Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Η Ποίηση για την Ποίηση

Στέλιου Παπαντωνίου

ΜΟΝΑΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ (ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ)  
Η ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ                                                                               ΜΕΡΟΣ Α΄ ΚΥΠΡΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΓΡΑΦΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ   
ΜΕΡΟΣ Β΄ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΑ ΣΕ ΠΟΙΗΤΕΣ
                                                                      
Εκδόσεις ΠΕΝ Κύπρου Λευκωσία 2012

Κυρίες και κύριοι,

Μια ανθολογία για την ποίηση μοιάζει με την πομπή των παναθηναίων,   με τη γιορτή της κοίμησης της Θεοτόκου. Όλες οι ευαίσθητες ψυχές να έχουν υφάνει στον αργαλειό το πέπλο κι όλοι οι απόστολοι της ποίησης να προσέρχονται εκ περάτων για να παραστούν στην  πανήγυρη.

Ο ποιητής όταν γράφει για την ποίηση ξεϋφαίνει την ψυχή του, για να συλλάβει έστω κι έναν ιστό της αράχνης της ποίησης  και να τον προσκομίσει στην τέχνη.                   

Όταν ο ποιητής αναζητεί την ταυτότητά του καταφεύγει στα ένδον του θυσιαστηρίου, και αφήνεται στη θέα, στο όραμα. Γράφοντας ο ποιητής για την ποίηση γράφει για το βαθύτερο που τον ενώνει με τους άλλους ποιητές και δοξολογεί τη θεά του.                                                      

Μια ανθολόγηση των ποιημάτων για την ποίηση είναι Ανθολογία των Ανθολογιών. Ό,τι ωραίο και ύψιστο για την ποίηση περιέχεται σ’ αυτήν.

Στην ανθολογία που παρουσιάζουμε, 99 ποιητές σε 631 ποιήματα γράφουν για την Ποίηση               και για ομοτέχνους τους. Η Ανθολογία χωρίζεται σε δυο μέρη, στο πρώτο περιέχονται τα ποιήματα για την ποίηση γενικά και στο δεύτερο τα ποιήματα τα αφιερωμένα από ποιητές σε άλλους ποιητές και στην ποίησή τους.                                                                                                                            

 Ήδη στον πρόλογο η πρωτεργάτις του έργου Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου έχει διαχωρίσει τα ποιήματα σε κατηγορίες, και η εισαγωγή της είναι μικρό  δείγμα της επιμέλειας με την οποία μελέτησε τα πάντα και  της τάξης και της φιλολογικής της επάρκειας. Γι’ αυτό και θεωρώ πως ήταν ιδιαίτερη τιμή για μένα  να προταθώ να παρουσιάσω την ανθολογία  αυτή και για τούτο  ευχαριστώ τους προτείναντες.                                                                                                                

Το βιβλίο μας φέρνει σε επαφή με πολλούς ποιητές.  Ο αναγνώστης  γεύεται, έστω και δι’ ολίγων, τον κόσμο τους, τις θεματικές, ακούει τη φωνή τους.  Προπάντων συνειδητοποιεί και παρηγοριέται πως η ποίηση στον τόπο μας έχει νέους συνεχιστές, που με συγκίνηση, τρυφερότητα και ειλικρίνεια την οδηγούν  παραπέρα.                                                                     

Μια παρουσίαση του βιβλίου είναι μια περιδιάβαση σ’ αυτό, δευτέρα συλλογή των ανθέων, καταγραφή των αντιδράσεων  του περιπατητή στο λειμώνα, το θαυμάζειν και απορείν για τους ποιητές και το έργο τους.                            

Για να παρουσιάσω το πρώτο μέρος του βιβλίου - στο δεύτερο δε θα αναφερθώ λόγω χρόνου- χρειάζομαι αχνάρια, και πρώτα κι ολοφάνερα οι θεματικές ενότητες.                                                      

 Η Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου αναφέρεται στα πλέγματα 1. Μνήμη- λήθη,     2. Αλήθεια –φενάκη, 3. Θλίψη –οργή 4. Αυτοαναίρεση – κατάφαση, ανάλυση των οποίων  μπορείτε να βρείτε στον πρόλογο του έργου.

Όπως είναι φυσικό, άλλοι ποιητές ασχολήθηκαν περισσότερο με το θέμα της ποίησης και της προβληματικής της κι άλλοι λιγότερο, οπότε η ανθολόγηση σε μεγαλύτερο πλάτος δεν σημαίνει και μεγαλύτερη αξία του αναφερομένου. Απλά έγραψε περισσότερα  για το θέμα ή προβληματίστηκε περισσότερο σ’ αυτό.

Εξάλλου, η παρουσίαση του βιβλίου Η Ποίηση για την Ποίηση δεν σχετίζεται με κριτική των κειμένων ή με αξιολόγηση των ανθολογουμένων ποιητών.                            

Πρώτα λοιπόν οι θεματικές ενότητες.                                                                                                

 Ύστερα από αρκετή μελέτη του έργου συμπεραίνω πως οι ποιητές στη συλλογή αυτή ασχολήθηκαν ειδικότερα με τα εξής: Στην καρδιά των ανθολογουμένων ποιημάτων ο καθορισμός  του όρου. Τι είναι ποίηση;  Κι όπως προχωρούν, επιβεβαιώνουν  πως αυτή είναι απαιτητική, ζητά το αίμα του ποιητή ή της ποιήτριας, είναι ό, τι πολυτιμότερο έχει ο ποιητής, είναι συνώνυμη της ελευθερίας, της αποκτημένης με θυσίες, ιδιαίτερα στον τόπο μας. 

Η ποίηση είναι λύτρωση, προσευχή, είναι το ιερό, στο οποίο καταφεύγει ο λειτουργός της μετά τις περιπλανήσεις, γιατί είναι το μόνο ασφαλές καταφύγιο. Κάποτε μερικοί έχουν την εντύπωση πως χάθηκαν, αυτοί ή η ποίηση, στο βάθος πάντα όμως η βεβαιότητα:  Θα υπάρχει κάπου ποίηση, γιατί αυτή είναι η ίδια η πάλη με το θάνατο, και χωρίς αυτήν τα πάντα γυμνά και νεκρά. Ποιος χωρίς αυτήν θα παρηγορεί τον άνθρωπο;                           

Πλην του ορισμού και των γνωρισμάτων της ποίησης οι ομότεχνοι  μνημονεύουν με δέος τους προπάτορες. Τους οφείλουν, τους επικαλούνται βοηθούς στο έργο από Ομήρου και Σαπφούς ως τους νεότερους νεοέλληνες και Έλληνες κυπρίους.                                                                                        

  Η κριτική ικανότητα των ποιητών είναι επίσης κατατεθειμένη. Πρώτα η διάκριση, τι είναι ποίηση και τι δεν είναι,  ποιος είναι ο ποιητής και ποιος δεν είναι, ποια τα χαρακτηριστικά του γνήσιου ποιητή; Γι’ αυτό και οι συμβουλές προς ποιητές, νέους ή ψευδο-τεχνίτες κάποτε με αγάπη, κάποτε με οργή.                                                                                                       
Όπως είναι λογικό, η  ποίηση και το έργο της συλλαμβάνονται ανάλογα με το χώρο και τον χρόνο  στον οποίο οι ποιητές εμπνέονται και δημιουργούν. Ζώντας στην Κύπρο σε μια περίοδο αγώνων και θυσιών, ο ποιητής αγωνίζεται και θυσιάζεται, εμβαπτίζεται στην Ιστορία του τόπου, αφού είναι ο εκλεκτός της Μοίρας.                                                                
                                                               
Μερικοί νιώθουν την ανάγκη να απαντήσουν στο ερώτημα γιατί γράφουν.  Για να υπερασπιστούν τον άνθρωπο ή για να αποτυπώσουν τα μύχια.

Μα όλα αυτά δεν επιτυγχάνονται στις οχληρές συναναστροφές. Ο ποιητής αρέσκεται στην ερημία, στη μοναξιά,  κι εκεί συλλαμβάνει τον εαυτό του ως εκπρόσωπο του τόπου του,   αφού πλην  του πνεύματος, της καρδιάς, των ψυχικών του δυνάμεων, προσφέρεται ολόκληρος.  Όλο το σώμα του γίνεται το σώμα της ποίησής του, συμπάσχει με τους πάσχοντες.                                                                                                                         
Η λέξη ποιητής αλλά και η έννοια του ποιητή μεταθέτει στην έννοια του Θεού δημιουργού. Ο ποιητής είναι πλάστης ενός κόσμου. Ταυτόχρονα όμως διερωτάται: είναι και ο δικαιοκρίτης, ο κριτής πρώτα του έργου του;                                                                                                                         

Τι είναι όμως ποιητής; Οι ορισμοί και οι προβληματισμοί δικαιολογούνται ως προσπάθεια αυτογνωσίας.  Γνωρίσματα, η επαναστατικότητα και η ανανεωτική πνοή.                                                               
Κάποτε όμως ο ποιητής δέχεται τις επιθέσεις, γιατί δεν ήταν παρών, αλλά  μεταποιούσε τα γεγονότα σε λογοτεχνία.  Στο κάτω κάτω όμως, αυτός ο  ρόλος του. ‘Αλλοι είναι μέσα στη φωτιά άλλοι θεωρούν, ο ποιητής ποιεί. 

Τους ποιητές μας απασχολούν επίσης τα βιώματα της διαδικασίας της συγγραφής.                                                                                                                    

Η όλη ποιητική δημιουργία αρχίζει, βάσει των ανθολογουμένων ποιημάτων, από το ερέθισμα, άλλοι ψάχνουν για το θέμα, σταματούν ιδιαίτερα στη στιγμή της έμπνευσης, την οποία αθανατίζουν, προχωρούν στις δυσκολίες της τεχνικής, στον πρώτο εκείνο στίχο ή στη λέξη που τυραννεί. Γνωστό πως «τον πρώτο στίχο μόνο μας δίνουν οι Θεοί.»                                                                         

Συμφωνία υπάρχει και σε ποιητές και σε ποιήτριες στην παρομοίωση της  δημιουργίας ενός ποιήματος με ερωτική πράξη, με τη σύλληψη και κύηση, γιατί η ποίηση είναι έρως, έμπνευση, πόνος, το σύνολο πρόσωπο ως τέκνο της Πενίας και του Πλούτου, κατά το Πλατωνικό.

Μια ενότητα στίχων περικυκλούν την επεξεργασία του ποιήματος. Το ποίημα είναι ένα απόσταγμα, άρτος, που μεταρσιώνει και χορταίνει πεντακισχίλιους. Μερικοί μάλιστα καταθέτουν με τις οδηγίες τους και την ποιητική τους. Προσπαθούν να διεισδύσουν στη γραφή, στα συμβαίνοντα κατά την ώρα της γραφής, στις κινητήριες δυνάμεις.  Υπάρχει η Μούσα, ποιος ο ρόλος της, αλλά και ποιος ο προορισμός του ίδιου του ποιητή στη ζωή.                                                                                       

Ο ποιητής εκφράζει και τον εαυτό του και το όλον. Είναι ο σπορεύς της παραβολής. 

Υπάρχει όμως κάποτε και η εκτροπή μερικών, γι’ αυτό και η ανάγκη να τους επαναφέρουν οι ομότεχνοι στη θέση τους. Ο ποιητικός λόγος γίνεται τότε τιμωρός των ψευδομαρτύρων.                                              
Δεν υπάρχει όμως μόνο η ποίηση και ο ποιητής, αλλά και ο αναγνώστης. Χωρίς αυτόν η επικοινωνία μονόδρομη και ο ποιητής η φωνή του βοώντος εν τη ερήμω.
                                                                                                            
Μεγάλο μέρος των ποιημάτων αναφέρεται στην κριτική, κάποτε απαξιωτικά, κάποτε αιχμηρά.  Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στους εξ Ελλάδος κριτικούς και στο ρόλο που έπαιξαν ή και παίζουν στην όλη προβολή των σύγχρονων κυπρίων ποιητών. ‘Ετσι, η ανάγκη να λεχθεί η αλήθεια, οδηγεί σε ομολογίες εκ βαθέων, επαναστατικές και τολμηρές.  

Άλλο θέμα είναι η υστεροφημία του ποιητή, η αθανασία του ποιήματος ή του ποιητή, και το αντίθετο βέβαια, το φθαρτό των πραγμάτων, ανάλογα με την ιδεολογία και την οπτική του ποιούντος. 
Οι περισσότεροι συνέλαβαν το μεγαλείο της γλώσσας, των λέξεων, φωνηέντων και συμφώνων, μ’ ένα σίγμα τελικό τα σαρώνω, ακόμα και των συμβόλων της στίξης.                                                                               
Με πολλή αγάπη γράφουν  μερικοί για το ποίημα που δε γράφτηκε. Είναι το άπιαστο όνειρο, το παιδί που δεν γεννήθηκε και όμως υπάρχει στα βάθη του ποιητικού σπηλαίου ανώλεθρο ως αγέννητο.                                             
 Άλλοι βλέπουν με ιδιαίτερη αγάπη το τελευταίο ποίημα, το τέλος με την ποίηση, το τέλος του χρόνου, γι’ αυτό και νιώθουν την ανάγκη να δώσουν τη σκυτάλη στους νεότερους.                              Δεν παραλείπονται, τέλος, αναφορές στις αναλύσεις των ποιημάτων στο σχολείο,                                 στην Παγκόσμια ημέρα ποίησης και στις ποιητικές βραδιές, στον κοινωνικό ρόλο της ποίησης και στην πολιτιστική ζωή.                                                                                                                         
Αυτά γενικά για τα θέματα.                                                                                          

Μια πλούσια σοδειά από διάφορες οπτικές γωνίες, ένα θησαυροφυλάκιο για εργαστηριακή μελέτη, γνώση και απόλαυση, μια σφαίρα πληρότητας και ευφορίας.

Μπορώ να πω πως το βιβλίο Η Ποίηση για την Ποίηση αποτελεί ένα εγχειρίδιο για την ποίηση και τον ποιητή,  τα προβλήματα που αντιμετωπίζει και την τέχνη του γενικά.                        
Υποστηρίζω πως η Ανθολογία αυτή μπορεί να αποτελέσει κιβωτό των ανεξιχνίαστων μυστικών των ποιητών, εξομολογήσεις εκ βαθέων, με χαραγμένα τα στάδια από την ανυπαρξία ως την σύλληψη, γέννηση, ύπαρξη, αντίκτυπο των ποιημάτων, κριτική.

Αυτά γενικά.

 Έρχομαι τώρα στην αναλυτικότερη και πλεχτή από στίχους παρουσίαση ενός μόνο μέρους των  πιο πάνω, της προσπάθειας σύλληψης της έννοιας της ποίησης. Ονομαστική αναφορά σε ποιητές δε γίνεται,  αντίθετα μια προσπάθεια σύζευξης πολλών φωνών, εξ ου και η πυκνότητα της ραψωδίας που ακολουθεί.

Τι είναι ποίηση; Ο ποιητής ψάχνει και θα ψάχνει αιωνίως, ρωτώντας Πού ήσουνα; Σε έψαχνα, σε γύρευα αιώνες πριν σε γωνιές απουσίας.              

Η απάντηση δεν είναι εύκολη, δεν ξέρει από ποιους ουρανούς κρατά, πόθεν η σκούφια της. Στις λευκές νύκτες τ’ ουρανού  και στις μαύρες μέρες του χρόνου, έπεσα μαζί με τις πρώτες ψιχάλες και δεν σε βρήκα. Μην ήσουνα κρυμμένη πάλι ανάμεσα στα παιγνίδια των παιδιών και έφτιαχνες ήλιους; Η ποίηση είναι το άληπτο εκείνο, το ακριβό και ασύλληπτο.   

Όσοι προσπάθησαν να απαντήσουν την παρομοίωσαν με τον φυτικό ή ζωικό κόσμο, ως αέναη ανθοφορία της καρδιάς, αέναη φύτρα, αμάραντο ρόδο, ν’ αρμέγει γύρη από τα άνθη της πέτρας και τα αείζωα άγρια άνθη των αγρών, δρόσο από φύλλωμα βαλσάμου στην ερημιά της δάφνης, Δένδρον υψηλόν, αειθαλές, οξύκορφο με βλαστούς σπάνιους περικαλλείς. Βρισκόμαστε δηλαδή στηγη, στο χώμα, στη ζωή με τους χυμούς πολυποίκιλους και ανθό το ποίημα.

 Από το ζωικό κόσμο, με την έννοια της ωρίμανσης της ιδέας, της καθόδου και ανόδου, την παρουσιάζουν να εκκολάπτει της ομορφιάς την πρώτη φτερούγα στις χωμάτινες στοές.

Πρωτεύουσα  η ερωτική σχέση του ποιητή μ’ αυτήν. Ερωτας, επειδή η ποίηση είναι έρωτας, που διολισθαίνει στα αδήριτα, αντιφατικά παιγνιδια της ζωής ή που τρυγά αβασάνιστα έρωτα με τη φαντασία, εκπρόθεσμο ερωτικό σκάνδαλο που νομιμοποιείται, έρωτας που αρχίζει και τελειώνει, ή ακόμα γάμου στέφανο για τώρα και για πάντα.

Ο ποιητής νιώθει ο εκλεκτός. Διάλεξεν εμένανε για ένα φιλί μεγάλο που’ ναι δροσιά, φιλί  γλυκό σαν μέλι, φιλί  φωτιά, φιλί που βρίσκεις πεταξούμενο στο μονοπάτι σου, χλωρό ακόμα νοτισμένο.
Αλλά και δάκρυ της Αλήθειας που ξεγλύστρησε, δάκρυ, και πρέπει αντίστοιχα να βρεις τα μάτια, το στόμα, το χέρι, το βλέφαρο. Δάκρυα της ψυχής όταν πονάει, ψυχής το καντήλι που ποτέ δεν σβήνει.
Προ πάντων όμως η άνοδος στους ουρανούς και οι ανοιχτοί ορίζοντες σαν τη θάλασσα. Η ποίηση θηρεύει αόρατα έμψυχα μουσικά όργανα πάνω στα ουράνια τόξα, όνειρα, πέτρες, θάλασσες. Μαζί της πλαταίνει η καρδιά σαν τη θάλασσα. Ιππεύει τα φλισβίζοντα κύματα των υπερπόντων ανέμων, καθαρή, πιο καυτή κι από τη μήτρα του Ήλιου. Ζεσταίνει τα σύννεφα στο γαλάζιο ουρανό, να γεννήσει βροχή, να δροσίσει τη γη, να ομορφύνει τη θάλασσα.  Ρίχνει φως στο σκοτάδι της ψυχής, θαρρείς πως άνοιξε παράθυρο και μπήκαν οι ουρανοί μ’ ένα δεμάτι αγγέλους. Γιατί είναι κομμάτι ουρανός , θαυματουργή, που, όταν κάνει το θαύμα,  εμείς τραβιόμαστε στα παρασκήνια, αφού αυτή οδηγεί, κατευθύνει την παράσταση. Συμπερασματικά από τους στίχους, η ένωση των επουρανίων και επιγείων, του φωτός και του σκότους, προπάντων η εμπιστοσύνη σ’ αυτήν.

 Η Ποίηση ως κόρη είναι η  αιθέρια ύπαρξη. Στέκομαι μετέωρος πυριφλεγής στις σχισμές των βράχων, κόρη, ιέρεια- Θεά,  εδίψησέ σε η ψυχή μου, περιστέρι και άνθος της θάλασσας. Παρουσιάζεται άλλοτε με τη φαρδιά τη φούστα της,  με το ηχερό της ντέφι, τα κόκκινά της μάγουλα και την παχιά πλεξούδα. Άλλοτε όμως ψηλαφεί τα λοφία των λευκών ερωδιών ως παιδίσκη αφροδιάζουσα ή μικρή ερμαφρόδιτη θεά. Άλλοτε ως μετάξι από ρίγος στα στήθη, άγνωστη πλευρά της ευτυχίας. Και πάλι ο έρως, η δίψα, η παρθενική ματιά και ωραιότης.

Η ποίηση, κατ’ άλλους, είναι ιδέα διάφανη, ανάμνηση κάθε ιδέας, αντίδοτο της λησμοσύνης, απέραντη γυμνή βεβαιότητα, αποθέωση της μοναξιάς. Δυσπρόσιτη στην κοινή αντίληψη,το απροσδιόριστο, αύρα καλωσύνης, η παράβαση της ενδεκάτης εντολής, που μπορεί να ερμηνέψει ψυχικά πάθη, να ονομάσει μεγάλα νοήματα, οπότε και καταλήγουμε στο αρχαίο σημαίνειν του δελφικού Απόλλωνα και στο μαντικό Ερμή.

‘Η ακόμα  η ποίηση είναι επαναστατική, μαχητική, λέξεις μ’ αφαιρεμένη περόνη, σπαθί και ντουφέκι, ιαχή στη μάχη. Συνώνυμη της ελευθερίας, της αποκτημένης με θυσίες, ελευθερία υπέρτατη,: Σ’ είδα να περπατάς αγριεμένη τ’ ανέμου αντίθετα.  Σε γνώρισα. Μαχητική, τα ποιήματα δένονται στο στήθος χιαστί σε σφαιροθήκες. Γι’ αυτό ο ποιητής κερδίζει τη λευτεριά. Γι’ αυτό  Συνέλληνες, Γράφετε ποιήματα για να ελευθερώσουμε την πατρίδα μας.  Η ποίηση είναι τόπος ανοιχτός σαν την ελευθερία. Αρκεί μονάχα να βρεθεί η σωστή λέξη.

Αλλά η ποίηση είναι και  λυρική, ένα μικρό ιδιωτικό παράθυρο, μικρό καταφύγιο που κρατά την ποιήτρια  με ζήλο στην αυλή της, μνήμη-φωνή, ξηφκάλλει σε.

Η ποίηση είναι  παρουσία και απουσία, η πεμπτουσία της λέξης, ένα πέταγμαν οπού αρχίζει, πηγή πεντάρφανη κι αιώνια με τις κρυφές λαχτάρες που αγγίζουν την ώρα που απελπισμένος έρημος ψάχνει ο ποιητής  το φίλο να κρατηθεί, κι όταν τον βρει, πορπίζει σε, πουκουππίζει σε. Σειρήνα αεικίνητη που σεριανά αβασάνιστα στα κράσπεδα του Όντος και του Μη,  σήραγγα σκοτεινή. (Ο ποιητής δεν είναι φιλόσοφος, αλλά ακολουθώντας την Καλή του φτεροκοπά συν όλη τη ψυχή.)  

Η ποίηση είναι σπίτι που χωράει όλο τον κόσμο,  συμπαντική αρμονία,  συνειρμός αντιθέτων, ο τελευταίος στίχος από ποίημα που αποσκίρτησε, της ιστορίας η πρώτη αδελφή, του φωτός η πρώτη θυγατέρα. Με  μακροπρόθεσμη προοπτική. Τρόπος να κινδυνεύει και να σώζεται ο ποιητής, που υφαίνει παραμύθια από άγριες φράουλες. Παίζει την ψυχή του και τη χάνει ή την κερδίζει. Δηλαδή; Το ελεύθερον το εύψυχον ως εμφαίνεται εις το κινδυνεύειν.

Συνώνυμη της φωτιάς, φλόγα που καίει τη θλίψη, φλόγα που ταξιδεύει τη σκέψη, φλόγα της στιγμής, φως οπού άστραψε,  χάδι, ένα χαμόγελο, ένα φως, όραμα του παραδείσου, αρχαία φωνή. Γνώση που ανεβαίνει στο σώμα και τη δέχεται αγγελικά ο δέχτης, με πόνο χαράς και την ορμή του αθώου. Κάποτε όμως συγγένεια έχει με τη λύπη την εσωτερική αυλή. Φλόγα, φως, όραμα.

Το ανεξήγητο όμως της ποίησης παραμένει. Γιορτές και γραφές με αποσιωπητικά,  κύτταρα απρόθυμα και μια μετέωρη σιγή.  Όταν η ώρα της ποίησης έρθει, γίνονται αλήθειες τα πιο απατηλά του κόσμου. Ακόμα η ποίηση είναι η δίδυμη αδελφή της αιωνιότητας, που αναιρεί αέναα την υπόθεση του θανάτου. Μ’ αυτό το μαύρο πουλί πρέπει να τα βγάλουμε πέρα, το χαρτί γεμίζοντας με μανία. Η αιώνια πάλη των αντιθέτων. Της ζωής και του θανάτου.

Η ποίηση είναι απαιτητική, άγρυπνη, τρώει τα σωθικά. Ο ποιητής  προορισμό έχει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να θυσιαστεί, αφού  ενδόμυχα γνωρίζει πως  η τάξη των πραγμάτων αυτό ορίζει. Κι ας μην υποψιάστηκε ποτέ κανείς τη στενή πύλη.  Αφού είναι ό, τι πολυτιμότερο για τον ποιητή, αυτός  με πείσμα αποποιείται καθετί που θα το πλήρωνε με αντίτιμο την ποίηση. Από μια άλλη άποψη, το άλογο της ποίησης δεν έχει ηνία ουδέ ωράριο. Οι οπλές του ματώνουν τη σκέψη.

Η ποίηση είναι λυτρωτική. Μέσα από όλων των ειδών τις καταστροφές ο ποιητής  θέλει να την αγκαλιάσει, τρομαγμένο φεγγάρι καθώς θα επελαύνουν τα δρεπανηφόρα άρματα και να αναληφθούμε μαζί τυλιγμένοι τα ανεμίζοντα πέπλα και τους εφτά ουρανούς. Τόσα χρόνια παλεύοντας μες στις σπηλιές Κανένα από τα όνειρά μου δεν μ’ εγκαταλείπει. Λίγο ακόμα- λέω και ξαναλέω- με το σκάφαντρο των στίχων θ’ ανεβώ ν’ αποτινάξω το πένθος της ψυχής μου. Η θαλπωρή της Τέχνης ας μου χαϊδέψει το φλογισμένο μέτωπο, αχ τι λύτρωση φέρνει  στην καρδιά με τους σταλαχτίτες.

Η ποίηση είναι ό, τι ιερότερο έχει ο ποιητής, άχραντη δέηση, χερουβικά πελάη, μυστικό ωσαννά. Εκστατική η ψυχή προσεύχεται.  Η ποίηση ανεβαίνει  εν πομπή με κεριά και λαμπάδες Κατεβαίνει στον πόνο μοναχή και λάμπουσα με ένδυμα νυμφώνος , γιατί αποτελεί ιαματικό αγίασμα, ιερή  μανία με τον εσωτερικό της τρόπο. «Η ποίηση είναι μνήμη, μνήμα, μνημείο» γονυκλισία ατέλειωτη που καταργεί το τέλος. Να τώρα μαζεύει τα ρούχα της και κλείνεται στην ερημιά με πείσμα.

Σ’ αυτό το ιερό καταφεύγει ο ποιητής μετά τις περιπλανήσεις στους δαιδαλώδεις δρόμους της ζωής. Κι ύστερα σε σένα πάλι ξαναγυρνώ, ω ποίηση. Η ποίηση μου δίνει τη σπηλιά του πρωτόγονου, όταν με κατατρέχουν τα στοιχεία της ζωής. Η ποίηση μου αλλάζει το κατάπλασμα στο φαγωμένο πρόσωπο του μόχθου- Κάθε βράδυ η ποίηση μου δίνει το φως.

Ως το μόνο ασφαλές καταφύγιο, η ποίηση γίνεται κιβωτός τις ώρες του κατακλυσμού. Όταν αφήναμε πια τα εφηβικά ιδανικά εσύ πού ήσουν; Γλίστρησα στην ποίηση. Στο δύσβατο και μακρινό ταξίδι θωράκιζε την ψυχή μου η ποίηση. Ναυαγοί στη θάλασσα της απόγνωσης  Θεέ μεγαλοδύναμε , σε Σένα μονάχα ακουμπάμε. Απόψε θέλω να αποσιωπήσω κάτι φωνές, να κατευνάσω σκιές αχαλίνωτες, οργισμένες. Πώς γίνονται οι μνήμες φαντάσματα κυνηγοί; Ας πάρω το πιο γλυκό τουφέκι να σημαδεύσω μάτια που βγάζουν φωτιά.

Η προσπάθεια να περιελιχθεί το νήμα στον κορμό της τεράστια. Οι στίχοι πολλοί, μια σύνθεση επιδιώχθηκε, που κατεβάζει ως τα τρίσβαθα και ανεβάζει ως το άπειρο, με πάντοτε παρόν το άληπτο εκείνο.
                                                                       ***
Πολλά κι ωραία θα λέγαμε ακόμα, αν είχαμε χρόνο, για την ιερή μνήμη των προπατόρων, το πολυφωνικό πίσω από κάθε στίχο το πραγματικού ποιητή, για το σώμα ως πατρίδα και τον ιστορικό χρόνο και το ρόλο του στη συγγραφή, την ευλογία να έχουν ζήσει σ’ αυτό τον τόπο, αυτή την εποχή οι ποιητές μας και να βιώσουν και αποτυπώσουν διασωστικά τα γεγονότα, τον πόνο, την ελπίδα, τη ματαίωση. Τη βεβαιότητα πως χωρίς ποίηση ο κόσμος απανθρωπίζεται, κάτι που αντιλαμβάνονται όσοι διακρίνουν την ποίηση από τη νόθη στιχοποιία, μίμηση, παραποίηση. Το ίδιο σημαντική είναι η προσπάθεια να οριστεί ο ποιητής, τι και ποιος είναι, πόθεν έρχει, ο πλάστης κι ερημικός, που σκαλίζει το όνειρο στο βράχο. Ο άνθρωπος που βιώνει την έμπνευση.  Το ποίημα κατεβαίνει τις σκάλες του μυαλού μου τρίζοντας. Μα πίστεψε, τους στίχους μου μονάχη μου δεν γράφω. Τους ψιθυρίζει στ’ αφτί μου από το σύμπαν μια φωνή.

Κι ενώ ο ποιητής ετοιμάζεται για τον επόμενο στίχο, ο ομιλητής ετοιμάζεται να σας ευχαριστήσει για την υπομονή.
                                                                             ***
Πολλά αποκομίζει ο αναγνώστης του βιβλίου για τις δυσκολίες στη συγγραφή, την κυοφορία των στίχων, τον ίλιγγο, όταν καραδοκεί το ποίημα, την επεξεργασία του, το στίλβωμά του, την κριτική, τη γλώσσα, τις λέξεις, τις εκδηλώσεις για  την ποίηση, εκείνο το άληπτο της ποιήσεως , που μόνο μελετώντας κανείς το βιβλίο Η Ποίηση για την ποίηση θα απολαύσει σε όλες τις πτυχές και διαστάσεις του.

Στο τέλος, όπως κι εσείς το ξέρετε καλά, ο λόγος των ποιητών είναι πολύ πιο δυνατός από αυτόν οποιουδήποτε παρουσιαστή των. Εννοείται πως έμειναν πολλά που δεν ειπώθηκαν, πολλά που υπάρχουν και δεν ανιχνεύτηκαν, ένας πλούτος τεράστιος η συλλογή ποιημάτων για την ποίηση και τους ποιητές. Ευχαριστήρια τώρα μόνο στη Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου, στο Πεν, στην Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών  και σ’ εσάς που είχατε το ενδιαφέρον, την καλοσύνη, την υπομονή.


Ευχαριστώ σας

Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

ΓΙΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΣΤΗ ΛΕΜΥΘΟΥ

ΣΧΟΛΗ ΜΙΤΣΗ ΛΕΜΥΘΟΥ

Κυρίες και κύριοι,

Ευλογημένος ο άνθρωπος που έχει μνήμη και θυμάται. Μπορεί να ξαναφέρει στο νου στιγμές που έζησε στο παρελθόν, να τις μεταποιήσει  ή και να τις απωθήσει στα έγκατα, αν του είναι οδυνηρές.

 Ήλθαμε εδώ, γιατί βρίσκεται στη διεύθυνση της Σχολής Μιτσή ένας απόφοιτός της, που έζησε ως μαθητής ψυχή τε και σώματι το σχολείο και τη διαμονή σ’ αυτό, γι’ αυτό και ξέρει πολυδιάστατα και ακριβώς τη θέση στη οποία βρίσκεστε κι εσείς σήμερα, αγαπητοί μου μαθητές και μαθήτριες.

Αγαπητοί συνάδελφοι,
χαίρομαι γιατί μου δίνεται η ευκαιρία να ξαναβρεθώ στο σχολείο όπου υπηρέτησα για δυο χρόνια,  αλλά στο οποίο έζησα τη δασκαλική και τη μαθητική ζωή, γιατί εδώ, στα 1967 με 1969, σαρανταπέντε χρόνια πριν,  οι δάσκαλοι δεν ήμαστε και πολύ πιο μεγάλοι από τους μαθητές μας, γι’ αυτό και η επικοινωνία κι η αλληλοκατανόηση πρυτάνευαν.

Εξάλλου ήταν τα πρώτα χρόνια της διδακτικής μας εμπειρίας, κι όσο κι αν περνούν τα χρόνια τόσο πιο αξέχαστα τα βρίσκουμε χαραγμένα εντός μας. Πρωτόγνωρες εμπειρίες, στην τάξη, στην αυλή, στις εκδρομές, στο χωριό, στην εκκλησία, στις γιορτές.

Μια περίοδος με τη δικτατορία στην Ελλάδα και την αιώνια πάσχουσα Κύπρο, φανήκαμε οι τυχεροί. Τους καθηγητές εδώ διόριζε τότε το Συμβούλιο της Σχολής, γι’ αυτό και μπήκαμε στο επάγγελμα μόλις πήραμε το πτυχίο, με όλη τη ζέση και τον ενθουσιασμό του νεοφώτιστου.

Καθηγητές διέμεναν με τους μαθητές στο οικοτροφείο, το μεσημέρι τρώγαμε όλοι μαζί, η ομόνοια κι η παιδαγωγική αγάπη δεν ήταν λόγια κενά. Αγαπούσαμε τους μαθητές ως φίλους, και μας αγαπούσαν, απόδειξη η σημερινή παρουσία μας εδώ, αλλά κι άλλες  συναντήσεις μας με απόφοιτους της Σχολής.

Παιδιά από τη Λεμύθου, τον άη Δημήτρη, Παλιόμυλο, Τρεις Ελιές, Καμινάρια, Πρόδρομο αλλά και Σαλαμιού της Πάφου, Κάτω Πλάτρες, Φοινί, Πελέντρι, Μονιάτη, ΄Αρσος  φοιτούσαν εδώ κι έτσι γνωρίζαμε τα χωριά της περιοχής, γιατί είχαμε την ευκαιρία να τα επισκεπτόμαστε τα βράδια, να συναντούμε γονιούς, να ανταλλάσουμε απόψεις για την πρόοδο των παιδιών τους.

Τόσο ήταν το μεράκι  και ο πόθος μας να μην αφήσουμε στιγμή ανεκμετάλλευτη, ώστε όταν χιόνισε σ’ όλη σχεδόν  την Κύπρο το 1968, πήραμε τους δρόμους να βρούμε δίοδο για τη Λεμύθου. Έπρεπε Δευτέρα να ξαναρχίσουμε δουλειά ύστερα από το Σαββατοκυρίακο, δε βρήκαμε μέσω Λεμεσού, επιστρέψαμε Λευκωσία, φτάσαμε Μουτουλλά, κι από κει, αφήσαμε το αυτοκίνητο, φορτωθήκαμε τα μπογαλάκια μας κι ήρθαμε από Μουτουλλά κατάκορφα μέσα στα χιόνια βράδυ στο σχολείο. Αλησμόνητες περιπέτειες.

Δεν περνούσε βέβαια χρονιά που να μην έχουμε και αυτοκινητικό ατύχημα μέσα στα χιόνια, αλλά αυτό ήταν μέσα στο πρόγραμμα και στις συνθήκες της ζωής εδώ, μιας ζωής γεμάτης μάθηση και για μας και για τους μαθητές μας.

Ήταν ευλογημένες χρονιές, όπως και τώρα, όπως αντιλαμβάνομαι, γιατί εδώ στη Λεμύθου μέναμε όλοι,  νέοι τότε καθηγητές και καθηγήτριες, με μικρά παιδιά οικογενειάρχες μερικοί, αλλά η φιλία και η ζεστασιά όχι μόνο του τζακιού αλλά προπάντων της καρδιάς, μας έδεσε και μας κρατεί φίλους ως σήμερα.

Νους υγιής εν σώματι υγιεί. Ο διευθυντής σας Αλέκος Σπανός ήταν από τα αγαπητά μας παιδιά μαζί με τ’ αδέλφια του, λαμπροί μαθητές, το ξέρετε, τίμησαν το σχολείο και το Φοινί, τιμούν την Κύπρο όπου κι αν βρεθούν. Η απόφασή του και του Καθηγητικού Συλλόγου να τιμήσει σήμερα δασκάλους του, ανάμεσα στους οποίους το μακαριστό μας φίλο Γεώργιο Δράκο τον τιμά ιδιαίτερα, αυτόν κι όλους εσάς.

Επιστρέφει, λέει, μέρος της ευγνωμοσύνης που νιώθει για τη Σχολή, για τη ζωή του εδώ, για τους δασκάλους του, κι εμείς, νιώθουμε τη μεγαλύτερη κάτω από τις συνθήκες περηφάνια γι’ αυτόν, την οικογένεια, τη γενιά του, το χωριό, τη Σχολή μας.

                                                                 ****************
Αγαπητοί μου,

Όπως ξέρετε, στις 30 Ιανουαρίου γιορτάζουμε τους τρεις ιεράρχες, το Μέγα Βασίλειο, το Ιωάννη Χρυσόστομο και το Γρηγόριο το Θεολόγο. Η μέρα είναι γνωστή ως ημέρα των Ελληνικών Γραμμάτων. Οι τρεις ιεράρχες είναι οι πατέρες της εκκλησίας μας που γνώρισαν την ελληνική παιδεία σπουδάζοντας στα πανεπιστήμια της εποχής αρχαία ελληνικά,  φιλοσοφία και όλες τις γνωστές τότε επιστήμες.

Γνωρίζοντας όμως τη  διδασκαλία του Χριστού στράφηκαν σ’ αυτόν ως σωτήρα, χωρίς να εγκαταλείψουν την αγάπη τους για τον ελληνικό πολιτισμό. Η ελληνική σκέψη τούς βοήθησε σε μια περίοδο που έπρεπε να στερεωθεί το χριστιανικό πνεύμα με το λόγο, να αναλύσουν  δύσκολες τότε για πολλούς έννοιες, γι’ αυτό και οι τρεις ιεράρχες ως γνώστες και του ελληνικού πνεύματος και της διδασκαλίας του Χριστού έθεσαν τις βάσεις της Χριστιανικής θεολογίας, βοηθούμενοι από το ελληνικό πνεύμα που είχε ήδη στη διάθεσή του τα αναγκαία λογικά όπλα.

Η ελληνική παιδεία με τη χριστιανική θρησκεία ενωμένες έδωσαν στον κόσμο- και ιδιαίτερα σε μας τους νεοέλληνες- ό, τι ονομάζουμε ελληνοχριστιανικό πολιτισμό, για τον οποίο είμαστε περήφανοι, γιατί ξέρουμε πως  διδάσκει  την αγάπη, την ελευθερία, τον αγώνα για αξιοπρέπεια, τη φιλαλληλία, την ταπεινότητα και απλότητα στη ζωή και στη συμπεριφορά. Γι’ αυτό τιμούμε τους Τρεις Ιεράρχες, τους φωστήρες της τρισηλίου θεότητας.

 Όλα όμως αυτά είναι μάταια και ψευδή αν δεν τα μελετήσουμε, αν δεν διαβάσουμε τα βιβλία τους, αν δεν γνωρίσουμε τις σκέψεις τους, προπάντων όμως αν δεν τους έχουμε στη ζωή μας οδηγούς, πράγμα που οσο πάει και δυσκολεύει με τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας και την αχαλίνωτη χρήση τους.

Ένα από τα κείμενα που διδάσκαμε παλιά στα σχολεία, απόδειξη της ελληνομάθειας του Μεγάλου Βασιλείο ήταν το Προς τους νέους, πώς να ωφελούνται από τα Ελληνικά γράμματα

Σ’ αυτό ο ιεράρχη απευθύνει συμβουλές σε αγαπητά του παιδιά για το πώς μπορούν να βοηθηθούν από τα διδάγματα των αρχαίων ελληνικών κειμένων, επιλέγοντας τα κατάλληλα και αποφεύγοντας τα φθοροποιά.
Όπως λέει ο αρχαίος ποιητής Ησίοδος, γράφει ο Μέγας Βασίλειος, είναι άριστος άνθρωπος όποιος μονάχος του ξεχωρίζει το σωστό, κι είναι καλός άνθρωπος όποιος συμμορφώνεται με τις σωστές υποδείξεις. Ένω όποιος  δεν είναι ικανός να το κάνει αυτό χαρακτηρίζεται ως άχρηστος .

Εμείς οι χριστιανοί, λέει,  θεωρούμε εντελώς ασήμαντο πράγμα την εδώ κάτω ανθρώπινη ζωή και  δε δίνουμε σημασία στην ένδοξη καταγωγή, την ευρωστία του κορμιού, τη σωματική καλλονή, το ωραίο ανάστημα, τις τιμές που δίνουν οι άνθρωποι.

Οι χριστιανοί, λέει ο Βασίλειος, θεωρούν την παρούσα ζωή ως προετοιμασία για τη μέλλουσα, γι’αυτό δίνουμε έμφαση στην ψυχική καλλιέργεια περισσότερο παρά στο σώμα.
Ο καρπός της ψυχής, η αξία της είναι η αλήθεια.

Οπότε, πρέπει να μάθουμε να διαχωρίζουμε τα καλά από τα κακά κείμενα που διαφθείρουν τον άνθρωπο και την ψυχή του.

Απ΄ όσα μας διδάσκουν θα διαλέγουμε και θα παίρνουμε μονάχα ό, τι είναι έπαινος της αρετής και κατάκριση της κακίας

Ο Ησίοδος, λέει ο Βασίλειος, σκέφθηκε ότι ο δρόμος της αρετής είναι στην αρχή κακοτράχαλος και δυσκολοδιάβατος κι ανηφορικός, ύστερα όμως γίνεται  ίσιος, όμορφος, εύκολος, καλοδιάβατος και πιο ευχάριστος από τον άλλο.

Αυτά είναι μόνο λίγα από το κείμενό του, αρκετά όμως για να δώσουν τα μηνύματα.

Αν και με το διαδίχτυο και τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας παραμερίσαμε το βιβλίο, δεν παύουν τα διδάγματα του Μεγάλου Βασιλείου να ισχύουν, γιατί η κριτική ικανότητα θεωρείται σήμερα αναγκαία περισσότερο παρά ποτέ, γιατί οι πειρασμοί είναι περισσότεροι, η εικόνα μπήκε στη ζωή μας, οι πληροφορίες είναι χείμαρρος, γι’αυτό αν δεν είμαστε σε θέση να ελέγξουμε τι διαβάζουμε, τι βλέπουμε, τι χρησιμοποιούμε στις εργασίες μας, θα ζούμε στη σύγχυση.

Η πληροφορία είναι βλαβερή για την ψυχή ή ωφέλιμη, γι’ αυτό και πρέπει να φιλτράρεται από την κρίση μας. Κριτήριο πάντα είναι το ωραίο, το καλό, το αληθινό, που αποβαίνει ωφέλιμο και σε μας και στους άλλους.

Χαιρόμαστε όταν το βλέπουμε ή το ακούμε, νιώθουμε να μας γεμίζει ή να λύνει τις απορίες μας. Ειδ’ άλλως τα εσωτερικά μας κριτήρια διαμαρτύρονται, πως πρόκειται για κακό, άσχημο, ψευδές.
Δυσκολότερα σήμερα τα πράγματα από άλλες εποχές, ζητούν την ψυχική προπάντων δύναμή μας, γιατί –δυστυχώς- σήμερα όλοι, όπως ξέρουμε, στρεφόμαστε περισσότερο στα υλικά αγαθά, γιατί είναι πιο χειροπιαστά. Η διαφήμιση μας πείθει, οι ταινίες κι οι τηλεοπτικές σειρές, τα παιχνίδια στον υπολογιστή, ξεχνάμε τη γλώσσα μας, μαϊμουδίζουμε νομίζοντας πως οι ξένοι είναι πιο πολιτισμένοι από μας, νομίζουμε πως τα οικονομικά μας πρέπει να τίθενται στην πρώτη βαθμίδα της ιεραρχίας μας.

Είδαμε την οικονομική καταβαράθρωσή μας, είδαμε και πού οδηγούμαστε με τον αχαλίνωτο κερδοσκοπικό οίστρο. Και όμως πασιφανώς έχουμε τα καλύτερα διδάγματα, τους καλύτερους δασκάλους, τον άριστο τρόπο ζωής, κοντά στη φύση και στον άνθρωπο, κοντά στο Θεό.
Κάπου στα βάθη της καρδιάς μας ο καθένας έχει τον καλό εαυτό του, τον πραγματικό εαυτό του, τον ίδιο το Θεό να τον περιμένει, να μιλήσει μ’ αυτόν, να ψάξει μέσα του να τον βρει. Και η ησυχία χρειάζεται, και ο αγώνας μέσα στην ησυχία, και το ένδον σκάπτειν.

Όλος ο πλούτος του κόσμου μας δόθηκε από το Θεό και βρίσκεται μέσα μας.

                                                              ***********

Ένας άνθρωπος που βυθίστηκε στον εαυτό του και μελέτησε βαθιά τα ελληνικά και χριστιανικά γράμματα ήταν ο φίλος και συνάδελφος Γεώργιος Δράκος. Μαζί εργαστήκαμε τα πρώτα μας χρόνια στη Σχολή, έμενε τότε στο οικοτροφείο, ένας φανατικός των γραμμάτων, μια μνήμη αξιοθαύμαστη, θυσιαζόταν για τα παιδιά όπου κι αν δίδαξε, όπου κι αν υπηρέτησε, γιατί ανέβηκε ως τα ανώτατα την κλίμακα, γυμνασιάρχης σε πολλά σχολεία και δεξί χέρι υπουργών Παιδείας. Μια δυνατή φωνή στην ψαλτική και στο τραγούδι, οι δρόμοι της Λεμύθου ως το Όμοδος το χωριό του χάρηκαν πολλές φορές τις συζητήσεις μας και τα τραγούδια του. Μας εγκατέλειψε πριν λίγο καιρό, στις 27 Νοεμβρίου. Κοντά του βρισκόμασταν και οι φίλοι του, δάσκαλοι και μαθητές από τη Σχολή εδώ, γιατί αυτή η Σχοή ήταν χαραγμένη για πάντα στην καρδιά του. Η κυρία Γεωργία Δράκου, η γυναίκα του, και ο γιος του Σταύρος Δράκος καθηγητής της καρδιολογίας σε πανεπιστήμιο της Αμερικής είναι σήμερα μαζί μας.

Μαζί μας είναι επίσης είναι ο κύριος Αντώνης και η κυρία Νίκη Λίγγη. Όσοι έχετε γονείς που φοίτησαν στη σχολή και διετέλεσαν μαθητές τους είναι σίγουρο πως θα σας πουν τα καλύτερα λόγια για τον κύριο Λίγγη ως καθηγητή της Λογιστικής και των Εμπορικών, γιατί με τη σκληρή του δουλειά και την παρόρμησή του στα παιδιά τότε, κατόρθωνε να φέρνει τη Σχολή Μιτσή πρώτη στις εξετάσεις Λογιστικής και τους μαθητές του να διαπρέπουν αργότερα στις επαγγελματικές τους σχέσεις, να ανέρχονται τις κλίμακες της ιεραρχίας και να γίνονται διευθυντές είτε στις τράπεζες είτε στις επιχειρήσεις που εργάζονταν. Ο κύριος Αντώνης Λίγγης δίδασκε εδώ τα Οικονομικά, όπως κι η γυναίκα του κυρία Νίκη δίδασκε τη δακτυλογραφία και αγγλικά, με μεγάλες επιτυχίες στους παγκύπριους διαγωνισμούς. Έμεναν στο σπίτι πάνω από το σχολείο και η ζωή τους εδώ άφησε εποχή για την αγάπη και πρόοδο στην οποίαν οδήγησαν τους μαθητές τους.

Ο κύριος Χάρης Αριστοδήμου, θείος του διευθυντή σας, από το Φοινί, φοίτησε στη Σχολή και έγραψε για τη φοίτησή του εδώ, τον καιρό της αγγλοκρατίας, δυο διηγήματα, που περιέλαβε σε συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Τα δάχτυλα της Χαράς». Οι στιγμές της ζωής του στη Σχολή και στη Λεμύθου, οι αντιδράσεις των μαθητών εναντίον των άγγλων κατακτητών αλλά προπάντων η αυστηρότητα και η τάξη της σχολής του έμειναν αξέχαστα, γι’ αυτό και τα έχει αθανατίσει σε διηγήματα. Ο κύριος Αριστοδήμου διετέλεσε δάσκαλος, διευθυντής, επιθεωρητής, υπεύθυνος της εκπαιδευτικής αποστολής μας στην Αγγλία, όπου και εργάστηκε στα εκεί σχολεία.                             *****************
Πριν τελειώσω θα’ θελα να σας διαβεβαιώσω πως πάντα παρακολουθούμε τη ζωή στη Σχολή Μιτσή. Ιδιαίτερα όμως χαιρόμαστε, γιατί τα τελευταία χρόνια ζουν και δημιουργούν καλλιτεχνικά εδώ αξιόλογοι νέοι συνάδελφοι, που ξανάδωσαν μαζί με το φίλτατο διευθυντή σας ζωή και φωνή στη Σχολή Μιτσή Λεμύθου.      


Ευχαριστούμε και πάλι για την τιμή και τη φιλοξενία και ευχόμαστε κάθε επιτυχία στο έργο σας.

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Ένας βάρβαρος στην Ευρώπη

Ένας βάρβαρος στην Ευρώπη                                                                                                               του Στέλιου Παπαντωνίου

Ερντογάν, τι γυρεύεις εσύ, ένας βάρβαρος, στην Ευρώπη; θα μπορούσε ο κάθε ενημερωμένος παρατηρητής των ημερών να ερωτήσει τον τούρκο πρωθυπουργό, γνωστό για την πυγμή και τις επιτυχίες στη χώρα του, με τους στρατηγούς τα’ βαλε, με τη μαντίλα δεν τα’ βαλε, με τους μικρούς σαν κι εμάς παίζει το μεγάλο, με τους μεγάλους παρουσιάζεται ο νέος ισχυρός της οικουμένης, ανάμεσα στους G20, να δούμε ως πότε,  συμπαρομαρτούντος του υπουργού  του των εξωτερικών Νταβούτογλου, προηγουμένου του αφανισθέντος Μπαγίς, κύριος ποτέ δεν υπήρξε, απέναντί μας τουλάχιστον.

 Ύστερα από τις εσχάτως εις φως ανασυρθείσες ατασθαλίες, σκάνδαλα, μαφίες στην Τουρκία,  με μπλεγμένο το γιόκα του και τον Μπαγίς – τι’ χες Γιάννη τι’ χα πάντα- και τις προσπάθειές του να καθαρίσει – κατά τα λεγόμενά του - αστυνομία και στρατό, δικαστές και ανακριτές και εισαγγελείς, παρουσιάστηκε στις Βρυξέλλες  με όλο το θράσος των παλαιοσουλτάνων και νεοβεζύρηδων να προωθήσει την ένταξη της χώρας του στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, ήτοι να προωθήσει την τουρκοποίηση της Ευρώπης, προεδρευούσης μάλιστα της Ελλάδος. Και η Ευρώπη- κατ’ αυτόν – δεν περιλαμβάνει χώρα καλουμένη Κύπρο, δεν την γνωρίζει, δεν την αναγνωρίζει, ξέρει μόνο πως έχει δικαιώματα επεμβάσεως και στρατιωτικής παρουσίας σ’ αυτήν, σαράντα χρόνια τώρα, με βάση τις Συμφωνίες Ζυρίχης Λονδίνου, αλλά αγνοεί ποιο κράτος ιδρύθηκε μ’ αυτές.  Μόνο δικαιώματα επεμβατικά στην Κύπρο γνωρίζει, που επιθυμεί διακαώς να συνεχιστούν και στη νέα κατάσταση, που θα είναι –λέει- δυο ιδρυτικά κρατίδια, ένα στο βορρά κι ένα στο νότο, που θα αποτελέσουν μια νέα συνομοσπονδία, να μπορεί να τη διαλύει όποτε γουστάρει, να επεμβαίνει κατά το δοκούν να σώσει τους βρακοφόρους  του, να αλωνίζει στις θάλασσες και στις ΑΟΖ της, να την εκτουρκίσει, εξισλαμίσει το ταχύτερο ολόκληρη, γιατί αυτό είναι το όραμα της νέας Οθωμανικής αυτοκρατορίας, έστω κι αν αυτό του γυρίζει σιγά σιγά σε εφιάλτη, καλομελέτα κι έρχεται, στο ελπίζουμε είμαστε. Ο ίδιος θέλει να ενταχθεί στην ευρωπαϊκή ενότητα κρατών, αλλά είναι αντίθετος με την ενότητα ενός μικρού κράτους, της Κυπριακής Δημοκρατίας, τρέμει για τη διάσπαση της χώρας του,  χαίρεται με τη διχοτόμησή μας! Τραγελαφικά και σχιζοφρενικά, για όσους τα αποδέχονται.

Εν τη αυθαδεία του υπέδειξε πως όλο λάθη κάνει αυτή η Ευρώπη, να δεχτεί την Κύπρο πριν λυθεί όπως θα’ θελε η Τουρκία το κυπριακό, λάθος η ένταξή μας, λάθος η μη εκπροσώπηση των τουρκοκυπρίων, ευτυχώς του’ τα’ πανε, η  Κυπριακή Δημοκρατία ολόκληρη ευρίσκεται εντός, εσείς είστε και θα είστε εκτός αν συνεχίσετε το ίδιο βιολοντσέλο, αλλά αυτός δεν άκουγε, η περηφάνια του φτάνει ως τ’ αυτιά, ν’ ακούει μόνο όσα του συμφέρουν, υπομονή.

Είναι να διερωτάται κανείς: ένας άνθρωπος που εκπροσωπεί μια χώρα με βαρβαρικές καταβολές, που έχει καταστρέψει την ευρωπαϊκή πολιτισμική μας κληρονομιά, παλαιόθεν και ως τώρα, με τόσους άνανδρους φόνους στο μαυροπινακισμένο παρελθόν του, με διεθνούς εμβέλειας εγκλήματα πολέμου, προσφυγοποιήσεις, κλοπές περιουσιών, αποδεδειγμένα κακοποιημένους αιχμαλώτους, βασανισμένους αγνοούμενους, με καταπάτηση όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο από τα στρατεύματά του, με έποικους και με τόσες προσπάθειες αλλαγής της κατεχόμενης Κύπρου επί το τουρκικόν και μουσουλμανικόν, πώς είναι δυνατό να εμφανίζεται ανάμεσα στους ευρωπαίους, που λεν  πως υποστηρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα θεωρούν ως βάση της πολιτικής των και της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Τι γυρεύει ένας βάρβαρος στην Ευρώπη, παρά να την εκβαρβαρίσει και εκτουρκίσει;


Η απάντηση αναμένεται από τους ενταύθα και εν Ελλάδι οπαδούς και θαυμαστές του!