κερί
Και στον τάφο τους λουλούδια
Σήμερα που μνημονεύουμε
Το μικρό αδελφό
Τη μάνα τον πατέρα
Τους παππούδες και γιαγιάδες
Με τα λευκά τους κατεβαίνουν
Μας περιτριγυρίζουν
Ευωδιάζει ο τόπος
Χαίρονται που τους ξαναβλέπουμε
Που μας ξαναβλέπουν
Οι μελωδίες ακούονται από ψηλά
Χαίρετε μας λεν
Χαρείτε τη ζωή σας
Ζωή στη γη ζωή και μετά θάνατον

Μακάριοι.

ΤΗς ΑΠΟΦΟΙΤΗΣΗς - ΚΑΙ ΚΛΕΙΔΙΑ

Ανταν τζι΄εγίνην δώδεκα γρονών
Τζι ετέλειωσεν το πρώτον της σκολείον
Έραψεν έναν φουστανούιν ουρανίν
Έβαψεν τα σιειλούθκια της
Έτοιμη για χορόν.

Την νύχταν εσυναχτήκασιν οι κόπελλοι
Τζι οι κοπελλούες του Δημοτικού
Στη σάλαν νιου ξενοδοχείου
Κατά που άρεσεν του Σύνδεσμου Γονιών.

Εκάμαν, είπαν, ππάρτυ αποφοίτησης.

Αλλού εβάλασιν τζιαι ράσα
Σαν την τήβεννον
Τζι εσύρναν στον αέραν τα σκουφούθκια τους.

Στα γρόνια τα δικά μας
Με το κοντοτσιάτταλον
Τέθκοια μασκαραλλίκια εν εξέραμεν.

Σήμμερα τελειώνουν το Δημοτικόν
Νομίζουν ετελειώσασιν Πανεπιστήμιον.
Τελειώνουν το Πανεπιστήμιον τζιαι ξέρουσιν
Όσα οι εξέραν οι παππούες μας
Που ετελειώναν το Δημοτικόν.


















Τα κλειδιά του σχολείου
Στέλιος Παπαντωνίου

Κουβαλούσε πάντα μαζί της
Τα κλειδιά του σχολείου.
Πού να τρέχει αν της ζητήσουν τα παιδιά
Ο διευθυντής, οι δάσκαλοι
Ν΄ανοίξει τις τάξεις τους
Να ξαναρχίσουν μαθήματα
Πρόβες για χορωδία
Γυμναστικές επιδείξεις
Εθνικές τόσες γιορτές που γιορτάζουμε;

Κουβαλούσε πάντα μαζί της
Τα κλειδιά του σχολείου
Μια σαν σταυρουδάκι στο στήθος
Μια στη τσάντα με τα παιγνίδια των παιδιών
Με τα ψώνια της μέρας.

Κι η ελπίδα να της χτυπά
την πόρτα στον ύπνο:
«Θα μου φωνάξουν ν’ ανοίξω μια μέρα
Δε γίνεται
Θα μου φωνάξουν ν’ ανοίξω το σχολείο
Της αγαπημένης Τζυρκάς.»



Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

Στέλιος Παπαντωνίου
Του Βουνού

Σε φωτογραφία βλέπω
Το ραγισμένο φεγγίτη της εκκλησιάς του Βουνού,
Εκεί που λειτουργούσε ο παππούς.

Έμπαινε το φως βυζαντινά κεντημένα σταυρουδάκια
Και κατέβαινε στο ψαλτήρι.
Μέσα στο ιερό άλλο παραθυράκι
Μικρό σαν πολεμίστρα.

Τώρα ένα ραγισμένο γυαλί η εκκλησιά,
η ζωή, ο τόπος ολόκληρος
Και τ’ αγκάθια να τρυπούν από παντού.

Εκείνος όμως ο φεγγίτης
Και ραγισμένος
Φέρνει ακόμα το φως
Με όλα τα σήματα των αγγέλων και των αγίων
Πάνω σε μια κομματιασμένη αγία Τράπεζα

Που περιμένει ευλαβικά τη συγκόλληση.

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

Πού πας

Πού πας
Πού πάς και χάνεσαι διάβασε διάβασε
κι έχεις ολόκληρο στίχο εντός σου
που ακόμα δε γράφτηκε!
Σ. Παπαντωνίου

Η στετέ

Η Στετέ
Η στετέ η Ελεγκού
είσιε μια κρεμαστή αρμαρολλούα,
μέσα λουκάνικα τζαι κρέας 
για την Κυριακή.
Σε μια φιζούα μες στ' αρμάρι
εφύλαεν τυρί κότσινο
τζια σε λαδόκολλα
σιοιρομερούι
τσαμαρέλλα.
Εφώναζεν μας ένα έναν
κλεις την πόρτα
κάτσε δαμαί κοντά μου
τζιαι σιωπήν.
Ύστερα που γρόνια
σαν ηβρεθούμε τ' ανίψια σε τραπέζιν
μνημονεύκουμέν την.
"Έκαμεν μας μεζετζιήες."

Σ τέλιος Παπαντωνίου

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

Μετά συγχωρήσεως

Στέλιος Παπαντωνίου
Μετά συγχωρήσεως

Τη μισή μας ζωή τη ζήσαμε όπως νομίζαμε καλύτερα
Και τώρα, την υπόλοιπη, προσπαθούν να μας πείσουν
Πως πρέπει να αναθεωρήσουμε.

Και να μας δώσουν όμως πίσω τα χρόνια μας
Δεν αναθεωρούμε.


Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Όταν ένα βιβλίο μένει στο νου και το θυμάται ο αναγνώστης ύστερα από καιρό, σημαίνει πως υπερέβη τα όρια του χρόνου κι απέκτησε την αξία του από μόνο του. Το βιβλίο του Δημήτρη Λεβέντη «Ιστορίες της Αμμοχώστου» κατορθώνει αυτό που λέει στο τέλος, ζωντανεύει μπροστά μας την πνευματική μορφή της Αμμοχώστου, περασμένη μέσα από τη μνήμη, τη νοσταλγία, την πίκρα για την αδικία. Η Αμμόχωστος, γνωστή σήμερα ως «η πόλη φάντασμα», γι’ αυτούς που την έζησαν και την αγάπησαν είναι ζωντανή, γι’ αυτό και σίγουροι για την αξία της νιώθουν το χρέος να την παραδώσουν διά λόγου στα παιδιά και στα εγγόνια τους, για να την γνωρίσουν κι αυτά, ως τόπο, ιστορία, ήθη, ανθρώπινες σχέσεις.

Μέσα στα διηγήματα του Δημήτρη Λεβέντη περιδιαβάζουμε στην Αμμόχωστο, στα περβόλια, στις παραλίες, στο λιμάνι, στην παλιά πόλη με τα τείχη, πεζή ή με τα ποδήλατα ξαναζούμε την εποχή μας, τη δεκαετία του 1950.

Ακριβείς περιγραφές, με λιτά λόγια, τοποθετούν τα πράγματα στις σωστές τους διαστάσεις, γιατί δεν είναι μόνο ο τόπος είναι και ο καιρός, αυτό που έγινε ή γίνεται σταδιακά Ιστορία, αλλά για πολλούς, όπως το συγγραφέα μας,  είναι ακόμα βαθιά βιώματα, γι’ αυτό μη μπορώντας  να διαγράψουν τις βιωματικές τους ζώσες αλήθειες, καταγράφουν την ίδια τη ζωή, που τους καθόρισε και τους σφράγισε ως πρόσωπα.

Η Αμμόχωστος έχει τη δική της Ιστορία,  μα μετέχει και της κοινής Ιστορίας της Κύπρου, από το β΄ παγκόσμιο πόλεμο, με την εκκένωση, τους βομβαρδισμούς των ιταλικών αεροπλάνων, ύστερα με τον αγώνα της ΕΟΚΑ και τις τουρκικές αντιδράσεις, αφού η κοινή ζωή των κοινοτήτων έδινε την ευκαιρία να συζήσουν ειρηνικά στην αρχή οι άνθρωποι κι ύστερα να διαχωριστούν και να αλληλοσκοτωθούν, ο καθένας κατά που μάθαινε την Ιστορία στο σχολείο του, και κατά που τον οδηγούσαν η κοινωνία και η αγάπη για την ελευθερία, χωρίς να υποψιάζονται τους ξένους δαχτύλους που κατεύθυναν τα πράγματα.

Ο αγώνας των Ελλήνων της Κύπρου για απελευθέρωση και ένωση με την Ελλάδα με την παράλληλη πορεία των Τούρκων για διχοτόμηση, το πραξικόπημα, η εισβολή κι η κατοχή, ως ιστορικά γεγονότα αλλά και ψυχικού πάθους σημαντικά, οδηγούν το συγγραφέα και στη δική του τοποθέτηση, χωρίς φανατισμούς αλλά αντίθετα με τη σοφία και γνώση της πείρας και της μελέτης των ώριμων ανθρώπων.

Οι άνθρωποι των διηγημάτων, μέσα στα ανθρώπινά τους πλαίσια, ο καθένας η ζωή κι η μοίρα του, δε φαντάζουν ούτε ήρωες ούτε αντιήρωες. Άνθρωποι γνώριμοι και αληθινοί, γνήσιοι, με τους πόθους, τις αγάπες, τα στάδια της ηλικίας τους, και τέλος με το χτύπημα της προσφυγιάς και τη στωική αντιμετώπιση της μοίρας, ως το θάνατό τους μερικοί.

Η ζωή των νέων της εποχής του 50, με τους περιορισμούς στις σχέσεις αρρένων- θηλέων, τους σχολικούς κανονισμούς αυστηρότατους, αλλά και τη ζωή να απαιτεί το νεανικό σφρίγος  και την αποτύπωση σ’ αυτό τον κόσμο από τον καθένα των γνωρισμάτων του,  όπως τα συλλαμβάνει και τα αποτυπώνει σε λογοτεχνικό πλάνο ο συγγραφέας, μας αποκαλύπτουν ένα κόσμο που εμείς ζήσαμε, όπως κι οι λέξεις που ανασύρει ο Δημήτρης  από το λεξιλόγιο για τα αντικείμενα που ήταν τόσο χρήσιμα για τους ανθρώπους παλιά, σήμερα όμως μπορεί να κατάληξαν μουσειακά εκθέματα ή μπιμπελό για τουρίστες. Μια πλούσια γλώσσα όπως η ελληνική κι η κυπριακή διάλεκτος βρίσκουν καταφύγιο στην αγάπη του φιλολόγου. Οι λέξεις αντηχούν στ’ αφτιά των παλιών συνοδευμένες με τους ήχους και τις οπτικές τους παραστάσεις των νοουμένων.

Συγκινητικό είναι το πόσο οι άνθρωποι ήταν δεμένοι με τη γη τους, με την οικογένεια, τους φίλους, το επάγγελμα για το οποίο ήταν περήφανοι και διά μέσου του οποίου εξέφραζαν το ήθος, την ηθικότητά τους και την καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία και ευαισθησία τους.

Άνθρωποι, περιβάλλον, ιστορία δίνονται με σεβασμό στα πράγματα και στον αναγνώστη, με ένα κάποιο ερωτηματικό μειδίαμα στο τέλος μερικών διηγημάτων, που πάντα εκεί αφήνει  ο διηγηματογράφος να διαφανεί το μυστικό της τέχνης του, το άληπτο της ποιήσεως.

Στέλιος Παπαντωνίου


Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΔΑΝΤΕΛΑ, ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
Εκδόσεις Παράκεντρο

Οι Ιστορίες με Δαντέλα, του Αντρέα Τιμοθέου, δεν είναι διηγήματα, όπως θέλει να τα καθορίζει ο  ίδιος, αλλά μεγάλα ποιήματα, γραμμένα από ένα ευαίσθητο ποιητή,   έναν άνθρωπο που ζει την ομορφιά, μεγάλωσε μ’ αυτήν και την εκφράζει, με το ρυθμό που ακούεται και συνοδεύει τη μελωδία, με τις ευγενικές εικόνες, μια πινακοθήκη καλλιεργημένων ανθρώπων, με τις κινηματογραφικές σκηνές ενός μεγάλου της έβδομης τέχνης που αιχμαλωτίζει τον τόπο και τον καιρό. Με την αισθητική απόλαυση που διαπερνά όλες τις σελίδες ανεξαίρετα.


‘Εργο αγάπης για τον άνθρωπο και το περιβάλλον του, μουσικής και χρωμάτων που συνδυάζονται σε ένα μοναδικό έργο τέχνης,  τις «Ιστορίες με Δαντέλα», του Αντρέα Τιμοθέου.

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

ΜΟΝΑ ΣΑΒΒΙΔΟΥ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ

ΜΟΝΑ ΣΑΒΒΙΔΟΥ  ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ
ΟΔΟΣ ΚΟΥΜΑΝΔΑΡΙΑΣ
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
ΔΙΠΛΕΣ ΖΑΡΙΕΣ
Στο πρώτο διήγημα φιλοσοφημένη, συγκροτημένη, πονεμένη γραφή, με τα απαραίτητα λιτά λόγια και τις λακωνικές, μεστές νοημάτων φράσεις, σε μια σφιχτοδεμένη και ευγενική γραφή. Πέρα από τις προσωπικές τύχες των επί μέρους ανθρώπων, εκφράζει τον Πανελλήνιο καημό, τη μοίρα του προσφυγικού ελληνισμού, μικρασιατικού και κυπριακού.
Ο ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΣ ΚΑΙ Η ΣΤΟΛΗ ΤΟΥ
Πυκνός και ποιητικός λόγος, κοφτός, επικοινωνεί με τον αναγνώστη και αναλύει τα ουσιώδη, δίνοντας την πρέπουσα σημασία και αποκαλύπτοντας την αξία των μικρών πραγμάτων. Τα παράλληλα της Ιστορίας δεν σταματούν.
ΦΕΝΤΟΡ Ο ΕΝΝΑΤΟΣ
Ερώτημα και ύστερα μακρός λόγος, περιγραφικός, εναλλασσόμενος με ποικίλες συντάξεις και περιόδους. Ηχητικές εικόνες, οπτικές, οσφρητικές. Βουκολική σκηνή, παραδεισένιος τόπος, και αίφνης το αστραπόβροντο: «Πατρίδα είναι εκεί, όπου έχει κάποιος τα βιβλία του». Κι η διείσδυση στα εσώτερα του ανθρώπου. «Τι είναι πιο πραγματικό και τι πιο φανταστικό από την πραγματικότητα;» Στο τέλος, με την ομορφιά που λυτρώνει, κι η οδύνη. Το ξαναγράφω: «Μονάχα ένα φοβάμαι, να είμαι ανάξιος της οδύνης μου, ανάξιος των μαρτυρίων μου.»
ΟΙ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ
Παραστατικότατη περιγραφή, ζωντανή σκηνή, και μια μεγάλη αλήθεια που διατρέχει το μικρό μαγαζί κι έρχεται ως τις καρδιές μας, ως τις συλλήψεις του αιωνίου των προγόνων μας, ως τη μεγάλη χαρά της Μόνας Σαββίδου Θεοδούλου, που επαναβεβαιώνει βιωματικά όσα ξέρει για τη λογοτεχνία.
ΤΟ ΤΑΤΟΥΑΖ
Μπαίνουμε τώρα στους κραδασμούς της γραφής, στις στριγγλιές της μάνας του νεαρού που δέχτηκε να κάμει τατουάζ, στα μπουντρούμια της ψυχής του πατέρα που μετρά στο βάθος του χρόνου την επιπολαιότητα. Στο τέλος η περιπέτεια, η ανατροπή των ονείρων ή η τίσις, κατά την του χρόνου τάξιν.
ΤΟ ΜΗΛΟ
Η Τέχνη ανεβάζει πάνω από την πραγματικότητα, ανεβάζει στον κόσμο της, εφόσον ο καλλιτέχνης  είναι καλλιεργημένος και δύναται. Από τη δημιουργία της ατμόσφαιρας ως τους συμβολισμούς, ένας κόσμος καλλιτεχνικός αιωρείται εορταστικός στο διήγημα και αθανατίζει.
Ο ΑΝΕΣΤΙΟΣ ΑΝΔΡΙΑΝΤΑΣ
Κι έτσι ενώνεται η Τέχνη με τη ζωή, βρίσκει το περιβάλλον ο ανδριάντας, η φαντασία αναπαράγει στιγμές, η σκέψη φιλοσοφεί, ο άνθρωπος φεύγει, η τέχνη μένει.
Γονιμοποιός η δύναμη της γραφής της Μόνας, κεντρίζει δικές μας ευαισθησίες κι έτσι συμπληρώνουμε τη δική μας ζωή με τη δική της πείρα.
ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ
Ένα δυνατό διήγημα για όσους έχουν ήδη ολοκληρωμένη γνώση του τι εστί τέχνη, των αγώνων γι’ αυτήν, των απαραίτητων προτύπων, της ώθησης για τα ψηλότερα.
Να έχεις μπροστά σου το πορτρέτο άλλου μεγάλου ή – όπως έγραφε κάποτε ο Στασινόπουλος- να έχεις δίπλα σου μια κενή καρέκλα και να βλέπεις εκεί συνεχώς τον απαιτητικό πατέρα σου-.
ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ
Διείσδυση. Ένδον σκάπτει ο λόγος ως μίτος της Αριάδνης, με αρχή μέση και τέλος, πάνω από τα παρόντα συγκεκριμένα συλλαμβάνει τον άνθρωπο, γιατί  μπορεί, εισχωρώντας στον ένα να γράφει για όλους. Η προσφορά της ευαίσθητης ενδοσκόπησης και του τεχνίτη του λόγου πυκνού, μεστού, αιώνιου.
Ο ΦΟΒΟΣ
Κι ένα διήγημα καθαρή ποίηση. Το λέει από μόνο του στο τέλος «Οι λέξεις -δεν είν’ η πρώτη φορά- σε κάνουν συγγραφέα των φόβων σου.»
ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ
Τέχνη, εις σε καταφεύγω, αν το είπε κάπως έτσι ο ποιητής, κι ο ανθρώπινος πόνος ξεπερνώντας τα μουγκρητά, προσπαθεί να χαϊδέψει ένα άγαλμα, ίσως λυτρωθεί κι η ψυχή του αγαπημένου νεκρού. Μα η ζωή , οι απαιτήσεις και οι γραφειοκρατικές διαδικασίες. Η λύτρωση αναβάλλεται,  όταν δεν εξαρτάται από τον ίδιο, τον  απαιτούντα τη λύτρωση.
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΙΚΑ
Όταν κάποιος θέλει κάτι με  όλη τη δύναμη της ψυχής του, όλα συνωμοτούν στο να το επιτύχει.
ΤΟ ΚΟΝΣΕΡΤΟ ΤΟΥ ΑΡΑΝΧΟΥΕΘ
Τα μοναδικά δώρα που δέχεται ο δάσκαλος από τους μαθητές του: αισθητική- πνευματική ανταπόδοση.
Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ
Μόνο ένας δάσκαλος μπορεί να καταλάβει ομοιοπαθητικώς.
ΟΔΟΣ ΚΟΥΜΑΝΔΑΡΙΑΣ
Ο παλιός κόσμος που τον ζήσαμε, ο καινούργιος που γνωρίζουμε ή που δεν ξέρουμε. Και όλη η συλλογή διηγημάτων «Οδός Κουμανδαρίας». Εξ όνυχος τον λέοντα.
Η ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ
Πολύ ζωντανή η αίσθηση. Ίσως όσοι επισκεπτόμαστε μουσεία να έχουμε αυτή την αίσθηση. Ο φύλαξ, ίσως για μας ο αστυφύλαξ της βρετανικής αυτοκρατορίας ή γενικότερα, το προπατορικόν αμάρτημα.
ΜΙΑ ΚΗΔΕΙΑ ΑΛΛΙΩΤΙΚΗ
Γιατί δεν είναι ποίημα;
ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ
Οδός άνω και κάτω μία και η αυτή.
ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ
Ένα γράμμα για το σπίτι. Οι ξεριζωμένοι ξέρουν καλύτερα.
Τι είναι η ευαισθησία δεν ξέρω, παρά μόνο από βιώματά μου. Αυτή όμως φαίνεται στη γραφή κι από αυτήν προσπαθώ να συλλαβίσω τη δύναμή της. Γιατί δίνει ρυθμό στο λόγο, επιλέγει τις λέξεις και τις σοφιλιάζει έτσι, που να μη μπορούσαν να συνταιριάξουν αλλιώς. Στα διαστήματά τους, όπως στα μουσικά,  αναδύονται ήχοι, δονούνται ευαίσθητες χορδές , του συγγραφέα, του κειμένου,  του αναγνώστη.
Η δύναμη του λόγου που αποκαλύπτει όχι μόνο νοήματα, το ελάχιστο: Εκείνο τα άληπτο. Το ανέκφραστο. Εκείνο που διακρίνει τον καλλιτέχνη από τον πεζολόγο, πεζοδρόμο, μηχανικό των σιδηροδρομικών λέξεων.
Κι η τέχνη αυτή δεν προήλθεν εκ του μηδενός. Ο θησαυρός των γνώσεων, των εσωτερικών κραδασμών από την επαφή με τα έργα της Τέχνης, ένα ζέον ύδωρ ζων εντός της Μόνας και αυτή ανακυκλώνει,  αναπλάθει, δημιουργεί.
Ταπεινός θαυμαστής
Στέλιος Παπαντωνίου
Τα λέει καλύτερα η ίδια στο «Πώς γράφεται ένα διήγημα».

Μια μεγάλη συγγραφέας

Στέλιος Παπαντωνίου
ΡΗΝΑ ΚΑΤΣΕΛΛΗ
Η παρουσίαση του λογοτεχνικού έργου της Ρήνας Κατσελλή - πλην του πλούσιου θεατρικού - φαίνεται στην αρχή έργο δυσβάστακτο, λόγω του μεγάλου όγκου βιβλίων τα οποία έχει συγγράψει, και για τα οποία είναι βέβαιο πως έχει καταβάλει τεράστια προσπάθεια και μόχθο σε απειράριθμες ώρες εργασίας. Προσεγγίζοντας ωστόσο σιγά σιγά ένα ένα τα βιβλία της, αισθάνεται  ο αναγνώστης την έλξη τους και δε θέλει να τα εγκαταλείψει προ του τέλους. Είναι τόσο μεστή η ζωή αυτών που ιστορούνται, ώστε  ο αναγνώστης να αισθάνεται πλήρης σε γνώση και σε πείρα, αφού διδάσκεται με τον τρόπο ζωής των άλλων, με το θάρρος, το πείσμα, την πίστη στις αξίες που κράτησαν ζωντανό τον ελληνισμό στην Κύπρο αλλά και θαυμάζει τη λογοτέχνιδα, για τον εσωτερικό της κόσμο που αφειδώλευτα διαχέει στο έργο της, σε μια ελληνική γλώσσα σ’ όλες τις χρονικές και τοπικές ποικιλίες της  εκφραστικότατη -κάποτε κατασκεύασμα δικό της, αντίστοιχο της σημερινής κυπριακής γλωσσικής πραγματικότητας-  με ποικίλους εκφραστικούς τρόπους και με συνεχείς δοκιμές  στη δομή των έργων της, όντας μια διαρκώς ανανεωνόμενη συγγραφέας, που δεν θεωρεί ποτέ το έργο της τετελεσμένο αλλά διατελεί σε διαρκή πορεία.  
Συσσωρευμένη πείρα και γνώση, ιστορική, κοινωνική, λαογραφική, στρεφόμενη γύρω από την Κερύνεια, ως επί το πλείστον, κατατίθεται στο σεβαστό έργο, ωσάν η μοίρα να κάλεσε μερικούς ανθρώπους να διασώσουν τη ζωή της μικρής και ωραίας μας πόλης, που καταλήφθηκε από τους Τούρκους το 1974. Το έργο της δεν διαφυλάσσει μόνο καιρούς και τόπους, πρόσωπα και ιδέες, αλλά και διακηρύσσει την πίστη και την υπομονή για την Κερύνεια, μια στωική και ελπιδοφόρα στο βάθος στάση ζωής, παρόλο που γνώριζε, ως εμφαίνεται από τα γραφόμενά της του 1964, στο πρώτο της έργο, «Τα Τετράδια της Αδελφής μου», και είχε αποτυπώσει τις προσπάθειες των Τούρκων να εισβάλουν στο νησί και να καταλάβουν ειδικά την μικρή και γραφική μας πόλη.
Η Ρήνα Κατσελλή φαίνεται να είναι ο άνθρωπος που ανέλαβε να καταγράψει τα πάντα για την Κερύνεια -χωρίς να υποτιμώ την προσφορά τόσων άλλων συγγραφέων και μελετητών. Ακάματη και παραγωγικότατη, με έρευνα και επιστημοσύνη, μας παρέδωσε και συνεχίζει να παράγει μια πλούσια πινακοθήκη Κερυνειωτών, με περιγραφές του τόπου, ιστορικές αναφορές, τομές στη μικρή κοινωνία, τις πολιτικές καταστάσεις που έζησε ο τόπος και η ίδια προσωπικά, αφού υπήρξε βουλευτίνα. Στο έργο της παρουσιάζεται πανευρωπαϊκή, ελληνική, κυπριακή και κερυνειώτικη η ζωή του παρελθόντος και του παρόντος.
Πρώτο έργο της λογοτεχνικό μπορεί να θεωρηθεί το τιτλοφορούμενο «Τα Τετράδια της Αδελφής μου» σε ημερολογιακή καταγραφή, βασικά στην Κερύνεια του 1964, χρονιά που οι Τούρκοι απειλούσαν με εισβολή και κατάληψη της πόλης.  Η ηρωίδα θυμάται τους αγώνες της ΕΟΚΑ και ζει τα γεγονότα μέσα σ’ ένα ξενοδοχείο όπου εργάζεται. Τα πολιτικά και πολεμικά γεγονότα συνυφαίνονται με την προσωπική και οικογενειακή της ζωή και ιστορία.  Ήδη στο έργο αυτό φανερώνεται μια συγγραφέας ταλαντούχα, που μπορεί άνετα να υφαίνει το λόγο της σε ποικίλη θεματολογία, με γνώση και προβληματισμό, ενδοσκόπηση και φιλοσοφική διάθεση. Το έργο αυτό, πλην των επικαιρικών καταγραφών, δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να αντιληφθεί τις ικανότητες της συγγραφέως, γιατί αυτή κατορθώνει να ανέρχεται πάνω από το σύγχρονο, εισχωρεί στο πνεύμα της πολιτικής της εποχής, των μεγάλων δυνάμεων, του ΟΗΕ ως διεθνούς οργανισμού, και στην ψυχολογία των ανθρώπων, προπάντων  με προβολή των ιδεωδών της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Ζωντανός λόγος, παραστατικός, προοιωνίζει μια πληθωρική συγγραφική παρουσία στη λογοτεχνία της Κύπρου. Έξυπνος ο τρόπος δόμησης του κειμένου, που από τη μια δίνει την ευκαιρία απεξάρτησης από το μυθιστόρημα και από την άλλη συγχωρεί την καταγραφή γεγονότων σημαντικών, τόσο, που να μπορεί το έργο αυτό να θεωρηθεί και ιστορική πηγή λόγω των πληροφοριών και της διείσδυσης στην ψυχολογική κατάσταση των ανθρώπων της εποχής.
Το βιβλίο «Πρόσφυγας στον τόπο μου, Κύπρος ’74» αποτελεί ζωντανή καταγραφή όσων η συγγραφέας έζησε στην Κερύνεια κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής. Τα γραμμένα άμεσα και ταυτόχρονα με τα σημαντικά γεγονότα της εποχής αυτής αποτελούν ζωντανή μαρτυρία των παθών της ελληνικής κυπριακής ψυχής της περιόδου 1963-74 και εξής, της πιο ηφαιστειακής της κυπριακής Ιστορίας.
Η καταγραφή της 29.7.1974: «Συμμάζεψα τον εαυτό μου. Και αν ακόμα χάσω το κάθε τι στην Κερύνεια, κουβαλώ μέσα μου αφάνταστη ποικιλία εντυπώσεων και πείρας. Δεν πρέπει να σκύψω. Αποτελώ μέρος του τόπου αυτού. Ό τι σώζεται μέσα μου δε θα πεθάνει αν κρατήσω γερά» μπορεί να θεωρηθεί και το πνευματικό υπόβαθρο της όλης δημιουργίας της μετά την εισβολή, αφού προηγουμένως είχε αφήσει στην Κερύνεια μεγάλο μέρος της πνευματικής παραγωγής της για την οποία γράφει: «Όλο και περισσότερο σκέφτομαι τη βαλίτσα με τα ημερολόγια και τα άλλα πολύτιμα για μένα χαρτιά που άφησα πίσω. Γιατί; Δεν έπρεπε. Φυσικά τόσος κόσμος χάνεται κι εγώ σκέφτουμαι λίγα κουρελόχαρτα. Αν όμως χαθούν, θα πληγωθώ αφάνταστα. Θα πρέπει να λογαριάζουμαι κι εγώ από τους βαριά τραυματισμένους, ίσως ακρωτηριασμένους πνευματικά.» Μερικά από αυτά τα γραφτά, πληροφορούμαστε, σώθηκαν και της τα έφεραν στη Λευκωσία, για άλλα όμως αναγκάστηκε να ερευνήσει και να τα ξαναγράψει. Το εσωτερικό όμως θησαυροφυλάκιο  έχει τη μεγάλη σημασία κι αυτό ξανάδωσε στη συγγραφέα την ώθηση και τη δημιουργική θέληση.
Η «Γαλάζια Φάλαινα», βραβευμένο από το Υπουργείο Παιδείας μυθιστόρημα, ξεχειλίζει από την πίκρα του πρόσφυγα, ενταγμένου στη σειρά των δεδιωγμένων της γης από ξένους και δικούς. Η αδικία και ο κίνδυνος ολικής καταστροφής οδηγεί σε επαναστατικές, αναρχικές ακόμα σκέψεις και λυτρωτικούς στίχους. Στο έργο η συγγραφέας συλλαμβάνει και εκφράζει μεγάλες αλήθειες, και προπάντων ανάγεται στον «άνθρωπο καθόλου» για την τύχη του οποίου αγωνιά. Καθ΄οδόν, ένδον σκάπτων ο ήρωας αναθεωρεί αξίες, προσπαθεί όμως να μη χάσει την ανθρωπιά αλλά να βρει τον γνήσιο εαυτό του. Η αμεσότητα της αναφοράς στον αναγνώστη και η κλήση να συμμετέχει κι αυτός στη συγγραφή- πρωτοτυπία - φανερώνει την ανάγκη της συγγραφέως να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους σε ακραίες στιγμές της ζωής και της Ιστορίας μας. Λόγος καθημερινός, -δικαιολογημένος στο μυθιστόρημα από τη συγγραφέα- αποκαλυπτικός και μαστιγωτικός.     
Το βιβλίο της «Μη Γένοιτο» με υπότιτλο αυτοβιογραφικές σημειώσεις Χαράλαμπου Πύρκου, δίνεται υπό τύπον ημερολογίου και σημειώσεων η θέση ενός κυπρίου που έζησε την εισβολή και κατοχή του 1974. Ο ήρωας ετοίμασε την οικογένειά του να ζήσει έξω Κύπρου για να αποφύγει άλλη δυστυχία, όταν όμως τα τουρκικά στρατεύματα καταλαμβάνουν όλη την Κύπρο –Μη Γένοιτο- αποφασίζει να επιστρέψει στο καταστρεμμένο πια νησί,  όπου συναντά σε νοσοκομείο  τη θυγατέρα του βοηθό – νοσοκόμο. Ύστερα από περιπέτειες των πραγματικών Κυπρίων Ελλήνων και Τούρκων και μετά από ασθένειά του τον θάβουν στα χώματα του χωριού του. Το μήνυμα της  «νουβέλας ιστορικής φαντασίας», όπως ορθά καθορίζεται, είναι πως ένας Κύπριος δεν έχει νόημα να ζει στο εξωτερικό, όντας Κύπριος. Το σημαντικό για το μελετητή είναι  πως στο έργο αυτό επιβεβαιώνεται πρώτο, ότι η Κατσελλή έχει ιδιαίτερη κλίση στο να διεισδύει στην ψυχολογία και στις σκέψεις των ηρώων της μεταφέροντάς τα σε πρωτοπρόσωπη γραφή και δεύτερο ότι έχει τη δύναμη της φαντασίας να μπορεί να συλλαμβάνει  ό, τι φοβάται ο κάθε Κύπριος, την κατάληψη όλου του νησιού από τους Τούρκους και να την πραγματοποιεί με την πνευματική της δύναμη στο έργο της.
Μια τετραλογία για την Κερύνεια αποτελούν τα βιβλία
«Κερύνεια- Ιστορική, Λαογραφική Έρευνα»,
«Κερύνεια Ο άνθρωπος/ Ο τόπος»,
«Εκ Στόματος Γερόντων» και
οι «Τζιερυνειώτισσες»
Το βιβλίο «Κερύνεια- Ιστορική, Λαογραφική Έρευνα» δεν μπορεί να εκληφθεί ως εγκυκλοπαιδικό μωσαϊκό για την Κερύνεια, την Ιστορία, Γεωγραφία, Ανθρωπολογία της, γιατί είναι γραμμένο σε σφύζουσα και χυμώδη γλώσσα, με παραθέματα μεγαλύτερα ή μικρότερα, πεζά ή ποιητικά, μαρτυρίες παλαιοτέρων, υποσημειώσεις, παραπομπές, πλούσια βιβλιογραφία και προπάντων τοποθέτηση στις σωστές τους διαστάσεις θεμάτων αμφιλεγομένων από μια γνήσια Κερυνειώτισσα, που μπορεί κανείς να πει πως εκφράζει την ψυχή της επαρχίας της.
Το έργο «Κερύνεια εκ Στόματος Γερόντων» είναι ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, ριζωμένο σε ιστορίες που της αφηγήθηκαν για πρόσωπα του παρελθόντος -μερικά ήδη γνωστά από το βιβλίο «Κερύνεια- Ιστορική, Λαογραφική Έρευνα». Στο έργο αυτό προσπαθεί να εμβαθύνει στους χαρακτήρες και να τους συνδέσει σε όλο, όχι μόνο χρονικά και τοπικά με την Κερύνεια ή με πρωταγωνιστικά πρόσωπα, αλλά και με θεματικά κέντρα, έστω το κτίσιμο ενός καμπαναριού κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας. Κατορθώνει με το μεστό της λόγο και τη μαστορική δομή να παραθέσει μια ανθηρή  προσωπογραφία μορφών του παρελθόντος,  ζωγραφική τόπων και ανάλυση καταστάσεων, ζωοδότης του τέλους της βαριάς και νωχελικής ατμόσφαιρας της τουρκοκρατίας και των αρχών της υβριστικά ειρωνικής αγγλοκρατίας στην Κερύνεια.

Το βιβλίο της «Κερύνεια Ο άνθρωπος/ Ο τόπος»  είναι η ενδιαφέρουσα βιογραφία του Κώστα Κατσελλή, πρωτοπόρου ξενοδόχου, εργασιομανή και δραστηριότατου κερυνειώτη,  όπως τη διηγήθηκε στη Ρήνα Κατσελλή, επεξεργασμένη και χρονολογικά ανασυνταγμένη από την ίδια. Στο βιβλίο αυτό παρακολουθούμε τα παιδικά χρόνια του Κώστα Κατσελλή, την πρώτη βιοπάλη στην Κερύνεια, τη μετανάστευσή του στην Αίγυπτο /Αμερική και τελικά το γυρισμό του στον τόπο του, όπου δημιουργεί οικογένεια, πρωτοπορεί στη σύγχρονη τουριστική ανάπτυξη της Κύπρου, δίνει και παίρνει αγάπη από δικούς και ξένους δοσμένος στο όραμά του.
Οι «Τζιερυνιώτισσες», ιστόρημα, ως το χαρακτηρίζει η συγγραφέας, είναι η ιστορία- αυτοβιογραφική- τεσσάρων γυναικών από την Κερύνεια, της Λένιας, δημοσιογράφου, της Πηγής, ζωγράφου, της Δόξας βουλευτίνας, και της Μαρίας, γραμματέως σε πολιτευτή, υποψήφιο βουλευτή. Η Κερύνεια συνειδητά και υποσυνείδητα τις ενώνει με τα βαθιά χαραγμένα βιώματα, τον πόθο επιστροφής και προπάντων τον προβληματισμό για το μέλλον του κυπριακού ελληνισμού, που αναγκάζει μερικές σε αποδημία.  Οι «Τζιερυνιώτισσες» ζουν κατά τη σύγχρονη μετά την εισβολή εποχή και χαρακτηρίζονται η καθεμιά από τις ιδιοτυπίες της, τα ιδιαίτερα προβλήματά της και τα κοινά προσφυγικά. Όλες μαζί εκφράζουν τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι εκτοπισμένοι μετά την τουρκική εισβολή μέσα σε μια κοινωνία συγχυσμένη. Κοινωνική, χαρακτηρολογική, πολιτική μελέτη της αμέσως μετά την εισβολή περιόδου με ζωντάνια, παραστατικότητα και κινηματογραφικές σκηνές. Κοινό υπόβαθρο του έργου είναι η Κερύνεια, μα η καθεμιά από τις ηρωίδες έχει τη δική της ζωή, τα μυστικά και φανερά σημάδια του χαρακτήρα της, τη σεξουαλική, οικογενειακή, κοινωνική, πολιτική τους ζωή με τα καθημερινά προβλήματα που συναντώνται σε φακέλους σημειώσεων ή ημερολογιακές καταγραφές έτσι, ώστε η ζωή τους λογοτεχνικά να διασταυρώνεται, φανερώνοντας τις μεγάλες δυνατότητες της συγγραφέως για έντεχνες πλοκές.
 Με αφορμή το πιο πάνω έργο, σημειώνουμε πως η άμεση γνωριμία της Ρήνας Κατσελλή με την πολιτική ζωή του τόπου –διετέλεσε βουλευτίνα- την έχει εμπλουτίσει σε περιστατικά ζωής και πείρα, ώστε να μπορεί όχι μόνο να παραθέτει γεγονότα αλλά και να κρίνει αυστηρά με καθαρό νου τις δολοπλοκίες. Η θητεία της μάλιστα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την εφοδίασε με στοιχεία για κατανόηση της θέσης της Κύπρου στην Ευρώπη και στο παγκόσμιο.
Η γραφή της, συνειρμική ως επί το πλείστον, αφήνει να διαφανεί ένας ανήσυχος άνθρωπος, με τις βασικές κλασικές ηθικές και κοινωνικές αξίες που παρακολουθεί το νεότερο κόσμο και τις εξελίξεις του αποδεχόμενη καταστάσεις, γιατί αυτή είναι η θεώρησή της της βιογραφίας ή του ιστορήματος: η αντικειμενική, ρεαλιστική περιγραφή προσώπων ή πραγμάτων και ακριβής  αφήγηση  φαινομένων και  γιγνομένων, πράγμα που εξηγεί  και την αθυροστομία που παρατηρείται σε ορισμένα σημεία σχετικά με την ερωτική ζωή των ηρωίδων της. Η γραφή αυτή βοηθά τον αναγνώστη να έχει πλήρη εικόνα της κυπριακής ζωής. Η γλώσσα του ιστορήματος είναι η πανελλήνια δημοτική με στοιχεία της καθημερινής κυπριακής διαλέκτου των πόλεων, ένα κράμα ευανάγνωστο και καταληπτό και από Έλληνες της Κύπρου και από τους όπου γης Έλληνες, γλώσσα που χρησιμοποιείται γενικά σε μεγάλο μέρος του έργου της.
Επειδή μάλιστα είναι ταλαντούχα και εργάζεται και ζει με μεράκι, η πνευματική και καλλιτεχνική ζωή υπεισέρχεται στις σελίδες της είτε με προσωπική της ποιητική δημιουργία είτε με συγκεκριμένα λαμπρά αποσπάσματα από σελίδες άλλων σε πεζό ή ποιητικό λόγο.
Τη συγγραφέα προβληματίζει επίσης –γενικά- η εμφάνιση της γραφής, ο τρόπος γραφής των διφθόγγων και ο τονισμός, πειραματισμούς από τους οποίους διέρχεται και ποτέ δεν σταματά.
Τα βυζαντινά της μυθιστορήματα «Στην Εφτάλοφη» και «Στα Βουνά της Τραμουντάνας» μας μεταφέρουν στον καιρό της εικονομαχίας. Με το πρώτο αναπτύσσει διεξοδικά τη ζωή στην Κωνσταντινούπολη μέσα από το βίο και την πολιτεία του Ιωάννη Κλαππωτού, ενός ευγενούς, που έχει την ευκαιρία να εισέρχεται στο παλάτι και να παρακολουθεί τη ζωή στο Βυζάντιο σε πολλές της πτυχές.
Όπως κάθε έργο της Ρήνας Κατσελλή έτσι και τούτο είναι γραμμένο σε διαφορετικές εκδοχές και σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και με διαφορετική ανάπτυξη, στην προσπάθειά της για συνεχή τελείωση.
Το μυθιστόρημα «Στα Βουνά της  Τραμουντάνας»  νομίζω πως είναι το καλύτερό της έργο, γιατί έχει φτάσει σε υψηλό βαθμό συγγραφικής ικανότητας, που αποδεικνύει με την όλη υπόθεση του έργου - συνεχίζει το μυθιστόρημα «Στην Εφτάλοφη»-  απέχει όμως πολύ από αυτό σε δράση, πλοκή, συγκρούσεις, βυζαντινίζουσα  γλωσσική ομαλότητα και γενικότερη αντίληψη για την τέχνη, αφού μέσω αυτού αφενός βρίσκει την ευκαιρία να εκφράσει προβληματισμούς, σκέψεις και ιδέες της, αφετέρου να βυθοσκοπήσει τους ήρωές της και να αποδώσει τις εσωτερικές τους συγκρούσεις που εν πολλοίς συνυπάρχουν και συλλειτουργούν με τα χρόνια στα οποία τοποθετείται η δράση τους, χρόνια εικονομαχίας αλλά και συνύπαρξης στην Κύπρο της λατρείας της Αφροδίτης και του Χριστιανισμού.
Ταυτόχρονα διαβλέπει κανείς πως πίσω από κάθε έργο της, η συγγραφέας υποβάλλει μια θέση κι έναν τρόπο ζωής μετά την τουρκική εισβολή και την καταστροφή της ελληνικής και χριστιανικής Κερύνειας, κι αυτός δεν είναι μόνο  η πίστη στην επάνοδο στα πατρογονικά χώματα, αλλά και η ανάγκη της υπομονής και προσπάθειας για ειρηνική συμβίωση των δύο κοινοτήτων, με αμοιβαίο σεβασμό στα χαρακτηριστικά της καθεμιάς.
Το μυθιστόρημα «Τα Φτερά του Αετού» διακρίνεται από την προσπάθεια ψυχογράφησης των εφήβων μετά την τραγωδία του 1974 με καταγραφή κύριων χαρακτηριστικών της κυπριακής κοινωνίας, του εκπαιδευτικού συστήματος και των διαχρονικών σχετικών με τη νεότητα προβλημάτων. Με πολλούς εσωτερικούς μονολόγους αναδρομής στο παρελθόν ή σχολιασμού προσώπων και καταστάσεων, με άμεσους διαλόγους στην κυπριακή διάλεκτο εν πολλοίς, ακόμα και με υπερρεαλιστικές πινελιές εν μέρει, το μυθιστόρημα αποτελεί μια ακόμα απόδειξη του διαρκούς πειραματισμού της συγγραφέως που βρίσκεται πάντοτε καθ’ οδόν και εν πορεία, σε μια δυναμική γραφή που ταιριάζει με τους ήρωές της, τους νέους της μετά το ΄74 εποχής.
Πλην του καθαρά λογοτεχνικού έργου της η Ρήνα Κατσελλή έχει να παρουσιάσει ένα σεβαστό από κάθε άποψη έργο διάσωσης της πνευματικής ζωής της Κερύνειας.
Η προσπάθεια να περισωθεί το έργο των Κερυνειωτών λογοτεχνών και καλλιτεχνών μετά την καταστροφή του 1974 γίνεται σκοπός ζωής της με τη συνεργασία του Λαογραφικού Ομίλου Κερύνειας. Εισαγωγικά σημειώματα και εκτενείς βιογραφίες με προαπαιτούμενη  μακρόχρονη έρευνα και μελέτη δίνουν μια σειρά έργων από το 1989 ως το 2014.
Για όλα τα πιο κάτω έργα της ισχύει το καταγραμμένο από την ίδια στον Πρόλογο του έργου της «Σάβας Χρίστης»: «Ο Steven Ranciman έχει πει πως “Τα βιβλία είναι πρώτα για να διαβάζονται. Δυστυχώς πολλοί δεν έχουν την ίδια γνώμη και παράγουν, αντί αναγνώσιμα βιβλία, δευτέρας τάξεως ακατέργαστο υλικό.” Έχοντας πρότυπο το μεγάλο αυτό βυζαντινολόγο καθηγητή και συγγραφέα, που καταφέρνει στα ιστορικά του βιβλία να συνδυάζει την επιστήμη με τη γλαφυρότητα, κάνοντας και την πιο βαρετή μελέτη του απολαυστικό ανάγνωσμα, αντιμετωπίζω και αυτή τη δυσκολία να παραθέσω δηλαδή τη ζωή και το έργο αυτού του ανθρώπου, εκτός από πιστά, και γλαφυρά.» Η αρχή αυτή διακρίνει όλα τα πιο κάτω έργα της, των οποίων η καταγραφή των τίτλων και μόνη  αποδεικνύει το ευρύ, βαθύ και αξιέπαινο έργο της, μνημείο πολιτισμού.
1989 Ο Ραγιάς- Ο Άνθρωπος και το Φύλλο. Κριτική μελέτη
1995 Ανδρέας Χριστοφίδης, Βίος/ Πολιτεία. Κριτική/ μελέτη και το 2010 Ανδρέας Χριστοφίδης- Η Πεμπτουσία μιας Προσφοράς
2002 Νίκος Κρανιδιώτης, Η εποχή και το Λογοτεχνικό του Έργο. Μελέτη
2004 Σάβας Χρίστης Ο Αλλιώτικος Α΄- Β΄. Ιστορική Μελέτη και 2005 Επιλογή από το Έργο του.
2006 Μαυρουδής Γεωργίου Ποιητής Κάρμιος Α΄- Β΄. Ιστορική Μελέτη                                           
2007 Γεώργιος Ι. Γεωργίου Ο Γνωστός Ρέουτερ. Ιστορική Μελέτη
 2008 Κώστας Μοιράνθης- Τάφος Άγνωστος. Ιστορική Μελέτη
2009 Κερυνειώτες Καλλιτέχνες, Γιώργος Ελισσαίος- Τζιερύνεια Μάνα μου. Ιστορική Μελέτη
2009 Κερυνειώτες Καλλιτέχνες, Γιαννάκης Καράσαββας- Ο Ζωγράφος της Νύχτας. Ιστορική Μελέτη
2011 Νεοπτόλεμος Αντ. Μιχαηλίδης- Ο Αρχιτέκτονας Α΄- Β΄. Βιογραφία
2013 Νίκος Σ. Βραχίμης- Ανάγνωση της Ζωής του από τα Ευρισκόμενα Έργα του
2014 Περί Ριμαδόρων Ποιητών και ο Τηλέμαχος Θεοχάρους Αναγνώστης. Μελέτη

Όλα τα πιο πάνω αποτελούν βάθρα για τον κυπριακό πολιτισμό και μαρτυρούν πνευματικούς αγώνες επιβίωσης της Κερύνειας που από αρχαιοτάτων χρόνων αποτελεί κοιτίδα του ελληνικού πνεύματος και του χριστιανισμού.
Άφησα τελευταία τα διηγήματα: δυο βιβλία, το πρώτο με τίτλο «Ψήγματα Ανατροπών»- διηγήματα- και το δεύτερο με τίτλο «Οδοδείχτες του Παλιού Καιρού»- μυθιστόρημα σε μικρές ιστορίες.
Στα «Ψήγματα Ανατροπών» ο αναγνώστης παρακολουθεί μια τόσο μεστή ζωή, πολύβουη, πολυπρόσωπη, πολύφωνη, που παραπέμπει στη μυθιστορηματική γραφή της Ρήνας Κατσελλή, ενώ στους «Οδοδείχτες» κάθε διήγημα οδηγεί στο τέλος τον αναγνώστη σε ένα εγκωμιαστικό επιφώνημα γιατί η τεχνική, τα πρόσωπα, η έμφαση στην κύρια γραμμή και στον κύριο ήρωα είναι δοσμένη αδρά και σταθερά, ενώ η ολοζώντανη κινηματογραφική αποτύπωση πλαισιώνει το έργο, που πράγματι αποτελεί ψηφίδα ενός ευρύτερου κύκλου.
Πολλές φορές η κατακλείδα των διηγημάτων οδηγεί στην έξοδο και σε μια ήρεμη κάθαρση με την πόρτα ανοιχτή για τη φαντασία να συμπληρώσει την ιστορία.


Γενικά και επιλογικά, το όλο έργο της Ρήνας Κατσελλή την κατατάσσει στους μεγάλους συγγραφείς του ελληνισμού, γιατί εμπλουτίζει την ελληνική γραμματεία με μια βαθιά και πλατιά ζωή ενός ελληνικότατου τόπου, της Κερύνειας. Όποιος έχει την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με το έργο της Ρήνας Κατσελλή θα ευλογήσει τη συγγραφέα και θα εξέλθει του έργου της ως αναγνώστης ή ως μελετητής «πλούσιος με όσα κέρδισε στο δρόμο».