Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Στην Κυθρέα

Στέλιου Παπαντωνίου

Στην Κυθρέα

Τ’ όνειρο απλώνεται σαν τα σεντόνια της γιαγιάς
Μυρίζει γιασεμί, κυλά σαν δροσερό ρυάκι στην Κυθρέα
Κι οι χήνες βγαίνουν στο σεριάνι συζητώντας δυνατά
μαύρες υγραμένες πέτρες, ποταμίσιες θύμησες.  
Ένας λειμώνας ανθρωπιάς, οι λέξεις αγνοούνται,
κρύβονται στις καρδιές τους,
ο Πάμπος, η Αντρούλα, ο Τάκης, η Μαρίτσα,
Λέγε της Χαμπούς, να καταλάβουν.
Κι οι Αριστείδηες.

Στο δρόμο παρακάτω, στροφές  σπιτάκια σφηνωμένα
Σφικταγκαλιασμένα, γαλήνια η εκκλησιά,
Ως να βρούμε του πατέρα το σόι
Το Θωμά και τη Γιωργούλα,
Τον Παύλο και την Άννα
Μεγάλες αγκαλιές, αρχοντικές,
Κάτι σμαράγδια μάτια
Λάδι στο πιάτο και τεράστιες ελιές.
Παρέκει ο Στυλής, η Αντρονίκη, ο Αντρέας.

«Τα κλωνάρια δεν πρέπει να ξεχνιούνται», λένε,
Να βρίσκεστε σαν μεγαλώσετε
Άλλος στο Λονδίνο, στην Αραπιά, στο συνοικισμό.

Μένει τ΄όνειρο στο  πικρό χαμόγελο
Βυθοσκοπώντας  τους κρυφούς καημούς
και τις αγιάτρευτες πληγές μας.

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Η άρνηση

Η άρνηση
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Οι εθνικές επέτειοι δίνουν το έναυσμα για να κοιτάξουμε ως εις καθρέφτη το πρόσωπό μας και- μέσα στην περηφάνια για κείνους- να θρηνήσουμε επί των ερειπίων οικονομικών και πολιτικών, έργο της δύναμης  των μεγάλων και της αδυναμία ημών των μικρών και των εκπροσώπων μας, όχι μόνο μικρών, αλλ’ ελαχίστων, εν Ελλάδι και εν Κύπρω.
 «Εσείς αρχίστε τις συνομιλίες και βλέπουμε», ο μέγας Μπαρόσο, ο υπάλληλος Τσέχος Φούλε σπεύδει να ανοίξει κεφάλαια για την Τουρκία, και ο πολύς Ντάουνερ βλάπτεται όταν ακούει την εισήγησή μας για συμμετοχή της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης στις συνομιλίες, που λένε ν’ αρχίσουν και ορθώς δεν αρχίζουν, αν δεν κρυσταλλωθεί η βάση των συνομιλιών.

Αν εκκινήσουμε από την αρχή πως το μόνο όπλο μας είναι η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία ακόμα δεν εκμεταλλεύτηκε όλα τα πλεονεκτήματα από την ένταξή της στην ΕΕ ούτε και τις αλλαγές στον ενεργειακό χάρτη, ούτε τις αχνοχαράζουσες νέες συμμαχίες λόγω του αερίου, πρέπει να πιστέψουμε κατάβαθα πως  με κανένα αντάλλαγμα δεν μπορούμε να διαγράψουμε την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία ισχυρότερη πρέπει να ετοιμάζεται παρά η ετοιμοθάνατη διακονιάρα των κρατών, όπως την κατάντησαν γιατί συμφέρει στους εχθρούς. Γι’ αυτό και ορθώς δεν αρχίζουν οι συνομιλίες αν το νέο μόρφωμα δεν είναι μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, χωρίς επιστάτες, χωρίς  προστάτιδες δυνάμεις με επεμβατικά και αποβατικά δικαιώματα, μείωση της ανθρωπιάς μας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μας. Καμιά ειρήνη στον κόσμο δεν έρχεται με την υποδούλωση των συνανθρώπων μας, και γι’αυτή την ελευθερία μας αγωνιζόμαστε και πρέπει να αγωνιζόμαστε, επαναλαμβάνοντας την άρνηση σε οποιαδήποτε απόπειρα άλλης εισβολής στη ζωή μας. Μιλούμε για τα αυτονόητα!

Κινήσεις για να μας πνίξουν είναι οφθαλμοφανείς: μόλις χαράξουμε στο ασφυξιογόνο που μας περιβάλλει καμιά χαραματιά να αναπνεύσουμε, η απάντηση είναι «να δούμε, αργότερα, όχι τώρα, δεν κάνει, δυσκολεύετε τις περιστάσεις, δεν ευκολύνετε την κατάσταση της ασφυξίας στην οποία σας έχουμε οδηγήσει.». Άντε να πνιγείτε, μας υποβάλλουν, και βεβαίως τρις τους το λέμε κι εμείς.

Αν το ανώτερο αγαθό είναι η ελευθερία, γιατί χωρίς αυτήν απανθρωπιζόμαστε, κάθε τι που ενδυναμώνει την Τουρκία μάς είναι εχθρικό, και κάθε τι που ενδυναμώνει τις δικές μας θέσεις είναι φιλικό, επιθυμητό, θετικό. Γι’ αυτό και ασυγχώρητα είναι τα δικά μας σφάλματα, αδικήματα, εγκλήματα κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνοκυπριακής Κοινότητας, και δε χωρούν καμιά συγχώρεση, ούτε κατανόηση, δικαιούμαστε μάλιστα να τα καταγγέλλουμε, γιατί επεμβαίνουν στην προσωπική ελευθερία του καθενός μας.


Αφού είμαστε αποφασισμένοι να παραμείνουμε στη χώρα μας ελεύθεροι, πρέπει να είμαστε και έτοιμοι να πάθουμε, να υποστούμε θυσίες, όπως ήδη υφιστάμεθα, γνωρίζοντας ότι χωρίς αυτές, φως δε βλέπουμε. Γι’ αυτό και η άρνηση να αποδεχθούμε τετελεσμένα, λύση δύο κρατιδίων, ακόμα και τη λεγόμενη διζωνική δικοινοτική - ό, τι τούτο κι αν κατάντησε να σημαίνει - είναι θετική στάση, τουλάχιστο για την αξιοπρέπεια και την ελευθερία μας. Από αυτή την άποψη, η άρνηση των Ελλήνων του σαράντα, μπορεί να συνεχίζεται και στην Κύπρο του σήμερα.

Λόγος περί ποιήσεως και ποιητών

Λόγος περί ποιήσεως και ποιητών
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Ποίηση, εκείνη η χαραμάδα από την οποίαν εξέρχεται το ασυνείδητο, υποσυνείδητο, συνειδητό, και εκφράζεται προπάντων με εικόνες, γιατί δεν είναι λόγος μόνο αλλά και άλογο, άρα δεν είναι συλλογιστική, μαθηματικοί τύποι, ούτε φυσικά όντα και φαινόμενα, αλλά πολλές φορές είναι αυτά τούτα τα υπερφυά. Άρα είναι πιο κοντά στην τέχνη, αφού λογοτεχνία, και όσο πιο μακριά από την επιστήμη. Αφού έρχεται από τα βάθη εκείνα και του ασυνειδήτου, εν πολλοίς είναι και πρέπει να είναι στη φύση της το μη εύληπτον, το μη καταληπτόν, γι’ αυτό χρειάζεται και τη μαντική που είναι κοντά στη μανική, όπως εξηγεί ο Πλάτων. Αλλά δεν αντιστοιχεί ούτε στην πραγματικότητα, γιατί ο ποιητής ως δημιουργός, ποιεί ή δημιουργεί έναν άλλο κόσμο, στον κόσμο του πνεύματος, την άνω Ελλάδα, όπως λέει ο Ελύτης, που όμως πρέπει να είναι σύμφωνη με το εικός και αναγκαίο,  δηλαδή εύλογα να προσλαμβάνεται ότι είναι δυνατόν να υπάρχει, άρα δεν πρόκειται περί του αχαλίνωτου φαντασιακού κόσμου του ψευδέστατου.  Κι αυτός δίνεται, όπως και για την τραγωδία λέει ο Αριστοτέλης, ηδησμένω λόγω,  με ρυθμό και συνδυασμούς αρμονικών λέξεων και φράσεων , πέραν της πεζολογίας, από την οποία, κατά τη νεότερη γλωσσολογία, όσο απομακρύνεται τόσο το καλύτερο. Παρθένες οι λέξεις. Αλλά και πάλι δεν μπορεί να είναι βερμπαλισμός, μια λεξιθηρία κενή περιεχομένου. Γιατί ενοχλείς τις λέξεις, ρωτά ο Μόντης, αν δεν έχεις τίποτε να πεις;

Ο Σεφέρης βρίσκει πως η ποιητική κατάσταση είναι μια σύνθεση, όπου ρυθμός, μελωδία, εικόνες, λόγος, συνυπάρχουν, μια κατάσταση στην οποία δύσκολα μπαίνεις και ίσως είναι ελαχίστου χρόνου, γι’ αυτό κι ο Βαλερύ  λέει πως τον πρώτο στίχο μας χαρίζουν οι θεοί αλλά τους λοιπούς τους γράφουμε  με το αίμα , με μόχθο πολύ.

Ενώ σε γενικές γραμμές αυτά και άλλα λέγονται περί ποιήσεως, ο κάθε ποιητής την βιώνει διαφορετικά, γι’ αυτό κι έχει διαφορετικό λόγο να πει για το φαινόμενο της συγγραφής ή τι είναι ποίηση. Ποίηση δεν είναι Ιστορία, να αναφέρεται στα γενόμενα, λέει ο Αριστοτέλης, ούτε και φιλοσοφία, αλλά μπορεί να μιλήσει φιλοσοφικά ο ποιητής ή ποιητικά ο φιλόσοφος,  γιατί συμπίπτουν στο καθόλου.

Όπως λέει ο Αριστοτέλης, η ποίηση είναι φιλοσοφικότερη της Ιστορίας.  Η έκφραση των καθόλου απαιτεί όπως ο ποιητής  σβήνει όσο το δυνατόν την προσωπικότητά του, το εγώ του, για να εκφράζει πανανθρώπινα συναισθήματα και συλλήψεις,διαιώνια ισχύοντα.  Κι αυτά όμως φανερωνόμενα μέσα από τον κόσμο του μύθου, λέει ο Αριστοτέλης, δηλαδή του δημιουργημένου από τον άνθρωπο κόσμου, όχι από τον πραγματικό. Ο τρωικός πόλεμος είναι ιστορικό γεγονός, η Ιλιάδα όμως είναι δημιούργημα του Ομήρου μέσα στον κόσμο  του μύθου, κατά το εικός και το αναγκαίον.
Προσπαθώντας να πούμε τι δεν είναι ποίηση και λίγο τι είναι, αντιλαμβανόμαστε ότι συνεχώς μιλούμε για τον κόσμο του πνεύματος και όχι της ύλης ή της φύσης στην επιστημονική της εκδοχή, αλλά και από την άλλη ότι πάντα κάτι μένει το άληπτον, το ασύλληπτο, αυτό το ανέκφραστο και ανερμήνευτο που είναι η ποίηση ή η ειδοποιός της διαφορά από τα στιχουργήματα.

Ίσως εδώ να αντιλαμβανόμαστε και καλύτερα το λόγο του Πλάτωνα,  αν δεν γράφει με μανία ο ποιητής και είναι σώφρων, στηριζόμενος στην κατοχή της τέχνης του , η ποίηση του σωφρονούντος χάθηκε από την ποίηση του μανικού ποιητή. Και για να το πούμε αλλιώς, από  το μαίνομαι,μανία, μανικός, προήλθαν κι οι μαινάδες, που μας ανάγουν ή κατάγουν στα βάθη της ζωής, στον πανάρχαιο άνθρωπο, κοντά στη φύση, στον πρωτόγονο, πιο κοντά στα πνεύματα και στους θεούς, στις άλλες δυνάμεις, γι’αυτό και η παρθενική ματιά κι ο θαυμασμός για τον οποίο λέγαμε, κι η παρθενική χρήση των λέξεων, από έναν άνθρωπο που μόλις βγήκε από τα χέρια του Θεού.


Αρκείτω ο λόγος. 

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Μαρτύρια των Χριστιανών κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο



Στέλιου Παπαντωνίου, φιλολόγου, ἐκπαιδευτικοῦ
Μαρτύρια τῶν Χριστιανῶν κατά τή Ρωμαϊκή περίοδο

Ὁ Χριστιανισμός δέν διαδόθηκε τυχαῖα στόν κόσμο. Ἐκτός από το κοσμοσωτήριο κήρυγμα τοῦ Κυρίου, τήν ἀγάπη μέ τήν ὁποία ὁ ἴδιος περιέβαλε τόν ἄνθρωπο γενόμενος ἄνθρωπος, τήν πραγματική πάλη τῶν ἀποστόλων μέσα στίς ἀντίξοες συνθῆκες τῆς ἐποχῆς, οὐσιαστικό ρόλο ἔπαιξαν καί οἱ ἁπλοί πιστοί, γενόμενοι μάρτυρες τῆς πίστης τους και δεχόμενοι ἄπειρα και φρικιαστικά τά ἐναντίον τους ἐγκληματικά βασανιστήρια. Ἡ ἐπίσημη κρατική θρησκεία τῶν εἰδώλων, ἡ αὐτοκρατορική προστασία, ἡ ἀνακήρυξη τῶν ἰδίων τῶν αὐτοκρατόρων σέ θεούς ἦταν συντριπτικά στοιχεῖα τῆς ἰσχύος τοῦ κράτους καί τῶν συμβόλων του, πού δέν ἐπέτρεπαν εὔκολα τήν ἐπέμβαση στήν ἐπίσημη θρησκεία. Καί ὅμως οἱ πρῶτοι Χριστιανοί πλήρωσαν μέ τό τίμιο αἷμα τους τήν ἀπόφασή τους νά δωρίσουν στον κόσμο μιά νέα θρησκεία, ἐπαναστατική  γιά τήν ἐποχή  τοῦ μίσους καί τῶν ψεύτικων θεῶν, τή θρησκεία του θεανθρώπου, τή θρησκεία τῆς ἀγάπης.

Στό παρόν κείμενο θά ἐπιχειρήσουμε μιά περιληπτική παρουσίαση τῶν βασανιστηρίων τά ὁποῖα ὑπέστησαν οἱ πρῶτοι χριστιανοί, γιά νά ἀποκηρύξουν τήν πίστη τους.

Χρονολογικά μποροῦμε ἁδρομερῶς νά ἀναφέρουμε ἀρχίζοντας ἀπό τό 34 μ.Χ. περίπου τό μαρτύριο τοῦ πρωτομάρτυρα Στεφάνου, πού καταδικάστηκε στό διά λιθοβολισμοῦ θάνατο. Τό  64 μ.Χ. μεγάλη πυρκαγιά στή Ρώμη ἀποτελεῖ καί τό ἔναυσμα τοῦ πρώτου μεγάλου διωγμοῦ ἐπί Νέρωνος. Κατηγορήθηκαν οἱ χριστιανοί ὡς αἴτιοι τῆς καταστροφῆς καί πολλοί κατασπαράχτηκαν ἀπό  τά σκυλιά, ἐνῶ ἄλλους τούς ἔκαιγαν ρίχνοντάς τους στίς φλόγες, γιά νά χρησιμεύουν ὡς νυχτερινός φωτισμός. Ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος Γλαβίνας στό ἔργο του Οἱ διωγμοί κατά τῆς Ἐκκλησίας στήν Προκωνσταντίνεια ἐποχή, «ὁ Τάκιτος ἀναφέρει καί τά διάφορα μαρτύρια τῶν Χριστιανῶν . Ἤδη τήν έποχή τῆς δημοκρατίας ἀλλά κυρίως τήν ἐποχή τῆς αὐτοκρατορίας τό ρίξιμο στά θηρία τοῦ ἀμφιθεάτρου (bestiae) καθώς καί τό ρίξιμο στή φωτιά (crematio = κάψιμο ζωντανοῦ στά καυσόξυλα) ἦταν τιμωρίες γιά διάφορες ποινικές πράξεις. Ἐπίσης ἡ σταύρωση (crux) καί ἡ tunica molesta (κάψιμο μέ  βρεγμένη ὕλη πού δέν καιγόταν) ἦταν σέ χρήση... οἱ δήμιοι μεταχειρίζονταν ἐναντίον τῶν Χριστιανών ὄχι μόνο σιδηρά ὄργανα, πῦρ, ἁλυσίδες, ἄγρια θηρία, ἀλλά τούς ἔσχιζαν τίς κοιλιές, τούς σταύρωναν, τούς παλούκωναν καί γενικά μεταχειρίζονταν κάθε βάσανο πού μποροῦσε νά ἐπινοήσει ἡ ἀνθρώπινη βαρβαρότητα καί σκληροκαρδία

Ἐπί Νέρωνος ἐμαρτύρησε καί ἡ ἁγία Φωτεινή ἡ Σαμαρεῖτις μέ τίς ἀδελφές της. «Ὁ θηριώδης», γράφει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στὀ συναξάρι του « ἐπρόσταξε νά κλίνουν μέ βίαν τάς κορυφάς δύο δένδρων, ὁπού ἦτον εἰς τό περιβόλιόν του, καί εἰς αὐτάς νά δέσουν τήν Aγίαν Φωτίδα (ἀδελφήν). Έπειτα ἐπρόσταξε νά ἀφήσουν πάλιν τάς κορυφάς νά γυρίσουν εἰς το πρότερον σχῆμα των. Όθεν ὑπό τούτων σχισθεῖσα ἡ Ἁγία εἰς δύο μέρη, παρέδωκεν ἡ μακαρία τήν ψυχήν της εἰς χεῖρας Θεοῦ, καί ἔλαβε τόν τοῦ μαρτυρίου ἀμάραντον στέφανον. Tότε ἐπρόσταξε νά ἀποκεφαλίσουν μέν ὅλους τούς ἁγίους, μόνην δέ τήν ἁγίαν Φωτεινήν νά ἐκβάλουν ἀπό τὀ ξηροπήγαδον (ὅπου τήν ἔριψαν) καί νά τήν βάλουν εἰς τήν φυλακήν.»

Μέ τό κτίσιμο τοῦ Κολοσσαίου στή Ρώμη παραδίδεται καί νέος τόπος μαρτυρίου τῶν χριστιανῶν, ἀφοῦ πολλοί ρίχτηκαν στά θηρία. Ἀκολουθεί ὁ διωγμός ἐπί Δομιτιανοῦ 81-86 μ.Χ.  Ἀνάμεσα στούς μάρτυρες τῆς ἐποχῆς, ὁ Ζώσιμος, τοῦ ὁποίου κατέκαυσαν τ’ αὐτιά μέ πυρωμένο σίδερο κι ὕστερα τόν ἔβαλαν σέ λέβητα γεμάτο βόρβορο κοχλαστό. Ἀκολουθεῖ λίγο ἀργότερα, τό 98-117 ὁ διωγμός ἐπί Τραϊανοῦ καί άμέσως κατόπιν ὁ διωγμός ἐπί Ἀδριανοῦ (117 - 138 μ.Χ.) καί ἐπί Ἀντωνίου Πίου (138-161 μ.Χ.). Ὁ Μάρκος Αὐρήλιος, καίτοι φιλόσοφος, δέν ὑστέρησε σέ διωγμούς, ἀφοῦ χιλιάδες χριστιανοί ρίχτηκαν στά θηρία ἤ ἀποκεφαλίστηκαν. Παράδειγμα μαρτυρίου τῆς ἐποχῆς εἶναι ἡ ἁγία Παρασκευή. Ἀρχικά τῆς ἔθεσαν μία πυρακτωμένη περικεφαλαία στήν κεφαλή. Ἐν συνεχείᾳ, καί ἀφοῦ δέν λύγισε, ρίχτηκε στήν ἀπομόνωση. Ὁ Ἀντωνῖνος κατάλαβε πλέον τό μάταιο τῆς προσπάθειάς του καί διέταξε τό βασανισμό της μέχρι θανάτου. Ἔτσι τήν ὁδήγησαν στό βασανιστήριο τοῦ καυτοῦ λαδιοῦ. Ὅμως ἐδῶ ἀναφέρεται ἀπό τόν βιογράφο της «μέγα σημεῖον», ὅτι δηλαδή, ἐνῶ τήν βύθισαν στό θερμό λάδι, ἐκείνη παρέμενε ἀνέπαφη. Ὅταν τό ἄκουσε ὁ Ἀντωνῖνος δέν πίστεψε σέ κάτι τέτοιο καί θέλησε ὁ ἴδιος νά διαπιστώσει τήν ἀλήθεια. Πλησιάζοντας ὅμως τό λέβητα, τά μάτια του βλάφτηκαν ἀπό τόν καυτό ἀτμό μέ ἀποτέλεσμα νά τυφλωθεῖ. Ἡ Παρασκευή ὅμως τόν θεράπευσε, γι’ αὐτό καί θεωρεῖται ἡ προστάτιδα τῶν ματιών. Τόν Αντωνῖνο διαδέχθηκε ὁ Μάρκος Αὐρήλιος. Μέσα στούς πρώτους χριστιανούς πού συνέλαβε ἦταν καί ἡ Παρασκευή, τήν ὁποία ἔρριψαν σέ χῶρο πού φυλάσσονταν φίδια. Αὐτά ὅμως πέθαναν ὅταν τήν πλησίασαν. Τέλος τῆς ἀπέκοψαν τήν κεφαλή. Τή συνέχεια τῶν διωγμών ἀναλαμβάνει ὁ υἱός του Κόμμοδος καί ὕστερα, 193-211μ.Χ. ὁ Σεπτίμιος Σεβῆρος.

Στήν Ἀλεξάνδρεια ἔκαιγαν στή φωτιά, σταύρωναν ἤ ἀποκεφάλιζαν καθημερινά πολλούς μάρτυρες.

 Γνωστό τήν εποχή αὐτή εἶναι  τό μαρτύριο τῆς ἁγίας Περπέτουας, πού τήν κομμάτιασαν τά θηρία. Ἄλλος ἕνας διωγμός ἀκολουθεί ἐπί Μαξιμίνου 235-238μ.Χ. Ἀκολουθεί ὁ διωγμός ἐπί Δεκίου 249-251, . Τότε συνελάμβαναν καί βασάνιζαν κυρίως τόν κλῆρο καί τούς Ἐπισκόπους.Ὅπως ἀναγράφεται στὀ συναξάρι τοῦ ἁγίου Τρύφωνος, «Ὅταν αὐτοκράτορας ἔγινε ὁ Δέκιος, ἐξαπέλυσε ἄγριο διωγμὸ κατὰ τῶν Χριστιανῶν. Ὁ Ἅγιος Τρύφων ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὴν πίστη του. Τότε ὑποβλήθηκε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Τοῦ κατατρύπησαν μὲ σπαθιὰ ὅλο του τὸ σῶμα, ἔπειτα τὸν ἔδεσαν ἀπὸ τὰ πόδια σὲ ἄλογα καὶ τὸν ἔσυραν, σὲ ὧρες φοβεροῦ ψύχους, σὲ δύσβατες καὶ πετρώδεις τοποθεσίες. Ὕστερα ἀπὸ αὐτὸ τὸν ἔκλεισαν στὸ δεσμωτήριο, ἀκολούθως τὸν ἔσυραν  γυμνὸ πάνω σὲ σιδερένια καρφιά, κατόπιν τὸν μαστίγωσαν καὶ στὴ συνέχεια τοῦ ἔκαψαν μὲ λαμπάδες τὰ πλευρά. Στὸ τέλος, μόλις ὁ Μάρτυρας παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Θεὸ λέγοντας τὸ ΄Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, δέξαι τὸ πνεῦμα μου΄, ἀπέκοψαν τὴν τίμια κεφαλὴ του.» Τήν ἴδια περίοδο ὁ μάρτυς Πολύευκτος «τἠν διά ξίφους δέχεται τελευτήν». Ἄλλος διωγμός ἐπί Βαλεριανού, 253-260. ἐπί Αυρηλιανοῦ 270-275 καί ἐπί Διοκλητιανοῦ 284- 305. (Στοιχεία για τους διωγμούς κατά χρονολογική σειρά ἀπό την εργασία: Νίκος Παύλου, Η κοινωνική προέλευση τῶν χριστιανών μαρτύρων, (ἀπό το 2ο έως τις αρχές του 4ου αι.), (Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ).

Ἐπί Διοκλητιανοῦ ὁ ἅγιος μάρτυς Ἰουλιανός κλείστηκε σέ μοναστήρι τὀ ὁποῖο κατέκαυσαν οἱ διῶχτες του καί ἔκαυσαν ὅλους ὅσοι βρίσκονταν ἐκεῖ. Ὁ ἅγιος Ἰουλιανός ρίχτηκε στὀ ἔδαφος, τόν χτυποῦν, τόν ἁλυσοδένουν, τοῦ σπάζουν τά ὀστά. Ἄλλους πού πίστευσαν τότε στό Χριστό, τούς περιτύλιξαν τά δάχτυλα χεριῶν καί ποδιῶν μέ πάπυρους βουτηγμένους στό λάδι καί τούς ἄναψαν ἐνῶ τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ ἔγδαραν τό δέρμα τῆς κεφαλῆς. 

Τήν ἴδια περίοδο ὁ μάρτυς Καρτέριος κρεμᾶται ἐπί ξύλου, τοῦ ἀφαιροῦν τά νύχια τῶν χεριῶν καί τῶν ποδιῶν μέ ξυράφι καί τοῦ ξένουν τό σῶμα μέ σιδερένια νύχια, τοῦ τρυποῦν τούς ἀστραγάλους μέ σίδερο, τόν βάζουν νά καθίσει σέ τηγάνι πυρωμένο καί τοῦ σουβλίζουν τά πόδια. Στό τέλος, τοῦ κρεμάζουν πέτρες ἀπό τά χέρια καί τά πόδια, τόν καῖνε μέ λαμπάδες καί τοῦ ρίχνουν στό στόμα πυρωμένο μολύβι. 

Ἡ ἁγία Θεοδούλη, τήν ἴδια ἐποχή, «ὑπό σουβλίων πυρωθέντων διετρυπήθη τούς μαστούς», τήν κρέμασαν ἀπό τά μαλλιά ἀπό ἕνα κυπαρίσσι, τῆς ἔδεσαν τά πόδια κι ὕστερα τήν ἔριξαν στό καμίνι νά καεῖ. 

Τήν ἴδια ἐποχή τρεῖς μάρτυρες, ὁ Βάσσος, ρίχνεται στό βόθρο ὡς τούς μηρούς, τοῦ κόβουν τά χέρια, καί τοῦ κατακόβουν τό κορμί, τόν Εὐσέβιο κρεμάζουν καί κατακομματιάζουν μέ ξύλινο ἀγγεῖο, ἐνῶ τόν Εὐτύχιο τόν τραβοῦν σέ τέσσερα ξύλα μπηγμένα στή γῆ καί τόν κάνουν τρία κομμάτια. Τοῦ ἁγίου Βασιλίδη τοῦ τρυποῦν μέ μαχαίρι τήν κοιλιά. 

Ο ἅγιος μάρτυς Νεόφυτος «μαστίζεται, εἶτα εἰς κλίβανον πυρός ἐμβάλλεται καί θηρίοις ἀφίεται.» 

 Ἐπί Δεκίου καί Βαλλεριανοῦ, στα 253 συνέλαβαν τόν Κοδράτο καί τόν ἅπλωσαν κατά γῆς,τόν ἔδειραν με ξηρά βούνευρα, κι ἀφοῦ  γέμισε τό ἔδαφος ἀπό τά αἵματα, τόν ἔβαλαν στή φυλακή. Ὑστερα τόν κρέμασαν καί τόν καταξέσχισαν, τόν ἔβαλαν μέσα σ’ένα σάκκο καί τόν ἔδερναν μέ βούνευρα. Ὕστερα τοῦ ἔχυσαν στίς πληγές ἅλας μέ ξύδι καί τοῦ ἔτριβαν τίς πληγές μέ σκληρά πανιά. Ἀκολούθησαν πυρωμένα σίδερα στά πλευρά του, τόν ἅπλωσαν σέ σχάρα πυρωμένη καί τοῦ ἔχυναν λάδι καί πίσσα. Τέλος, τόν ἀποκεφάλισαν. 

Κατά τόν ἅγιο Νικόδημο Ἁγιορείτη, στό συναξάρι του γιά τόν ἅγιο Κλήμεντα « Tά δέ εἴδη τῶν βασάνων ὁπού ὑπέμεινε χωριστά μόνος ὁ μακάριος Κλήμης, εἶναι ταῦτα. Ἐκρέμασαν αὐτόν εἰς ξύλον καί ἐξέσχισαν, ἐκτύπησαν εἰς τά μάγουλά του μέ πέτρας, τόν ἔβαλαν εἰς φυλακήν, τόν ἔδεσαν εἰς τροχόν, τόν ἔδειραν με βάκλα, ἤτοι μέ τά ξύλα, ὁπού κτυποῦν τά τύμπανα, τόν κατέκοψαν μέ μαχαίρια, τόν ἔδειραν εἰς τό στόμα μέ σιδηρούς στύλους, καί εσύντριψαν τά σιαγόνιά του. Ἔβγαλαν τά δόντια του, τόν ἔδεσαν μέ σίδηρα, καί εἰς τήν φυλακήν τόν ἔρριψαν. Ἔβαλαν εἰς τά αὐτία του περόνια σιδηρά ἀναμμένα, ἔκαυσαν αὐτόν μέ ἀναμμένας λαμπάδας, τόν ἔδεσαν μέ πέτραν μεγάλην, ἔδειραν αὐτόν εἰς τήν κεφαλήν καί εἰς τό πρόσωπον μέ ξύλα, ὁπού κτυποῦσι τα τύμπανα, καί κάθε ημέραν ἔδιδαν εἰς αὐτόν ξυλίας πενήντα. Τά δέ εἴδη τῶν βασάνων ὁπού ὑπέμεινεν ὁ ἅγιος Κλήμης ὁμοῦ μέ τόν Ἀγαθάγγελον, εἶναι ταῦτα. Ἔδειραν καί τους δύο μέ βούνευρα ξηρά, τούς ἐκρέμασαν εἰς ξύλον, τούς ἔκαυσαν εἰς τά πλευρά μέ ἀναμμένας λαμπάδας, τούς ἔδωκαν εἰς τα θηρία διά νά τους φάγουν, ἔβαλαν αὐτούς μέσα εἰς ἀσβέστην καί ἐκεῖ τούς ἄφησαν δύο ἡμέρας. Ἔβγαλαν ἀπό τό δέρμα τοῦ σώματός των λωρία, τούς ἔδειραν μέ ξύλα, ὁπού κτυπῶσι τά τύμπανα. Τούς ἔβαλαν ἐπάνω εἰς κρεββάτια σιδηρά καί ἀναμμένα. Τούς ἔβαλαν μέσα εἰς κάμινον ἀναμμένην, καί ἐκεῖ τούς ἄφησαν ἕνα ἡμερονύκτιον, τούς ἐξέσχισαν δυνατά εἰς τά λαγγονάρια, τούς ἔρριψαν ἐπάνω εἰς σουβλία ὀξέα, τά ὁποῖα, ἦτον μέν ἐμπηγμένα κάτω εἰς τήν γῆν, εἶχον δέ τά ὀξέα μέρη των ἐπάνω γυρισμένα. Τά σουβλία δέ ταῦτα κατεκέντησαν πολλά τούς Ἁγίους καί τούς ἐπλήγωσαν. Ἔδεσαν ἀπό τούς λαιμούς των μυλόπετρας. Ἐτράβηξαν αὐτούς εἰς τό μέσον τῆς πόλεως, καί τούς ἐλιθοβόλησαν. Μόνος δέ ὁ ἅγιος Ἀγαθάγγελος ἐδέχθη εἰς τήν κεφαλήν του μολύβι βρασμένον. Τελευταῖον δέ ἀποκεφαλίζονται καί οἱ δύο εἰς τήν Ἄγκυραν τῆς Γαλατίας.» 

Γιά νά συμπληρώσουμε καί μέ τά μαρτύρια γυναικῶν, ἀναφέρουμε τίς ἐν Ἀμισῶ ἅγιες ἑπτά γυναῖκες, Ἀλεξάνδρια, Kλαυδία, Eὐφρασία, Mατρώνη, Ἰουλιανή, Eὐφημία  καί Θεοδώρα, κατά τούς χρόνους τοῦ βασιλέως Mαξιμιανοῦ ἐν ἔτει 290.

«Ὅθεν, πρῶτον μέν, ἔγδυσαν αὐτάς καί ἔδειραν μέ ραβδία. Ἔπειτα δέ, ἀπέκοψαν τά βυζία των με μαχαίρια. Mετά ταῦτα ἐκρέμασαν αὐτάς καί τάς ἐξέσχισαν τόσον πολλά, ἕως ὁπού ἐφάνησαν τά ἐντόσθιά των. Tελευταῖον δέ βαλθεῖσαι μέσα εἰς κάμινον ἀναμμένην, παρέδωκαν αἱ μακάριαι τάς ψυχάς των εἰς χεῖρας Θεοῦ, παρά τοῦ ὁποίου ἔλαβον καί τούς ἀμαράντους στεφάνους τῆς ἀθλήσεως» γράφει ὁ ἅγιος Νικόδημος. ( ἀπό τό βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστής τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005-. Στο διαδίκτυο: Σπουδαστήριο Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας.) 

Πράγματι, ἡ ἀνθρώπινη θηριωδία δέν ἔχει σύνορα, ἀλλά καί ἡ πίστις ἐνδυναμώμει τούς ἀνθρώπους, ὥστε να ὑπομένουν  τά πάνδεινα καί νά διέρχονται διά πυρός,  σιδήρου καί ὕδατος καί νά ἐξέρχονται νικηταί. Διά λιθοβολισμοῦ θάνατος, κατασπαραγμός ἀπό  θηρία, κάψιμο, σταύρωση, ἁλυσίδες, σιδηρά ὄργανα νά κατασπαράζουν τά σώματα, γδάρσιμο, ξεκοίλιασμα,  ἀποκεφαλισμοί, φυλακίσεις, πυρωμένα τηγάνια και λέβητες, πυρακτωμένα σίδερα στο κεφάλι, στ’ αὐτιά, σέ ὅλα τά μέλη τοῦ σώματος, καυτό λάδι, δέσιμο σε δέντρα καί σέ ζῶα,  μαστιγώσεις, σουβλίσματα, ἅλας με ξύδι στις πληγές,  λάδι καί πίσσα, δέσιμο στόν τροχό, σπάσιμο δοντιῶν, σαγονιῶν, ὀστῶν καί τέλος, θάνατος παντί τρόπῳ.

Ὑπενθυμίζουμε τόν ἀπόστολο Παῦλο. Οἱ ἅγιοι πάντες, διά πίστεως ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, περιῆλθον ἐν μυλωταῖς. Τό κλασσικό κείμενό του περιγράφει ἄριστα ὅσα φτωχικά πιό πάνω ἀναφέραμε.


Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Χαλιά απλωμένα και τα μαύρα χάλια μας

Χαλιά απλωμένα και τα μαύρα χάλια μας.
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Δεν του κατήλθε εξ ουρανού  ούτε είναι παραμυθάς. Έτυχε σε φίλο του και το αναγράφει στο Φιλελεύθερο της 24 Οκτωβρίου: Η σκηνή στο κτηματολόγιο. Γυναίκα πλησιάζει τον πολίτη, τον ρωτά αν είναι πρόσφυγας, και με πεντακόσια ευρώ του υπόσχεται να του βρει τουρκοκύπριο δικηγόρο, για να καταφύγει στο παράνομο δικαστήριο της κατοχικής Τουρκίας, και να ζητήσει αποζημίωση για την περιουσία του, δηλαδή να ξεπουλήσει την περιουσία του στην Τουρκία. Η κυρία θα πάρει και 1% από τα αργύρια που θα εισπράξει ο πρόσφυγας. Προς τιμήν του αρνείται, απορρίπτει μετά βδελυγμίας.

Το αυτό σε φίλο. Υπάλληλος του κτηματολογίου ωρύεται ενώπιον των συναδέλφων της: « Ο κύριος δεν κατέφυγε ακόμα στο δικαστήριο να δώσει την περιουσία του. Δεν το καταλαβαίνει ότι σε λίγο τελειώνουν οι προθεσμίες και θα τα χάσει όλα;» Ο κύριος αξιοπρεπέστατα αρνείται την εξυπηρέτηση. Όταν όμως κινείται προς την έξοδο, η υπάλληλος τον πλησιάζει, του δίνει την κάρτα δικηγόρου, είναι καλό παιδί, θα σας εξυπηρετήσει και με λίγα λεφτά, σκεφτείτε το.

Αυτά εν Κύπρω σαράντα χρόνια μετά την εισβολή. Οι καταφυγόντες στο δικαστήριο ή καταφευξόμενοι έχουν και τη δικαιολογία και τη δυνατή φωνή: « Μας εγκατέλειψε η κυβέρνηση η μια μετά την άλλη.»  Ορθόν. Ορθότατον.  Αποδεκτόν. Στο τέλος καμιά κυβέρνηση δεν έλαβε στα σοβαρά το προσφυγικό, την ισότητα των πολιτών. Όπου έπεσε η φωτιά, έκαψε. Οι καμένοι ας τη σβήσουν μόνοι. Και αναλαμβάνει ο καθένας  να λύσει τα οικονομικά του προβλήματα καταφεύγοντας. Δεν υπάρχουν εδώ κόκκινες γραμμές, «Ξεπούλημα της πατρίδας ισοδυναμεί με προδοσία». Κι αφού δεν υπάρχει αυτή η κόκκινη γραμμή επίσημα και αφέθηκε στις συνειδήσεις των πολιτών να πράττουν κατά το δοκούν, ιδού και το αποτέλεσμα του ξεπουλήματος 12 τετραγωνικών χιλιομέτρων, ιδού και η συναντίληψη των λοιπών: «Κι εγώ στη θέση του αυτό θα έκαμνα», και επικροτούν αρκετοί. Τους καταλαβαίνουν,  λένε, πλην εμού και πολλών ευτυχώς άλλων.  Ίσως μάλιστα και να συμφέρει στους κυβερνώντες ή προπάντων στους τέως κυβερνήσαντες. Ξεπουλώντας τις περιουσίες, λύεται το εδαφικό χωρίς να ακούν οι κυβερνήτες και τα κόμματά τους τα εξ αμάξης. «Οι πολίτες αποφάσισαν.»

Κάτι παρόμοιο και με την είσοδο στα κατεχόμενα: « Δεν αναγνωρίζουν οι πολίτες κράτη.» Το ίδιο το κράτος αδυνατεί, αμέτοχος θεατής των γιγνομένων , αναμένει από τους πολίτες να λύσουν το κυπριακό. Η ως τώρα πορεία των πραγμάτων αυτό διακηρύσσει. Οι ανεύθυνες κυβερνήσεις αναθέτουν στους πολίτες ή επιτρέπουν το ελεύθερο στο ξεπούλημα, στην είσοδο στα κατεχόμενα, στα ταξίδια μέσω αεροδρομίου Τύμπου. Τώρα τελευταία ακούστηκαν από το στόμα του Προέδρου παραινέσεις για να σταματήσει το ξεπούλημα. Ίδωμεν. Θα υπάρξει αποτέλεσμα;


Στο μεταξύ η γη μας βγαίνει στο σφυρί, το ψευδοκράτος αναβαθμίζεται, η Τουρκία ετοιμάζει μπόγους για Ευρώπη να την εκτουρκίσει, ο Έρογλου παριστάνει πρόεδρο συνιστώντος και ο εκπρόσωπός του στις συνομιλίες θα παρουσιαστεί στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας την ίδια ώρα, την ίδια μέρα με το δικό μας στο Υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας. Κόκκινα χαλιά στο δήθεν προεδρικό του Έρογλου, μαύρα χάλια στην ημέτερη Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτή όμως μόνο μας απέμεινε και η σωτηρία της με δόντια και με νύχια δεν είναι λόγια, είναι υποχρέωση ζωής. Η σταυροφορία για τη σωτηρία του τόπου αναμένεται ακόμα να αρχίσει.

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Μαρτύρια των Χριστιανών

Στέλιου Παπαντωνίου, φιλολόγου, ἐκπαιδευτικοῦ

Μαρτύρια τῶν Χριστιανῶν κατά τή Ρωμαϊκή περίοδο

Ὁ Χριστιανισμός δέν διαδόθηκε τυχαῖα στόν κόσμο. Ἐκτός από το κοσμοσωτήριο κήρυγμα τοῦ Κυρίου, τήν ἀγάπη μέ τήν ὁποία ὁ ἴδιος περιέβαλε τόν ἄνθρωπο γενόμενος ἄνθρωπος, τήν πραγματική πάλη τῶν ἀποστόλων μέσα στίς ἀντίξοες συνθῆκες τῆς ἐποχῆς, οὐσιαστικό ρόλο ἔπαιξαν καί οἱ ἁπλοί πιστοί, γενόμενοι μάρτυρες τῆς πίστης τους και δεχόμενοι ἄπειρα και φρικιαστικά τά ἐναντίον τους ἐγκληματικά βασανιστήρια. Ἡ ἐπίσημη κρατική θρησκεία τῶν εἰδώλων, ἡ αὐτοκρατορική προστασία, ἡ ἀνακήρυξη τῶν ἰδίων τῶν αὐτοκρατόρων σέ θεούς ἦταν συντριπτικά στοιχεῖα τῆς ἰσχύος τοῦ κράτους καί τῶν συμβόλων του, πού δέν ἐπέτρεπαν εὔκολα τήν ἐπέμβαση στήν ἐπίσημη θρησκεία. Καί ὅμως οἱ πρῶτοι Χριστιανοί πλήρωσαν μέ τό τίμιο αἷμα τους τήν ἀπόφασή τους νά δωρίσουν στον κόσμο μιά νέα θρησκεία, ἐπαναστατική  γιά τήν ἐποχή  τοῦ μίσους καί τῶν ψεύτικων θεῶν, τή θρησκεία του θεανθρώπου, τή θρησκεία τῆς ἀγάπης.

Στό παρόν κείμενο θά ἐπιχειρήσουμε μιά περιληπτική παρουσίαση τῶν βασανιστηρίων τά ὁποῖα ὑπέστησαν οἱ πρῶτοι χριστιανοί, γιά νά ἀποκηρύξουν τήν πίστη τους.
Χρονολογικά μποροῦμε ἁδρομερῶς νά ἀναφέρουμε ἀρχίζοντας ἀπό τό 34 μ.Χ. περίπου τό μαρτύριο τοῦ πρωτομάρτυρα Στεφάνου, πού καταδικάστηκε στό διά λιθοβολισμοῦ θάνατο. Τό  64 μ.Χ. μεγάλη πυρκαγιά στή Ρώμη ἀποτελεῖ καί τό ἔναυσμα τοῦ πρώτου μεγάλου διωγμοῦ ἐπί Νέρωνος. Κατηγορήθηκαν οἱ χριστιανοί ὡς αἴτιοι τῆς καταστροφῆς καί πολλοί κατασπαράχτηκαν ἀπό  τά σκυλιά, ἐνῶ ἄλλους τούς ἔκαιγαν ρίχνοντάς τους στίς φλόγες, γιά νά χρησιμεύουν ὡς νυχτερινός φωτισμός. Ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος Γλαβίνας στό ἔργο τουΟἱ διωγμοί κατά τῆς Ἐκκλησίας στήν Προκωνσταντίνεια ἐποχή, «ὁ Τάκιτος ἀναφέρει καί τά διάφορα μαρτύρια τῶν Χριστιανῶν . Ἤδη τήν έποχή τῆς δημοκρατίας ἀλλά κυρίως τήν ἐποχή τῆς αὐτοκρατορίας τό ρίξιμο στά θηρία τοῦ ἀμφιθεάτρου (bestiae) καθώς καί τό ρίξιμο στή φωτιά (crematio = κάψιμο ζωντανοῦ στά καυσόξυλα) ἦταν τιμωρίες γιά διάφορες ποινικές πράξεις. Ἐπίσης ἡ σταύρωση (crux) καί ἡ tunica molesta (κάψιμο μέ  βρεγμένη ὕλη πού δέν καιγόταν) ἦταν σέ χρήση... οἱ δήμιοι μεταχειρίζονταν ἐναντίον τῶν Χριστιανών ὄχι μόνο σιδηρά ὄργανα, πῦρ, ἁλυσίδες, ἄγρια θηρία, ἀλλά τούς ἔσχιζαν τίς κοιλιές, τούς σταύρωναν, τούς παλούκωναν καί γενικά μεταχειρίζονταν κάθε βάσανο πού μποροῦσε νά ἐπινοήσει ἡ ἀνθρώπινη βαρβαρότητα καί σκληροκαρδία

Ἐπί Νέρωνος ἐμαρτύρησε καί ἡ ἁγία Φωτεινή ἡ Σαμαρεῖτις μέ τίς ἀδελφές της. «Ὁ θηριώδης», γράφει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στὀ συναξάρι του « ἐπρόσταξε νά κλίνουν μέ βίαν τάς κορυφάς δύο δένδρων, ὁπού ἦτον εἰς τό περιβόλιόν του, καί εἰς αὐτάς νά δέσουν τήν Aγίαν Φωτίδα (ἀδελφήν). Έπειτα ἐπρόσταξε νά ἀφήσουν πάλιν τάς κορυφάς νά γυρίσουν εἰς το πρότερον σχῆμα των. Όθεν ὑπό τούτων σχισθεῖσα ἡ Ἁγία εἰς δύο μέρη, παρέδωκεν ἡ μακαρία τήν ψυχήν της εἰς χεῖρας Θεοῦ, καί ἔλαβε τόν τοῦ μαρτυρίου ἀμάραντον στέφανον. Tότε ἐπρόσταξε νά ἀποκεφαλίσουν μέν ὅλους τούς ἁγίους, μόνην δέ τήν ἁγίαν Φωτεινήν νά ἐκβάλουν ἀπό τὀ ξηροπήγαδον (ὅπου τήν ἔριψαν) καί νά τήν βάλουν εἰς τήν φυλακήν.»

Μέ τό κτίσιμο τοῦ Κολοσσαίου στή Ρώμη παραδίδεται καί νέος τόπος μαρτυρίου τῶν χριστιανῶν, ἀφοῦ πολλοί ρίχτηκαν στά θηρία. Ἀκολουθεί ὁ διωγμός ἐπί Δομιτιανοῦ 81-86 μ.Χ.  Ἀνάμεσα στούς μάρτυρες τῆς ἐποχῆς, ὁ Ζώσιμος, τοῦ ὁποίου κατέκαυσαν τ’ αὐτιά μέ πυρωμένο σίδερο κι ὕστερα τόν ἔβαλαν σέ λέβητα γεμάτο βόρβορο κοχλαστό. Ἀκολουθεῖ λίγο ἀργότερα, τό 98-117 ὁ διωγμός ἐπί Τραϊανοῦ καί άμέσως κατόπιν ὁ διωγμός ἐπί Ἀδριανοῦ (117 - 138 μ.Χ.) καί ἐπί Ἀντωνίου Πίου (138-161 μ.Χ.). Ὁ Μάρκος Αὐρήλιος, καίτοι φιλόσοφος, δέν ὑστέρησε σέ διωγμούς, ἀφοῦ χιλιάδες χριστιανοί ρίχτηκαν στά θηρία ἤ ἀποκεφαλίστηκαν. Παράδειγμα μαρτυρίου τῆς ἐποχῆς εἶναι ἡ ἁγία Παρασκευή. Ἀρχικά τῆς ἔθεσαν μία πυρακτωμένη περικεφαλαία στήν κεφαλή. Ἐν συνεχείᾳ, καί ἀφοῦ δέν λύγισε, ρίχτηκε στήν ἀπομόνωση. Ὁ Ἀντωνῖνος κατάλαβε πλέον τό μάταιο τῆς προσπάθειάς του καί διέταξε τό βασανισμό της μέχρι θανάτου. Ἔτσι τήν ὁδήγησαν στό βασανιστήριο τοῦ καυτοῦ λαδιοῦ. Ὅμως ἐδῶ ἀναφέρεται ἀπό τόν βιογράφο της «μέγα σημεῖον», ὅτι δηλαδή, ἐνῶ τήν βύθισαν στό θερμό λάδι, ἐκείνη παρέμενε ἀνέπαφη. Ὅταν τό ἄκουσε ὁ Ἀντωνῖνος δέν πίστεψε σέ κάτι τέτοιο καί θέλησε ὁ ἴδιος νά διαπιστώσει τήν ἀλήθεια. Πλησιάζοντας ὅμως τό λέβητα, τά μάτια του βλάφτηκαν ἀπό τόν καυτό ἀτμό μέ ἀποτέλεσμα νά τυφλωθεῖ. Ἡ Παρασκευή ὅμως τόν θεράπευσε, γι’ αὐτό καί θεωρεῖται ἡ προστάτιδα τῶν ματιών. Τόν Αντωνῖνο διαδέχθηκε ὁ Μάρκος Αὐρήλιος. Μέσα στούς πρώτους χριστιανούς πού συνέλαβε ἦταν καί ἡ Παρασκευή, τήν ὁποία ἔρριψαν σέ χῶρο πού φυλάσσονταν φίδια. Αὐτά ὅμως πέθαναν ὅταν τήν πλησίασαν. Τέλος τῆς ἀπέκοψαν τήν κεφαλή. Τή συνέχεια τῶν διωγμών ἀναλαμβάνει ὁ υἱός του Κόμμοδος καί ὕστερα, 193-211μ.Χ. ὁ Σεπτίμιος Σεβῆρος.

Στήν Ἀλεξάνδρεια ἔκαιγαν στή φωτιά, σταύρωναν ἤ ἀποκεφάλιζαν καθημερινά πολλούς μάρτυρες. Γνωστό τήν εποχή αὐτή εἶναι  τό μαρτύριο τῆς ἁγίας Περπέτουας, πού τήν κομμάτιασαν τά θηρία. Ἄλλος ἕνας διωγμός ἀκολουθεί ἐπί Μαξιμίνου 235-238μ.Χ. Ἀκολουθεί ὁ διωγμός ἐπί Δεκίου 249-251, . Τότε συνελάμβαναν καί βασάνιζαν κυρίως τόν κλῆρο καί τούς Ἐπισκόπους.Ὅπως ἀναγράφεται στὀ συναξάρι τοῦ ἁγίου Τρύφωνος, «Ὅταν αὐτοκράτορας ἔγινε ὁ Δέκιος, ἐξαπέλυσε ἄγριο διωγμὸ κατὰ τῶν Χριστιανῶν. Ὁ Ἅγιος Τρύφων ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὴν πίστη του. Τότε ὑποβλήθηκε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Τοῦ κατατρύπησαν μὲ σπαθιὰ ὅλο του τὸ σῶμα, ἔπειτα τὸν ἔδεσαν ἀπὸ τὰ πόδια σὲ ἄλογα καὶ τὸν ἔσυραν, σὲ ὧρες φοβεροῦ ψύχους, σὲ δύσβατες καὶ πετρώδεις τοποθεσίες. Ὕστερα ἀπὸ αὐτὸ τὸν ἔκλεισαν στὸ δεσμωτήριο, ἀκολούθως τὸν ἔσυραν  γυμνὸ πάνω σὲ σιδερένια καρφιά, κατόπιν τὸν μαστίγωσαν καὶ στὴ συνέχεια τοῦ ἔκαψαν μὲ λαμπάδες τὰ πλευρά. Στὸ τέλος, μόλις ὁ Μάρτυρας παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Θεὸ λέγοντας τὸ ΄Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, δέξαι τὸ πνεῦμα μου΄, ἀπέκοψαν τὴν τίμια κεφαλὴ του.» Τήν ἴδια περίοδο ὁ μάρτυς Πολύευκτος «τἠν διά ξίφους δέχεται τελευτήν». Ἄλλος διωγμός ἐπί Βαλεριανού, 253-260. ἐπί Αυρηλιανοῦ 270-275 καί ἐπί Διοκλητιανοῦ 284- 305. (Στοιχεία για τους διωγμούς κατά χρονολογική σειρά ἀπό την εργασία: Νίκος Παύλου, Η κοινωνική προέλευση τῶν χριστιανών μαρτύρων, (ἀπό το 2ο έως τις αρχές του 4ου αι.), (Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ).

Ἐπί Διοκλητιανοῦ ὁ ἅγιος μάρτυς Ἰουλιανός κλείστηκε σέ μοναστήρι τὀ ὁποῖο κατέκαυσαν οἱ διῶχτες του καί ἔκαυσαν ὅλους ὅσοι βρίσκονταν ἐκεῖ. Ὁ ἅγιος Ἰουλιανός ρίχτηκε στὀ ἔδαφος, τόν χτυποῦν, τόν ἁλυσοδένουν, τοῦ σπάζουν τά ὀστά. Ἄλλους πού πίστευσαν τότε στό Χριστό, τούς περιτύλιξαν τά δάχτυλα χεριῶν καί ποδιῶν μέ πάπυρους βουτηγμένους στό λάδι καί τούς ἄναψαν ἐνῶ τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ ἔγδαραν τό δέρμα τῆς κεφαλῆς. Τήν ἴδια περίοδο ὁ μάρτυς Καρτέριος κρεμᾶται ἐπί ξύλου, τοῦ ἀφαιροῦν τά νύχια τῶν χεριῶν καί τῶν ποδιῶν μέ ξυράφι καί τοῦ ξένουν τό σῶμα μέ σιδερένια νύχια, τοῦ τρυποῦν τούς ἀστραγάλους μέ σίδερο, τόν βάζουν νά καθίσει σέ τηγάνι πυρωμένο καί τοῦ σουβλίζουν τά πόδια. Στό τέλος, τοῦ κρεμάζουν πέτρες ἀπό τά χέρια καί τά πόδια, τόν καῖνε μέ λαμπάδες καί τοῦ ρίχνουν στό στόμα πυρωμένο μολύβι. Ἡ ἁγία Θεοδούλη, τήν ἴδια ἐποχή, «ὑπό σουβλίων πυρωθέντων διετρυπήθη τούς μαστούς», τήν κρέμασαν ἀπό τά μαλλιά ἀπό ἕνα κυπαρίσσι, τῆς ἔδεσαν τά πόδια κι ὕστερα τήν ἔριξαν στό καμίνι νά καεῖ. Τήν ἴδια ἐποχή τρεῖς μάρτυρες, ὁ Βάσσος, ρίχνεται στό βόθρο ὡς τούς μηρούς, τοῦ κόβουν τά χέρια, καί τοῦ κατακόβουν τό κορμί, τόν Εὐσέβιο κρεμάζουν καί κατακομματιάζουν μέ ξύλινο ἀγγεῖο, ἐνῶ τόν Εὐτύχιο τόν τραβοῦν σέ τέσσερα ξύλα μπηγμένα στή γῆ καί τόν κάνουν τρία κομμάτια. Τοῦ ἁγίου Βασιλίδη τοῦ τρυποῦν μέ μαχαίρι τήν κοιλιά. Ο ἅγιος μάρτυς Νεόφυτος «μαστίζεται, εἶτα εἰς κλίβανον πυρός ἐμβάλλεται καί θηρίοις ἀφίεται.» 

 Ἐπί Δεκίου καί Βαλλεριανοῦ, στα 253 συνέλαβαν τόν Κοδράτο καί τόν ἅπλωσαν κατά γῆς,τόν ἔδειραν με ξηρά βούνευρα, κι ἀφοῦ  γέμισε τό ἔδαφος ἀπό τά αἵματα, τόν ἔβαλαν στή φυλακή. Ὑστερα τόν κρέμασαν καί τόν καταξέσχισαν, τόν ἔβαλαν μέσα σ’ένα σάκκο καί τόν ἔδερναν μέ βούνευρα. Ὕστερα τοῦ ἔχυσαν στίς πληγές ἅλας μέ ξύδι καί τοῦ ἔτριβαν τίς πληγές μέ σκληρά πανιά. Ἀκολούθησαν πυρωμένα σίδερα στά πλευρά του, τόν ἅπλωσαν σέ σχάρα πυρωμένη καί τοῦ ἔχυναν λάδι καί πίσσα. Τέλος, τόν ἀποκεφάλισαν. Κατά τόν ἅγιο Νικόδημο Ἁγιορείτη, στό συναξάρι του γιά τόν ἅγιο Κλήμεντα « Tά δέ εἴδη τῶν βασάνων ὁπού ὑπέμεινε χωριστά μόνος ὁ μακάριος Κλήμης, εἶναι ταῦτα. Ἐκρέμασαν αὐτόν εἰς ξύλον καί ἐξέσχισαν, ἐκτύπησαν εἰς τά μάγουλά του μέ πέτρας, τόν ἔβαλαν εἰς φυλακήν, τόν ἔδεσαν εἰς τροχόν, τόν ἔδειραν με βάκλα, ἤτοι μέ τά ξύλα, ὁπού κτυποῦν τά τύμπανα, τόν κατέκοψαν μέ μαχαίρια, τόν ἔδειραν εἰς τό στόμα μέ σιδηρούς στύλους, καί εσύντριψαν τά σιαγόνιά του. Ἔβγαλαν τά δόντια του, τόν ἔδεσαν μέ σίδηρα, καί εἰς τήν φυλακήν τόν ἔρριψαν. Ἔβαλαν εἰς τά αὐτία του περόνια σιδηρά ἀναμμένα, ἔκαυσαν αὐτόν μέ ἀναμμένας λαμπάδας, τόν ἔδεσαν μέ πέτραν μεγάλην, ἔδειραν αὐτόν εἰς τήν κεφαλήν καί εἰς τό πρόσωπον μέ ξύλα, ὁπού κτυποῦσι τα τύμπανα, καί κάθε ημέραν ἔδιδαν εἰς αὐτόν ξυλίας πενήντα. Τά δέ εἴδη τῶν βασάνων ὁπού ὑπέμεινεν ὁ ἅγιος Κλήμης ὁμοῦ μέ τόν Ἀγαθάγγελον, εἶναι ταῦτα. Ἔδειραν καί τους δύο μέ βούνευρα ξηρά, τούς ἐκρέμασαν εἰς ξύλον, τούς ἔκαυσαν εἰς τά πλευρά μέ ἀναμμένας λαμπάδας, τούς ἔδωκαν εἰς τα θηρία διά νά τους φάγουν, ἔβαλαν αὐτούς μέσα εἰς ἀσβέστην καί ἐκεῖ τούς ἄφησαν δύο ἡμέρας. Ἔβγαλαν ἀπό τό δέρμα τοῦ σώματός των λωρία, τούς ἔδειραν μέ ξύλα, ὁπού κτυπῶσι τά τύμπανα. Τούς ἔβαλαν ἐπάνω εἰς κρεββάτια σιδηρά καί ἀναμμένα. Τούς ἔβαλαν μέσα εἰς κάμινον ἀναμμένην, καί ἐκεῖ τούς ἄφησαν ἕνα ἡμερονύκτιον, τούς ἐξέσχισαν δυνατά εἰς τά λαγγονάρια, τούς ἔρριψαν ἐπάνω εἰς σουβλία ὀξέα, τά ὁποῖα, ἦτον μέν ἐμπηγμένα κάτω εἰς τήν γῆν, εἶχον δέ τά ὀξέα μέρη των ἐπάνω γυρισμένα. Τά σουβλία δέ ταῦτα κατεκέντησαν πολλά τούς Ἁγίους καί τούς ἐπλήγωσαν. Ἔδεσαν ἀπό τούς λαιμούς των μυλόπετρας. Ἐτράβηξαν αὐτούς εἰς τό μέσον τῆς πόλεως, καί τούς ἐλιθοβόλησαν. Μόνος δέ ὁ ἅγιος Ἀγαθάγγελος ἐδέχθη εἰς τήν κεφαλήν του μολύβι βρασμένον. Τελευταῖον δέ ἀποκεφαλίζονται καί οἱ δύο εἰς τήν Ἄγκυραν τῆς Γαλατίας.» 

Γιά νά συμπληρώσουμε καί μέ τά μαρτύρια γυναικῶν, ἀναφέρουμε τίς ἐν Ἀμισῶ ἅγιες ἑπτά γυναῖκες, Ἀλεξάνδρια, Kλαυδία, Eὐφρασία, Mατρώνη, Ἰουλιανή, Eὐφημία  καί Θεοδώρα, κατά τούς χρόνους τοῦ βασιλέως Mαξιμιανοῦ ἐν ἔτει 290.

«Ὅθεν, πρῶτον μέν, ἔγδυσαν αὐτάς καί ἔδειραν μέ ραβδία. Ἔπειτα δέ, ἀπέκοψαν τά βυζία των με μαχαίρια. Mετά ταῦτα ἐκρέμασαν αὐτάς καί τάς ἐξέσχισαν τόσον πολλά, ἕως ὁπού ἐφάνησαν τά ἐντόσθιά των. Tελευταῖον δέ βαλθεῖσαι μέσα εἰς κάμινον ἀναμμένην, παρέδωκαν αἱ μακάριαι τάς ψυχάς των εἰς χεῖρας Θεοῦ, παρά τοῦ ὁποίου ἔλαβον καί τούς ἀμαράντους στεφάνους τῆς ἀθλήσεως» γράφει ὁ ἅγιος Νικόδημος. ( ἀπό τό βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστής τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005-. Στο διαδίκτυο: Σπουδαστήριο Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας.) 

Πράγματι, ἡ ἀνθρώπινη θηριωδία δέν ἔχει σύνορα, ἀλλά καί ἡ πίστις ἐνδυναμώμει τούς ἀνθρώπους, ὥστε να ὑπομένουν  τά πάνδεινα καί νά διέρχονται διά πυρός,  σιδήρου καί ὕδατος καί νά ἐξέρχονται νικηταί. Διά λιθοβολισμοῦ θάνατος, κατασπαραγμός ἀπό  θηρία, κάψιμο, σταύρωση, ἁλυσίδες, σιδηρά ὄργανα νά κατασπαράζουν τά σώματα, γδάρσιμο, ξεκοίλιασμα,  ἀποκεφαλισμοί, φυλακίσεις, πυρωμένα τηγάνια και λέβητες, πυρακτωμένα σίδερα στο κεφάλι, στ’ αὐτιά, σέ ὅλα τά μέλη τοῦ σώματος, καυτό λάδι, δέσιμο σε δέντρα καί σέ ζῶα,  μαστιγώσεις, σουβλίσματα, ἅλας με ξύδι στις πληγές,  λάδι καί πίσσα, δέσιμο στόν τροχό, σπάσιμο δοντιῶν, σαγονιῶν, ὀστῶν καί τέλος, θάνατος παντί τρόπῳ.

Ὑπενθυμίζουμε τόν ἀπόστολο Παῦλο. Οἱ ἅγιοι πάντες, διά πίστεως ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, περιῆλθον ἐν μυλωταῖς. Τό κλασσικό κείμενό του περιγράφει ἄριστα ὅσα φτωχικά πιό πάνω ἀναφέραμε.


Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Οι Φωνακλάδες

Οι Φωνακλάδες
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Τώρα στα γηρατειά, πολύ μας σκέφτονται οι πολιτικοί μας: ας φωνάζουμε να μας ακούν κι οι περήφανοι, σου λένε. Όμως στην ηλικία μας τους γνωρίσαμε και τους παραγνωρίσαμε, κι έτσι άδικος κόπος οι φωνές. Ας βοούν στην έρημο των επιμηθέων. Εκεί έπρεπε να βρίσκονται με τις ακρίδες!

 Αρχήν ποιούμεθα εκ του Προέδρου, ο οποίος όποτε εμφανιστεί από υάλου, μας καθηλώνει με τη βροντώδη ως του Διός. Γιατί τόσος θυμός και ξελαρυγγίσματα; Μήπως εμείς επιζητήσαμε την προεδρία ή δεν ήξερε τι τον ανέμενε ύστερα από τον οδοστρωτήρα; Αλλά το φωνασκείν φαίνεται πως αρέσει στους φανατικούς οπαδούς: φανερώνει πυγμή και ηγετικές φυσιογνωμίες!  Ίσως έτσι να διδάσκουν κι οι επικοινωνιολόγοι, μετατρέποντας τους πολιτικούς σε τελλάληδες.

Ο τέως δεύτερος τη τάξει, τόσα χρόνια συμπορευόταν και κοιμόταν κυριολεκτικώς  Χριστόφια μεριά, τώρα μάς βγαίνει αυστηρός κριτής της σεισμογενούς περιόδου. Εκεί να δεις φωνές ή ν’ ακούσεις. Κι επειδή βγήκε κι άρχισε τη δημόσια εξομολόγηση για την κατάντια του κόμματός του, να είναι διαχειριστής πελατών και διαιτητής πελατειακών σχέσεων, νόμισε πως πήρε και άφεση αμαρτιών! Πόθεν όζει ο ιχθύς ή από πού βρωμά το ψάρι;

Τελευταίους αφήνουμε τους πάσχοντες από το σύνδρομο του κυνηγημένου. Συγκρατημένος στην οργή του ο γενικός γραμματέας, ασυγκράτητος ο επί του τύπου εκπρόσωπος του κόμματος. Ο ακροατοθεατής νομίζει πως θα μας δείρει με το στόμφο και το ύφος. Τους κατατρέχουν, θα ορθώσουν το ανάστημα, θα ανασηκώσουν την πλάτη:  τόσες μετασεισμικές δονήσεις για να συγκρατήσουν ό, τι απέμεινε! Και αντεπίθεση εναντίον πάντων  ημών των παθόντων από την πενταετή σεισμική δόνηση! Οι δημοσκοπήσεις μιλούν, πόσο τους εκτιμούν οι πολίτες, ποια γνώμη έχουν για τον αίτιο της καταστροφής, εκτός αν είναι κι αυτές λανθασμένες και απορρίπτονται όπως τα πορίσματα. Σύνηθες το φαινόμενον.

Σε τελευταία ανάλυση και γενικώς ομιλούντες, ούτε φωνές χρειάζονται, ούτε το οργίλο ύφος. Από το βάραθρο της πενίας  οι πλείστοι αναμένομεν εις την αυτήν θέσιν αυτοσυγκρατούμενοι, γιατί φταίμε που ανεχόμασταν για χρόνια!


Τουλάχιστον ας μη εξωθούν σε μαζικά συλλαλητήρια απαξίωσης των πλείστων πολιτικών, ιδιαίτερα τώρα που άρχισαν τα κλατσακλίμπανα  της ετοιμασίας  για τις ευρωεκλογές. Σεβασμός στους πάσχοντες συμπολίτες. Ο πολιτικός πολιτισμός που λέγατε!!! 

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Διάψευση των ποιητών, εκδίκηση του πνεύματος

Διάψευση των ποιητών, εκδίκηση του πνεύματος
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Ο ποιητής Νίκος Κρανιδιώτης εκπροσωπεί μια γενιά Ελλήνων της Κύπρου που αγωνίστηκε, θυσιάστηκε, πίστεψε σε αξίες, όπως η φιλοπατρία. Στο ποίημά του «Το χώμα» πιστεύει πως η ιερά αυτή ουσία είναι φορέας της Ιστορίας και του πολιτισμού μας, του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντός μας, ειρηνικού και ελεύθερου, γιατί οι Έλληνες πολίτες αυτού του τόπου «στα κάστρα, στα οδοφράγματα, στέκουν ασάλευτοι, όλοι μαζί σαν ένας άνθρωπος, στέκουν και μάχονται γι' αυτή τη γη που τους ανάστησε, στέκουν και πέφτουνε ορθοί στον τόπο που τους γέννησε.»

Ευτυχώς ο ποιητής πέθανε πριν δει τα ανοσιουργήματα. Συμπατριώτες του στα οδοφράγματα δεν μάχονται για τη γη τους αλλά παν να εισπράξουν το αντίτιμο της περιουσίας τους, ξεπουλούν  «δικαιωματικά»,  κατά την άποψή τους, την πατρική γη,  κι άλλοι ξενυχτούν στα καζίνα για το πάθος χωρίς μάθος, χάριν... της ειρηνικής συμβίωσης.

Οι ξεπουλητάδες βρίσκουν δικαιολογίες:  έχουν ανάγκες, δε βλέπουν λύση, το κράτος δεν τους μπούκωσε όσα ονειρεύονταν, και πολλά άλλα, εξειδικευμένα και δικαιολογητικά «στοχευμένα», κατά τη νεότερη παπαγαλία, όλα εφευρεμένα μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων.

Ούτε νέος Θησέας αναμένεται να πνίξει το Μινώταυρο, όπως ελπίζει ο ποιητής στο τέλος του ποιήματος, ούτε και μερικοί νέοι φαίνονται να αντέχουν την αντάρα και τη θύελλα, ούτε τα ιδανικά είναι πια στο λεξιλόγιό τους, θεωρούμενα λόγια απαρχαιωμένα και κενά. («Εγώ φίλε μου πάω και τρώω στην Κερύνεια και δε νιώθω καμιά ενοχή. Δεν είναι συμπατριώτες μας οι άνθρωποι;» το διαδίχτυο γέμει τοιούτου πατριωτισμού!!!)

 «Κρατάνε ακόμη, όσοι μείνανε, το χώμα στη σπασμένην απαλάμη τους, το χώμα τ' ακριβό που τους ανάστησε.» Αυτά ο ποιητής. «Σπασμένη παλάμη», χωρίς να ξέρει πως ανασυγκολλήθηκε στα οργανωμένα από ξένα κέντρα αποφάσεων σεμινάρια, «το χώμα ακριβό»... σε ευρώ ή σε τούρκικες λίρες.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας φωνασκεί χωρίς να λαμβάνει μέτρα για τη σωτηρία της πατρίδας, δημόσιοι υπάλληλοι εργάζονταν περισσότερες μέρες στα κατεχόμενα προωθώντας την αγοραπωλησία, εκατομμύρια σε πλαστικό χρήμα διακινήθηκαν για καζίνα και ξενύχτια και ταξίδια στην Τουρκιά.

Ο ποιητής όμως μιλά για αξίες πέρα από την ύλη και την οικονομία. Γιατί ήξερε τι απομένει και από την ύλη και από τα χρήματα, κάτι που όλοι μάθαμε φυτευτά μετά το ευρωκούρεμα!

Οπότε, όσοι ελληνόφωνοι των προσφύγων ξεπουλούν τα ιερά και τα όσια των γονιών και των παππούδων, την Ιστορία του τόπου που είναι θαμμένη στα χώματα αυτά, αποκομίζουν προεισαγωγικά για το κούρεμα ή για το χώμα που σίγουρα θα τους σκεπάσει.

Αξίες για μερικούς απέμειναν μόνο οι υλικές και οικονομικές. Όμως όσο και να διαψεύδονται οι ποιητές, στο τέλος αυτό που μένει αθάνατο είναι το πνεύμα κι όχι τα παρεπόμενα της κουράς.
Όσα κι αν πάρουν οι ξεπουλητάδες, κι όσα κι αν παίξουν στα καζίνα, θα χαθούν, είναι βέβαιο. Όλοι ξέρουμε και μάθαμε την τύχη των χρημάτων. Η πράξη τους όμως στην Ιστορία θα μένει αιώνια στιγματισμένη: «Πολλοί ελληνοκύπριοι ξεπούλησαν τότε στον κατακτητή τις περιουσίες τους ή επεδόθησαν μετά πάθους στα καζίνο και στη συνεργασία με τον εχθρό κι έτσι συνετελέσθη το έγκλημα.»


Οπότε και πάλι το πνεύμα τιμωρεί και εκδικείται στην αιωνιότητα.