Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Δόξα τω Θεώ

Δόξα τω Θεώ
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Αυτές τις μέρες πώς είναι δυνατόν να ασχολείσαι με άλλα, τετριμμένα και χιλιοειπωμένα, και δεν επιστρέφεις στην εκκλησιά σου, στη γειτονιά, στο χωριό σου, να ψάλλεις, να σιγοψιθυρίζεις κι εσύ τον ύμνο της γέννησης του Θεανθρώπου, να ξαναβρείς την παιδικότητά σου, το χαμένο παράδεισο της ζωής σου;

Χριστός γεννάται, δοξάσατε! Τη χαρά - το δοκιμάσαμε - δεν τη βρίσκουμε εκεί που μας καλούν οι διαφημίσεις, οι υπεραγορές, οι σειρές των ταινιών που αδιέξοδες προσπαθούν αγκομαχώντας να μας συνεπάρουν και μας βυθίζουν στον καγχασμό της αδυναμίας τους. 

Ξεχειλίζει από αγάπη το σύμπαν αυτές τις μέρες, γιατί ξαναβρίσκουμε τον παλιό καλό εαυτό μας, κρυμμένο στα βάθη, με τόνους τη σκουριά της καθημερινότητας, με δικαιολογίες τόμους εγκυκλοπαίδειες, με γερμένους τους ώμους από τα βάρη: η οικονομική καταστροφή, η ανέχεια, η πείνα, η ανεργία, η αδηφάγα τουρκιά, τα τρεχαντήρια της να θέλουν να μας αποκλείσουν ως Μεσολόγγι!

Αυτές τις μέρες τα παιδάκια λαχταρούν τη χαρά, την περιμένουν με την πραγματική αγάπη και ζεστασιά στην καρδιά μας, οι γονιοί περιμένουν να δώσουν ξανά τη χαρά στα παιδιά, ας την συνοδέψουν με το χάδι και το θερμό φιλί τους, τα γερόντια την ποθούν στην μοναξιά και προσφυγιά τους και τη βρίσκουν ίσως  στην ολιγάρκεια και στη θύμηση των παλιών ηθών και εθίμων.


 Θα μπορέσουμε ταπεινά αυτές τις μέρες να οδηγηθούμε στο σπήλαιο της καρδιάς μας σιγομουρμουρίζοντας το Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη; Θα μπορέσουμε να πούμε μια φορά από καρδιάς Δόξα τω Θεώ;

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

Σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι αυτό βαστώ μονάχο

Σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι αυτό βαστώ μονάχο
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Πολυκέφαλο τεράστιο αγώνα ανέλαβαν οι Άγγλοι κατά την περίοδο της αγγλοκρατίας να μας αφελληνίσουν και δεν το κατόρθωσαν. Ύβρη θεωρεί τις ενέργειές τους  ο Σεφέρης στο ποίημα Σαλαμίνα της Κύπρος: «Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν (τις ψυχές) δε θα μπορέσουν, μόνο θα τις ξεκάμουν, αν ξεγίνονται οι ψυχές», λέει. Που δεν ξεγίνονται, ως απλή πνοή Θεού.  Και φτάσαμε σήμερα στο σημείο να αποτελούμε μειονότητα στον τόπο μας οι Έλληνες,  κι αυτό βέβαια με την ανοχή, αν όχι την προτροπή  των τέως κυβερνησάντων: «Πολυπολιτισμική» κοινωνία μας ήθελαν, γιατί πίστευαν, όπως φαίνεται, πως η ελληνικότητα της πλειονότητας των Κυπρίων ήταν βασικό εμπόδιο για να λυθεί το κυπριακό κι έπρεπε να ξεβάψει το γαλανό, για να μην παρεμποδίζεται  η «κυπριακής ιδιοκτησίας» λύση, που όλο προκλητικά την ακούαμε,  μα πραγματικά δεν την βλέπαμε.

Μειοψηφία οι Έλληνες στην Κύπρο, σε σχέση με όλους τους άλλους, λένε οι καταγραφές πληθυσμού. Ξένοι μπαινοβγαίνουν, άλλοι νόμιμα άλλοι παράνομα, Ευρωπαίοι και μη,  εγκαθίστανται, εργάζονται, κι όλα αυτά χωρίς να προβλέπονται τα αποτελέσματα. Χώρια το τι γίνεται στα Κατεχόμενα, με την πλειονότητα των εποίκων και το σταδιακό αφανισμό των τουρκοκυπρίων.  
Ο ελληνικός πληθυσμός κινδυνεύει, οι νέοι μας ετοιμάζονται για το εξωτερικό, να εργαστούν, να διαπρέψουν, ενώ οι εναπομείναντες ανοίγουν καφενεία, αφού κλείνουν οι επιχειρήσεις, και φτιάχνουν ή προσφέρουν καφέ, ή τον πίνουν διαβάζοντας τις αγγελίες στις εφημερίδες: «Ζητείται...». Παρέα με τα γερόντια, που αυξάνονται και πληθύνονται.

Μας απομένει η ελληνικότητά μας, ως λόγος και χρέος ύπαρξης σ’ αυτό τον τόπο, με την τρισχιλιετή Ιστορία, η οποία βεβαιώνει πως δε χανόμαστε εύκολα, αιώνες υπάρχουμε κι επιβιώνουμε. Πολλά είδαμε και πάθαμε. Αλλά συν Αθηνά... Η χείρα δεν μπορεί να μένει ανενεργή, ούτε να υπακούει μόνο στις εντολές της Ευρώπης, που ίσως έχει άλλα προβλήματα, πάντως όχι τον Τούρκο να την πατά στο λαιμό και να την αποκαλεί «ανύπαρκτη»  ή και άλλα αποτρόπαια. Ίσως εκεί να’ χουν πρόβλημα ρατσισμού, γι’ αυτό και στα σχολεία μας, κατ’ αναλογίαν,  καραμελίζουν τον όρο διαρκώς. Εμείς όμως έχουμε πρόβλημα διαγραφής από το χάρτη. Κι αυτό έπρεπε να’ ναι μέλημα και του Υπουργείου Παιδείας και των δασκάλων και των μαθητών και της πρεσβείας της Ελλάδας και της Εκκλησίας βεβαίως.

Υπάρχουν τρόποι, λέει η υπεύθυνη για την καταγραφή του πληθυσμού, υπάρχουν σχέδια που άλλες χώρες έθεσαν σε εφαρμογή, όταν μπήκαν στο λαβύρινθο, κι έσωσαν την εθνικότητα και τον πολιτισμό τους, κράτησαν ασφαλείς αναλογίες. Μπορούμε κι εμείς, διαβεβαιώνουν οι ιθύνοντες, μόνο που λόγια ακούμε και το μηδέν βλέπουμε προς το παρόν στην πράξη.

Γι’ αυτό στο τέλος και πάλι – αρέσει δεν αρέσει- το χρέος μας εις διπλούν: Ένα χρέος η διατήρηση της ελληνικότητας στο νησί,  κι άλλο ένα η διατήρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως του κράτους μας. Οι βάρβαροι, από ερευνητικά πλοία ως διπλωμάτες, δεν έλυσαν κανένα πρόβλημα παρά βαρβαρικώ τω τρόπω, κατά τα συμφέροντά τους, με πολλές αποδομικές ασάφειες. Εις στάσιν αναμονής εμείς. Και ετοιμότητας.


Σε γκρεμό κρεμόμαστε βαθύ, κι αυτά βαστούμε μονάχα.

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Εξεταστέα ύλη: Δηλώσεις Μπαγίς
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Δε μπορούμε κι εμείς να χαρούμε μια χαρά του Κεντρώου, μια ελπίδα κι αυτή για το κυπριακό, και με τον Μπαγίς θ’ ασχολούμαστε; Τώρα να μου πεις: κάθε που θα ρίχνει ένας Μπαγίς μια πέτρα στη λίμνη, θα τρέχετε να την ψαρεύετε; Μπαγίς είναι, ό, τι θέλει λέει. Κινδυνεύει ο άνθρωπος. Να βάλει τη χώρα του στην Ευρώπη ανάλαβε, και δεν του περνά. Βρίσκει εμπόδιο το Κυπριακό και τις υποχρεώσεις της Κυράς του  απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία. Κι όμως τη ζημιά την κάνει. «Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές», λέει ο Ποιητής, «είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή». Και καθημερινή.

«Οι δυο κοινότητες στην Κύπρο μοιάζουν με αντρόγυνο», λέει ο Μπαγίς, «κι αν δεν ταιριάζουν, ας χωρίσουν». Καλό κομμάτι, να το δώσουν οι δάσκαλοι στα παιδιά, τώρα που γνωρίζουν και τι εστί γραμματικός κριτικισμός ή κριτικός γραμματισμός, να δούμε αν μπορούν να κρίνουν. Κι  αν βρουν και αναλύσουν  το συλλογισμό, τα σοφίσματα και τους κρυμμένους όρους, να περάσουν στην άλλη τάξη, ή και να πάρουν θέση στα παιδαγωγικά τμήματα του «πανεπιστήμιου», να διδάσκουν στα παιδάκια, που, ανάγνωση και γραφή δεν ξέρουν, όμως μπορούν να μάθουν να κρίνουν «του φτέρου» κείμενα, της αρεσκείας του διδάσκοντος.

Μα, μη αγαπημένε μου Μπαγίς, δε βλάφτει να ξέρεις – και το ξέρεις σίγουρα, αλλά μεγάλη σουπιά που είσαι, ταχυδακτυλουργικώς τα κρύβεις στα μελάνια - ότι η χανούμ μάς εγκατάλειψε από το 1963. Θέλησε να ζήσει μόνη, με τη μάνα της  Σουλτάνα προφανώς, που τη συμπουργούσε. Η σουλτάνα λοιπόν  συνυπουργούσε, η χανούμ μας πήρε των ομματιών της, να ζήσει στην «απομόνωσή» της -το παραμύθι αργότερα ανακαλύφθηκε. Η Κυπριακή Δημοκρατία εκπροσωπούνταν και εκπροσωπείται από την ελληνοκυπριακή κοινότητα και μόνην. Η χανούμ αργότερα κουβάλησε χιλιάδες να κοιμούνται μαζί της, βρακοφόρους από την Ανατολία και τα μεχμετζίκ  –αστυνομία τζιαι στρατός εφτάσαν επί τόπου-  την φρουρούσαν να κάνει τις παρανομίες της από το 1974. Πήγε ν’ ανοίξει σπίτι δικό της και να κλείσει το δικό μας. Η μάνα της κουβαλά νερό με τα κοφίνια, κι ο Μπαγίς ονειρεύεται εξίσωση των δυο, της χανούμ και του συν- ζύγου, αλλ΄ο σύν- ζυγος έχει τη νόμιμη κηδεμονία των παιδιών κι η χανούμ των μπαστάρδικών της, των εκτός νόμου αποκτηθέντων.

Κι ύστερα δεν είναι μόνο η εξίσωση του Μπαγίς και τα τερτίπια: «ας χωρίσουν». Μ’ άλλα λόγια ένα σπίτι στο βορρά η χανούμ,  κοντά στη σουλτάνα,  κι άλλο ο άλλος στο νότο, ω της ισότητας και της δικαιοσύνης!  Και τι σκαρφίστηκαν τώρα που βρέθηκαν στις νότιες θάλασσες θησαυροί αμύθητοι; Μα θα τους μοιραστεί εξίσου το «αντρόγυνο»! Όλοι οι έξυπνοι του κόσμου πάνω στην κούτρα μας σκαρφίζονται τα πιο φανταστικά! Αστε και κανενός άλλου το Νόμπελ ευφυιούς... «διπλομμμματίας»!


Στο μεταξύ τα πράγματα δεν είναι καθόλου καλά, μπαινοβγαίνω, συνεργάζεσαι, ξεπουλά, δείχνουμε διαβατήρια, ανέχεστε πρόστιμα, πληρώνουν. Τα παιδιά πρέπει να μάθουν να διαβάζουν τις τουρκικές δηλώσεις, να κρίνουν και να κατακρίνουν τα κακώς κείμενα, να παίρνουν θέση, να αναλάβουν αγώνα διαφώτισης, των συμμαθητών τους πανευρωπαϊκά και προπάντων παγκύπρια. Εδώ μέσα είναι το μέγα πρόβλημα. Καλή και σκληρή δουλειά. Γρηγορείτε. Εξεταστέα  ύλη υπάρχει άφθονη και καθημερινή. Κρίνετε και απαντάτε. Δικαιοσύνην μάθετε. Και σεβασμό στα δικαιώματά σας!