Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Ελιές στο Κάρμι

Ελιές στο Κάρμι
του Στέλιου Παπαντωνίου

Κατά που βλέπω στο Κατάστιχό σου, άγιε Κασσιανέ μου, είχες τον καιρό της πρώτης τουρκοκρατίας ελιές στο Κάρμι, στο Τέμπλος, στο Συγχαρί, στον άγιο Γεώργιο, στον Καραβά. Πλήρωνες τους φόρους σου, 12 γρόσια το 1853, καταγραμμένες λεπτομερώς επί αρχιεπισκόπου Σωφρονίου το 1873. Πέρασαν εκατό σαράντα, εκατόν εξήντα  χρόνια από τότε, ήλθαν οι Εγγλέζοι και ρίζωσαν, εκεί στο Κάρμι έστησαν ολόκληρη παροικία, τις ελιές σου σίγουρα θα τις ξερίζωσαν, όχι μόνο οι ξένοι μα κι οι δικοί κι οι Τούρκοι, που ίσως να τις πούλησαν και μια και δυο και τρεις φορές ως τώρα, στις Παλαιόμανδρες, στην Τζιπαρισιάν, στο Καγκέλι του Δράκου, στο Τέμπλος, στο Αγροτήρι, στον άγιο Μηνά χώμα Καρμιού, στον ποταμόν της Φρακτής, στο Συγχαρί στην Πετουμένην ονομαζομένην.

Ελπίζω να κατάλαβες, από τα όσα σου λέω, πως εδώ στην Κύπρο οι Τούρκοι αγοράζουν κι οι Έλληνες πουλούν. Δεν έχουμε δικαίωμα ν’ αγοράσουμε στην κατεχόμενη γη μας, ούτε και συ να ζητήσεις τις ελιές σου, που  βέβαια δεν θέλεις να τις πουλήσεις στο τουρκικό κράτος, γιατί ξέρεις καλύτερα. Από το 1958 κομματιάζουν την ενορία σου κι ίσως να έλπιζες πως θα ξανάβλεπες τις δόξες σου.  Μα πού! Οι Τούρκοι εδώ, πολίτες πρώτης τάξεως, πωλούν κι αγοράζουν σ΄όλη την Κύπρο, εμείς μόνο για να ξεπουλάμε πατρίδες καταντήσαμε. Η προηγούμενη κυβέρνηση μάλλον θα το’ βλεπε σαν μια λύση στο πρόβλημα: ας τους να ξεπουλήσουν, να δούμε ποιος θα φωνάζει εναντίον της διζωνικής δικοινοτικής. Οι σημερινοί γαυγίζουν σαν το σκυλί που δε δαγκώνει. Απ’ αυτούς δεν περιμένει κανένας τίποτε. Κι ύστερα μας λεν πως υποτιμούμε τους πολιτικούς και την πολιτική ζωή του τόπου! Σημασία έχει ποιος κατευθύνει, ποιος κυβερνά: οι πολίτες ή η σιωπώσα σαν τη συμφέρει κυβέρνηση.

Τότες, ακόμα κι οι ελιές είχαν όνομα, δεμένοι οι άνθρωποι με τη γη και τα δεντρά τους. Ήταν στο χωράφι του Χατζηχαράλαμπου, του Ισαάκ, του Χατζηπετρή στην Κερύνεια, ανθρώπων ριζωμένων εκεί, ανοιχτόκαρδων κι ανοιχτοχέρηδων, ήξεραν και τον φτωχό και  το ορφανό και τον άγιο. Εμείς κοιμόμαστε- ξυπνούμε, στον μαμμωνά η καρδιά μας, αυτός ο θησαυρός μας.

Οι ελιές σου τώρα, καταγραμμένες στα κατάστιχά σου, όπως στις καρδιές πολλών είναι χαραγμένα τα σκλαβωμένα χώματά μας. Γιατί ευτυχώς δεν είναι μόνο  οι ξεπουλητάδες. Είναι και πολλοί που σέβονται και δε νομίζουν την περιουσία τους σαβούρα για πούλημα, μα φορέα ιστορίας και χρέους στους γονιούς και προπάππους, στην πατρίδα που λέμε.

Στο κάτω κάτω, πώς κρατήθηκαν εκείνοι στα χώματά τους; Δεν πλήρωναν χαράτσι, δεν πεινούσαν δεν διψούσαν δε γυμνήτευαν, δεν κολαφίζονταν; «Ο καθένας θα πίστευε πως οι Κύπριοι θα ήταν ευτυχισμένοι», γράφει ο περιηγητής Ρίτσαρντ Πόκοκ, 1878. « Όμως ο μουσελλίμης σχεδόν αδιάκοπα επιβάλλει φορολογίες στους Χριστιανούς οι οποίοι συχνά εγκαταλείπουν το νησί και μεταβαίνουν στις ακτές της Κιλικίας. Αλλά πολύ συχνά επιστρέφουν, λόγω εκείνης της αγάπης που ο καθένας αισθάνεται για την πατρίδα του.»

Άνοιξαν κι εμάς τα συρματοπλέγματα, σπεύσαμε όσοι έσπευσαν να δουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους, να προσκυνήσουν στις εκκλησιές τους, ήρθαν άρρωστοι, συνήθισαν, κι όταν μυρίστηκε ο Τούρκος πως ήρθε η ώρα, κουδούνισε το παραδάκι, κι έτρεξαν πολλοί στο παζάρι της πατρίδας, παρόλο που κανενός τα σκλαβωμένα χώματα δεν είναι δικά του.


Γι΄αυτό σου λέω, φτωχέ κι άτυχε άγιέ μου, κι εσύ το ξέρεις καλύτερα: Η φτώχεια δεν είναι εξωτερική υπόθεση. Είναι εσωτερική. 

Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2013

Ένας αγγλικός ύμνος στον Ευαγόρα

Ένας αγγλικός ύμνος στον Ευαγόρα
του Στέλιου Παπαντωνίου

Συγκροτημένος, ψυχικά προετοιμασμένος , χωρίς μεγάλες ή μικρές διαταραχές, έτοιμος για το αναπόφευκτο, τον τιμημένο θάνατο στην κρεμάλα, στάθηκε στις τελευταίες του στιγμές ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, σύμφωνα με έκθεση του διευθυντή των υπηρεσιών υγείας της βρετανικής διοίκησης τον καιρό της αγγλοκρατίας στην Κύπρο.

Ποιος φούρνος έψησε τα ψωμιά που’ φαγε ο Ευαγόρας, ποια νεροπηγή τον πότισε  και περπατούσε μέτρα πάνω από τα κεφάλια των συμμαθητών και των δασκάλων του, κι ατένιζε εκεί ψηλά σαν αετός τις βουνοκορφές της λευτεριάς, ήδη ελεύθερος από το φόβο του θανάτου;  Σε ποια κομματικά σεμινάρια ποιας νεολαίας τα έμαθε αυτά , πώς ο άνθρωπος θέτει στη ζωή του στόχους υψηλούς, πώς αγωνίζεται γι’ αυτούς, πώς ανεβαίνει τα σκαλοπάτια να βρει τη λευτεριά; Τον γαλούχησε η Οικογένεια που λειτουργούσε, τον γαλβάνισε το Σκολειό που δίδασκε Ελληνικά Γράμματα και Ιστορία και ανέβαζε το ήθος των ανθρώπων, τον βάφτισε  στα νάματά της η Εκκλησία που ήταν όχι μόνο η Ορθόδοξη αλλά κι  Ελληνική, που δεν έβρισκε τίποτε πιο φυσικό για την κόρη Κύπρο από του να είναι ενωμένη με τη μάνα της Ελλάδα. Τα άλλα ήταν λόγια και σκέψεις του διαβόλου και της πολιτικής, άσχετης με τη συνείδηση των ανθρώπων.

Ο διευθυντής των υπηρεσιών υγείας δεν ήξερε, όταν έγραφε την αναφορά του για την ψυχική κατάσταση του Παλληκαρίδη μετά την καταδίκη του σε θάνατο, πως θα ’γραφε μια δοξολογία για τον ήρωα και για τον ελληνικό κυπριακό λαό που ανέβαινε με τις θυσίες του στο δίχτυ του ήλιου. Νόμιζε πως θα ’βρισκε έναν τρομοκρατημένο νέο, φοβισμένο και καταρρακωμένο, βυθισμένο στη μαύρη κόλαση, να κλαίει και να θρηνάται. Κι όμως οι προβλέψεις κι οι γνώσεις του μάταιες και ψευδείς.

Όλα αυτά τα θαυμαστά ζήσαμε τότε, αυτά μας διέπλασαν, γι’ αυτό και δεν ξεχνούμε τους καιρούς και τα ήθη, τους αγώνες και τις θυσίες. Μόνο και μόνο γιατί ανέβασε τον άνθρωπο σ’ αυτά τα ύψη, να ατενίζει άφοβος το θάνατο και να θεωρεί την ώρα του θανάτου την πιο καλή του ώρα, αξίζει το σεβασμό και τη διδασκαλία της η ιστορική περίοδος του αγώνα της ΕΟΚΑ. Αξίζει τη μελέτη του και την εξαγωγή συμπερασμάτων και διδαγμάτων ο ιερός εκείνος αγώνας του ελληνικού κυπριακού λαού. Είναι όμως απαράδεχτο να διαγράφεται ή να χλευάζεται ο αγώνας ή να θεωρούνται εθνικιστές οι αγωνιστές, οι θαυμαστές του και οι προσκολλημένοι στα ιδανικά της μοναδικά ηρωικής εκείνης εποχής.
«Θ΄ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό να ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί.»
Τέτοια λόγια δεν γράφονται από τον καθένα που βρίσκεται στο δεκαοχτώ του χρόνια και μπροστά στο θάνατο. Η θυσία του πολυτιμότερου αγαθού, της ζωής,  δεν ήταν για τον Ευαγόρα θεωρία αλλά πράξη ευθύνης και ανάληψη  της ευθύνης για την εκλογή, επίγνωση της θυσίας, ελεύθερη αποδοχή της, εξ ου και η ευδαιμονία του εύψυχου νέου, όπως πιο πάνω αναγράφεται από τον ίδιο. Το εύδαιμον το ελεύθερον, το δε ελεύθερον το εύψυχον.    

Το «Δεν Ξεχνώ» λοιπόν, κύριε υπουργέ της Παιδείας, αρχίζει από τον αγώνα του 1955, περνά μέσα από το ΄63 κι έρχεται στο ΄74 και στο 2013, γιατί η Κύπρος δεν είναι μόνο τόπος αλλά και ιστορικός χρόνος, γεμάτος ιδέες που πραγματοποιούνται με θυσίες, ιδανικά που αγκάλιασε ο λαός μας και του έδωσαν το σθένος να συνεχίσει να υπάρχει ως σήμερα, άσχετα αν πραγματοποιήθηκαν ή όχι. Τα συμπεράσματα μπορεί να είναι ιστορικά, μπορεί να είναι όμως και ηθικά. Και το μεγαλείο ενός νέου μπροστά στο θάνατο είναι και ιστορικό γεγονός, όπως αποδεικνύουν και σήμερα τα έγγραφα των Άγγλων, είναι όμως προπάντων ηθικό.


Κι αυτό το ηθικό έχουμε περισσότερη ανάγκη σήμερα, για να ορθοποδήσουμε και να επιβιώσουμε στον τόπο μας απ’ άκρου εις άκρον.

Σάββατο, 3 Αυγούστου 2013

Μυστικές γωνίες

Στέλιου Παπαντωνίου
Μυστικές γωνίες

Στα τρίγωνα κρύβονται μυστικές γωνίες  
Αληθινά ονειρώδεις
Στενωποί σε χαράδρες
Με αφηγήσεις χιλιόχρονων γερόντων σε στενά καφενεία.
Άφωνοι μένουν οι ακροατές
Μες σε καπνούς ναργιλέδων .

Πουλί στα ξόβεργα
ο πρώτος διοπτροφόρος,
στο τζάμι αχνίζουν αστέρια
πίθοι ερωτημάτων.

Ποια η αλήθεια και ποια η ανάγνωσή της;


Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Του Σταυρού

Στέλιου Παπαντωνίου

Του Σταυρού

Τη δεκάτη Τετάρτη του μηνός Σεπτεμβρίου
οι ουράνιες  δυνάμεις
Των Χερουβείμ και Σεραφείμ
Άμα το ασματικόν εις ήχον άγια
Εις ύψος αίρουσι  τον ιερέα  
Νηστεύσαντα και μετανοήσαντα
Για τα εγκλήματά μας εναντίον του τόπου.
Μυριάδες μαύρες βίβλοι.
Στο νάρθηκα οι αμαρτωλοί προσδοκούσι.
Ευτάκτως οι άγγελοι κυκλούσι την τράπεζα ευτρεπισμένην
Και άμα τη πρώτη εκατοντάδι του Κύριε ελέησον συμψάλλουσι
Ραίνοντας  τον σταυρόν διά ροδοστάγματος.
Οι μερρέχες αντανακλούν πλαγίως τον ήχο
Αναπτερούται ο γυναικωνίτης τρίζουν οι ξυλοδεσιές
Μέσα από τους σταυροειδείς φεγγίτες διαπληκτίζεται φωτεινή κόνις
Ένα πλάσμα σέρνεται αργά στις λευκές πλάκες αθηαινίτικες
Χαράζοντας  πλυμένο σκουπισμένο  το σταυρό του
Να πάρει αγιασμό στην κουρασμένη μάνα, καλύτερο προζύμι
Εις στερέωσιν της βασανισμένης ψυχής και του σώματος.

Αγιασμένη, μάνα μου, ψυχή.

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Του μηνός Αυγούστου

Στέλιου Παπαντωνίου

Του μηνός Αυγούστου

Αυγούστου η πρώτη
Τ’ αυγό του φιδιού αυγαταίνει
της Ιστορίας σκοτία.
Μνήμη θανάτου
Αντιστροφή των φίλων
Φλέγοντα ναπάλμ.
Στενές γωνίες της μνήμης καραδοκούν  το φαράσι τους
Πέρσι τέτοια μέρα, προπέρυσιν, προ δεκαετίας
Εείκοσιν έτη παρήλθον
Σύγνεφα στον αγέρα βαίνουν ως την κρυσταλλοποίηση
Φωνές φρικώδεις κραυγές φλόγας τσουρουφλίζουν
Ο άνεμος φυσούσε μανιωδώς θορυβούσε
Τα κουκουνάρια των πεύκων
βέλη πετάγονταν αεροπλάνα
πεντοζάλης
Καίγοντας τους γηγενείς βρακοφόρους.
............


 Απλωτές στη θάλασσα του Τζυρκού
Στο μποστάνι του Σκάρου
Φιλόξενος Δίας κάθιζε τους φίλους στην πέτρα
στο τραπέζι φούρνος ελιάς
Η Καλομοίρα στη νηστιά το τηγάνι
Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ
Πώς άνοιγαν τα σωθικά
Οι επιθυμίες ατέρμονες
ανοιγμένα στόματα
Νεανικές ελπίδες
ζωηφόρος ζωφόρος του μελαψού στον ήλιο
Της αλμυρήθρας θαυμαστής,
στις γούβες το αλάτι αντιφεγγίζει
Σπηλιές τραγουδώντας θαλασσινά
Όπως ο Ευριπίδης με το
Σπήλαιον αναπνοήν έχον προς την θάλατταν
Αποφεύγοντας τα συριστικά διά την ευφωνίαν.
...............................


Έτσι ο ποιητής διδάσκει την τέχνη του
Με στίχους διάστικτους
με την πείρα του σταλαγμίτη και των ατελευτήτων ωρών
Η χημεία και των λέξεων ορμαθός
Η ποίηση εκ του μηδενός
Μ’ ένα ποτήρι κρύο νερό στο τραπέζι
Κι οι παίδες αεί  να παίζουν ανάλογα με την ηλικία τους
Χωρίς χασμωδίες.
.................................


Αύγουστος
Παρακλητικός κανόνας του παππού στη γιαγιά παπαδιά
Πορεία στην κοίμηση των θνητών ημών όχι
Απόστολοι εκ περάτων
Διά νεφέλης προσήλθον
Θαυμαστά τα έργα και τα ιστορήματα
Κατήλθε στο πρόσωπο του ανθρώπου η θεότης
Αίρονται στα ύψη του Άθω τα χρυσοκάντηλα
Και στη  φτωχή εκκλησιά του Βουνού
Ένα μικρό παράθυρο να μπαινοβγαίνουν οι άγγελοι
Ξενυχτισμένοι  στου Ματσάγγου.
...............................................


Έτσι και στη γειτονιά μου
Κάτι ντάπιες
 Αντίγραφα μεσολογγίτικα
Να κρύβουν την ανέχεια και τ’ άνυδρα τυφέκια
Τον ενθουσιώδη νεανία
-πώς μεγαλώσαν τα μαλλιά σου-
ν’ ανεμίζουν στις κιτρομηλιές της Καλλιόπης
Φωνές ν’ αλφαβητίζεις γνώριμες και τη νύχτα
Μακρόσυρτα κεντήματα του μουεζίνη
Στις κουρτίνες ενός παραλληλόγραμμου δωματίου στ’ ανώι
Φύλακες νυχτοφύλακες
Τα τουρκάκια καμάρωναν πείσμωναν  
Προσδοκώντας εμείς  την ένωση
το ποιητικό ημίχρονο.
....................................................


Στη Φωκαία και στην Ανάβυσσο
Κάθε Αυγουστιάτικο φεγγάρι
Ξετυλίγεται αποστεωμένη ζωή στην αντίπερα όχθη
γνώριμα τοπία,
Οι φωτογραφίες αντιγράφουν
Διάλεξαν, επέλεξαν, στην τύχη,
Να τους θυμίζει την πατρίδα;
Ονομάτων επίσκεψις τα επίθετα –ογλου
Ο παππούς μνημονεύει κι η γιαγιά
εμείς μάρτυρες εξ ακοής
Δεν πάτησα ποδάρι στους τόπους μας, λένε.
Μα όπου ψηλαφήσεις εδώ
ψιθυρίζουν ακόμα στ’ αυτί σου  
Εκκλησιές, καφενεία, βαρκούλες ακρογιαλιές  
Κύβοι σπιτάκια με τις αυλές και το βασιλικό
Εναπομείναντα.
.........................................................................