Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Στην άκρη της απελπισιάς


Στην άκρη της απελπισιάς
Του Στέλιου Παπαντωνίου
Πρέπει να αφεθούμε στην απελπισία μας, με την πίστη πως ύστερα από αυτήν θα χαράξει κάπου ένα φωσάκι. Να εμβαπτιστούμε στα βάθη της ΑΟΖ μας και να μαυροφορέσουμε, να σκοτιστεί ο ήλιος και να μη φέξει το φεγγάρι, να σταθούν προσοχή με μάτια δακρυσμένα και στα πετρελαιοειδή βουτηγμένα και μαραγκιασμένα. Η μικρή μου χώρα δέχεται προσβολές της ύπαρξής της, της ιστορικής  της υπόστασης, της αξιοπρέπειάς της και η προσπάθεια των δικών μας είναι –δυστυχώς- να μην απελπιστούν οι πολίτες μας αλλά να στραφούν αλλού οι διαλογισμοί τους, με λόγια αερικά και εκμαυλιστικά, με εκατομμύρια επενδύσεις κι ανέμους στο γουδοχέρι. Κι όμως η απελπισία πρέπει να βάψει το κατάμαυρο, να καταπλακωθεί στο ζόφο,  για να ανατείλει το φως.
Οι οχτροί μας, γεννήματα εχιδνών, με τη δύναμη των όπλων, των κανονιοφόρων, των τορπιλοβόλων, όφεις και σκορπιοί και πάντα τα ερπετά, απομυζούν από τη γη μου τους χυμούς της, ρουφούν το αίμα της, το αίμα των παιδιών μας, το μέλλον τους, ξεραγκιάρηδες  να γυρνούν στα  ξένα για να  βρουν το καρβέλι, αλήτες και πένητες, μιας χώρας ευλογημένης κι από δικούς και ξένους καταδικασμένης. Κι όμως οι γηγενείς μπορούμε  να ζωοποιηθούμε, φτάνει να αφεθούμε στην απελπισία μας. Μπορούμε  να αναγεννηθούμε, αν συλλάβουμε  τη βαθιά σημασία της θλίψης και του απελπισμού στην κατάστασή μας.
Οι νεοσουλτάνοι, της παρανομίας ηγεμόνες, άρχοντες του ψεύδους, της καταπάτησης των εδαφών και θαλασσών μας, δοξολογημένοι από τους παθόντες, ανυψωμένοι στις εικόνες των ειρηνοφίλων, με τα κανόνια στραμμένα στα εδάφη και στις θάλασσές μας, με τις ψυχές της ρυπαρότητας και της αρπαγής, καταραμένοι γείτονες, αδικούντες ηδονίζονται, ψευδορκούντες αγάλλονται, καταβροχθίζοντες το ξένο βιος χορεύουσιν ακαταπαύστως, επαγγελλόμενοι την ειρήνη και τα μηδενικά προβλήματα ψεύδονται ασυστόλως διαψευδόμενοι,  αεί πεινώντες και διψώντες την  αδικία, άνυδρες πηγές της ανθρωπότητας και της ανθρωπιάς, βόθρος ανοιχτός ο  λάρυγγάς τους, μπαγίς, νταβούτογλου, έρογλου κι ερντογάν, με μικρό το αρχικό του ονόματός τους γράμμα.
 Κι εμείς; Μπορούμε να μιλούμε για την πίστη στην πατρίδα μας χωρίς έργα, ή με τα έργα μας θα δείξουμε την πίστη μας; Πού είναι οι ένοπλες δυνάμεις μας; Πού είναι το αμυντικό μας δόγμα; Πού βρίσκονται οι σύμμαχοί μας στην Ευρώπη, πού καθεύδει ο Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών, γραμματείς και φαρισαίοι του, πού υπνώττει και στρέφεται  η οργή των νέων μας  για την καταπάτηση των δικαιωμάτων μας, εκτός από τα ποδοσφαιρικά με τις εμφύλιες βόμβες μολότωφ;  Γιατί ανεχόμαστε να μας παραπλανούν με δικαιώματα που δεν καταπατούνται; Για να ξεχάσουμε τα δικά μας δίκαια  που κατακουρελιάστηκαν; Γιατί μας ρωτούν αν καταπατείται το δικαίωμά μας  να θρησκεύουμε και δε ρωτούν  αν μας καταβρόχθισαν το σπίτι και την περιουσία, αν δεν μας  αφήνουν να κυκλοφορήσουμε στον τόπο μας, αν κατασκόρπισαν στους ανέμους τα ιερά και τα όσιά μας, αν μετέτρεψαν τους ναούς μου και τα νεκροταφεία μας  σε γήπεδα, και ουρητήρια και καφενεία της πορνείας; Γιατί δε μας ρωτούν  για τα καταπατημένα μας δικαιώματα και μας ρωτούν  για ανύπαρκτα προβλήματα; Μας θέλουν  τυφλούς και κωφούς , να μας  σέρνουν  όπου θέλουν, για να πέσουμε στο βόθυνο, χωρίς οδηγό οι πρόσφυγες, χωρίς εκπρόσωπο το μεγάλο Όχι;
 Έτσι μετέτρεψαν και τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, να σκέφτονται πως είναι οι ίδιοι ξενόφοβοι και ρατσιστές, την ώρα που είναι οι παθόντες και ταφέντες στην ίδια τη χώρα τους, με τα δικαιώματά τους πατσαβούρες για σφουγγάρισμα. Φορτωμένοι ενοχές άλλων, υποβιβάζονται στα ίδια τα μάτια τους.
Κι όμως, ας τους διδάξουμε την απελπισία. Μην τους παραπλανούμε  με ψευδοπροβλήματα,  άσχετα από τη μοίρα τους σ’ αυτή τη γη.
 Αφήστε τα παιδιά μας κι εμάς και τα εγγόνια μας  να οργιστούμε και να απελπιστούμε, ίσως ανατείλει το φως.

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Τα όρη της Καραμανιάς


Τα όρη της Καραμανιάς
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Κι επειδή δεν πρέπει εμείς – προεδρεύοντας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης- να προωθούμε ζητήματα δικά μας, αντίθετα πρέπει να μείνουμε προσκολλημένοι στα προβλήματα της Ευρώπης, γι’ αυτό, όταν γίνεται λόγος για σεβασμό των  ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εμείς θα υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματα των αλλοδαπών, όχι όμως των Ελλήνων της Κύπρου που καταπατούνται εδώ και σαράντα σχεδόν χρόνια.

Κι όταν οι εταίροι μας πλησιάζουν  στη Λευκωσία και αντικρίζουν τις προκλητικές τουρκικές σημαίες στον Πενταδάχτυλο, εμείς θα διορθώνουμε πως δεν πρόκειται περί Πενταδακτύλου, γιατί αυτά είναι  τα όρη της Καραμανιάς, αλλιώς  θα μας παρεξηγούν πως προωθούμε τις δικές μας θέσεις στο Κυπριακό, και δεν κάνει να αναφερόμαστε σε παράνομο τουρκοκυπριακό κρατίδιο και Τούρκους καταπατητές της γης και των ελευθεριών μας.

Κι όταν φτάσουν οι συνευρωπαίοι φιλοξενούμενοί μας στα συρματοπλέγματα που χωρίζουν σπαρακτικά τη γης μας  και ρωτήσουν από περιέργεια τι είναι, εμείς θα συστήνουμε τις  καππαρκές μας στην  Κύπρο,  ατσαλένιες, που θεριεύουν μόλις πλησιάσουν στις ελευθεροσκλαβωμένες περιοχές, μια παράξενη ποικιλία, που όμως δεν την προβάλλουμε, μη μας κατηγορήσουν πως προωθούμε τα τουριστικά συμφέροντά μας και  τη  μοναδική στην Ευρώπη χλωρίδα και πανίδα μας.

Κι όταν πλησιάζουν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας στα οδοφράγματα, τσιμουδιά εμείς, όλα μέλι γάλα, στόμα κλειστό. Δεν μπορούμε να φανερώνουμε   πως ένα παράνομο μόρφωμα, ένα καρκίνωμα γκαστρώθηκε η γη μας από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής και κατοχής, μη μας παρεξηγήσουν πως  ασχολούμαστε με το πρόβλημά μας. Η φιλοξενία απαιτεί κι η Ευρωπαϊκή μας πολιτική, τσιμουδιά. Ουδέν συμβαίνει στην Κύπρο, όλα ελεύθερα και ασφαλή και ήρεμα, τα όρη της Καραμανιάς εκ φύσεως καταπληγιασμένα από τουρκικά μπαϊράκια, τα συρματοπλέγματα κάππαρις, τα οδοφράγματα ποικιλία τους. Κι όλοι εμείς, μια νέα ποικιλία του ευγενούς είδους των στρουθοκαμήλων. Αυτά θα λέμε για να γίνουμε πιστευτοί ως προεδρεύοντες.

Κι όμως τα καλύτερα μας τα λέει η Αδούλωτη Κερύνεια, να ξεκουμπιστούν όλοι οι εισαχθέντες έποικοι και τα τουρκικά στρατεύματα,  να παν στα σπίτια τους κι εμείς στα δικά μας. Κι ο δήμαρχος της Κυθρέας,  που έγραφε προχτές να καταγγείλουμε τα τουρκικά στρατεύματα, κι αν δεν καθορίσουμε χρονοδιάγραμμα απελευθέρωσής μας απ’ αυτά, είναι αδιανόητη η όποια διαπραγμάτευση με το πιστόλι στον κρόταφο. Κι ο επίσκοπος Καρπασίας με την έμπρακτη διαμαρτυρία του στο οδόφραγμα των διαβατηρίων, που έδωσε και πάλι την ευκαιρία στον Πρόεδρο και στον κυβερνητικό εκπρόσωπο να υπερασπιστούν την παρανομία του «περί οδοφραγμάτων νόμου» σε ελεύθερη Κύπρο. Κι κίνηση «Αμμόχωστος επιστρέφω» που απέκλεισε το οδόφραγμα Στροβιλιών, διατρανώνοντας την πίστη πως μόνο με την ελεύθερη διακίνηση και εγκατάσταση στις πόλεις και στα χωριά μας μπορούμε να λειτουργούμε ως άνθρωποι και ευρωπαίοι.

Όλοι αυτοί θα πρέπει να κληθούν να συνδράμουν την κυβέρνηση,  για να έχει μια επιτυχημένη Ευρωπαϊκή προεδρία, που να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και να δείξει το πραγματικό και αξιοπρεπές αγωνιστικό ανθρώπινο πρόσωπο της Κύπρου και της Ευρώπης. Χωρίς δακρυρρόους θρήνους. 

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Γρηγορείτε


Γρηγορείτε
του Στέλιου Παπαντωνίου

Η δημοσίευση στο Φιλελεύθερο της συνέντευξης του Ανδρέα Πιμπίσιη με τον καθηγητή Βαγγέλη Κουφουδάκη μας έδωσε πάλι την ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε την άκρη του γκρεμού στην οποία βρισκόμαστε και προπάντων να αναμνησθούμε των λανθασμένων χειρισμών από Κληρίδη και εξής στο Κυπριακό. Μια φωτεινή στιγμή ήταν η άρνηση του μακαριστού Τάσσου Παπαδόπουλου να αποδεχτεί το ανανικό σχέδιο και να διασώσει έτσι την Κύπρο ως Κυπριακή Δημοκρατία, το μόνο στήριγμα και όπλο του όποιου αγώνα μας ενάντια στην πανίσχυρη Τουρκία και τα γρανάζια της Αμερικανοβρεττανικής διπλωματικής μηχανής.

Ότι βαραίνει όλο και περισσότερο το χρέος των απλών πολιτών απέναντι στην ίδια την ύπαρξη του ελληνισμού σ’ αυτή τη γη είναι πλέον οφθαλμοφανέστατο. Γι’ αυτό και οι επερχόμενες προεδρικές εκλογές έχουν μέγιστη σημασία, και για το είδος της λύσης, και για την ύπαρξη του ελληνισμού στην Κύπρο και ακόμα στην κυρίως Ελλάδα, η οποία βρίσκεται σε παράλληλο κλοιό πανταχόθεν και πολυεπίπεδα, με κύριο μεν το οικονομικό, αλλά καθόλου υποδεέστερο το αμυντικό της σθένος.

Οι μέρες αυτές όμως ήταν και γιορτάρες μέρες με τον ελληνισμό και τη χριστιανοσύνη να λαμπροφορούν αναστάσιμα. Το θαύμα της ανάστασης έδωσε στις κοινότητες την ευκαιρία να γιορτάσουν με τον πατροπαράδοτο τρόπο και να βιώσουν και τα πάθη και την εκ νεκρών έγερση, να δεθούν και πάλι με τις ρίζες τους και να αντλήσουν δύναμη για την περαιτέρω πορεία του βίου. Αυτά όμως τα ζωηφόρα νάματα της παράδοσης είναι η ίδια η ζωή μας, η γλώσσα, τα ήθη και έθιμά μας. Κι αυτά όμως δυστυχώς επίσης κινδυνεύουν, όσο κι αν μας διαβεβαιώνουν οι κυβερνώντες περί του αντιθέτου. Αν δεν υπήρχε η Εκκλησία να συνενώνει αυτές τις μέρες τους πιστούς, ούτε το κράτος ούτε τα κόμματα ούτε οι ποδοσφαιρικές ομάδες  θα είχαν τη δύναμη να καλλιεργήσουν τόσο την ψυχή των ανθρώπων και να τους ωθήσουν  να σκάψουν μέσα τους, να πιουν από τις πηγές της ζωής τους, να μετάσχουν των μυστηρίων, μακριά από τις γελοίες λογικοφανείς ερμηνείες περί παντός και δη περί του αγνώστου και υψίστου. 

Από αυτές όμως τις ρίζες  θέλουν να μας ξεριζώσουν αλλοιώνοντας νοήματα και έθη δυο χιλιάδων χρόνων, από αυτές τις ανθρώπινες και θεϊκές ταυτόχρονα καταβολές του ανθρώπου γίνεται προσπάθεια να απομακρύνουν κυρίως τους νέους, ευτυχώς όμως στα βάθη της ψυχής πολλών κρύβεται ο σπόρος της ορθοδοξίας και της φυλής.

Είναι όμως και θλιβερά και καταδικαστέα τα φαινόμενα της νεότητας που επιδίδεται στις καταστροφές κοινών καταστημάτων, σχολείων, θεραπευτηρίων  ή ξένης περιουσίας. Το δε χείριστο αυτές τις μέρες,  η χρήση κροτίδων μετά ακρωτηριασμών και ψυχολογικών διαταραχών, και η λαμπρατζιά με τις παράξενες ανταγωνιστικές διαθέσεις και τα καταστροφικά αποτελέσματα. Βεβαιότατο είναι πως οι πολίτες ευχαρίστως θα δεχτούν την κατάργηση αυτών των εθίμων που εξόκειλαν από την ορθή κάποτε μετρημένη πορεία τους και κατάντησαν μάστιγα της κοινωνίας, γι’ αυτό η νομοθετική εξουσία με τη συμβολή των τοπικών κοινωνιών και της Εκκλησίας μπορεί να θεσπίσει τις απαγορευτικές εκείνες διατάξεις που θα έχουν θετικά αποτελέσματα στο μέλλον. Θάρρος χρειάζεται και αποφασιστικότητα, να τεθούν επί τραπέζης τα θετικά και αρνητικά και να αποφασιστεί από τους υπευθύνους το καλύτερο.

Τέλος, οι αλλαγές στην κοινωνία μας είναι ραγδαίες, οι ληστείες καθημερινές, οι εμπρησμοί περιουσιών ανελλιπείς, η επαιτεία λοιδωρεί, ακόμα φόνοι και επιθέσεις κατά προσώπων δεν είναι ασυνήθεις. Μια επίσκεψη σε οποιοδήποτε νοσοκομείο θα πείσει τον καθένα πως ως Κύπριος μπορεί να βρίσκεται ανάμεσα σε δεκάδες ξένους μόνος ως εις την ξένην, με επιθυμία να αγκαλιάσει τον πρώτο που θα ακούσει να μιλά την ελληνική. Ίσως η σχεδιασθείσα πολιτική λύση του κυπριακού να είναι ήδη πραγματικότητα, από εκεί Τούρκοι από εδώ πανσπερμία, μια πολυπολιτισμική κοινωνία, ανεκτική μέχρις αφασίας και εξαφάνισης.

Ένας κόσμος χάνεται και παρακολουθεί θεωρώντας τα πάντα ως ακίνδυνα ή φοβάται τον χαρακτηρισμό του ξενόφοβου, ενώ οι κίνδυνοι ήδη βόσκουν και κατατρώγουν τα εντός μας, δεν υποβόσκουν. Γι’ αυτό το αίτημα για εγρήγορση και ορθή επιλογή προέδρου.  

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

Ο περί οδοφραγμάτων νόμος


Ο περί οδοφραγμάτων νόμος

του Στέλιου Παπαντωνίου

Ο ταλαιπωρηθείς από το παράνομο καθεστώς Έρογλου επίσκοπος Καρπασίας είδε κι απόειδε, πήρε μαζί του δυο τρεις ιερείς,  κι αποφάσισε να διαμαρτυρηθεί δυναμικά,  κλείοντας το οδόφραγμα του αγίου Δομετίου για μιάμιση ώρα, αφού δεν του επιτρέπει το κατοχικό καθεστώς να μεταβαίνει στην Καρπασία,  όπου οι τριακόσιοι των Θερμοπυλών μας  Έλληνες Χριστιανοί  έχουν ανάγκη την ηθική ή άλλη συμπαράστασή του, γιορτάρες μέρες.

Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, αντιδρώντας στην ενέργεια του επισκόπου, μας είπε πως πρόκειται για ιδιορρυθμίες και ιδιοτροπίες. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δήλωσε πως δεν δικαιούται κανένας να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να καταλύει το κράτος, εξ ου και ο τίτλος πιο πάνω, «ο περί οδοφραγμάτων νόμος».

Ποιος νόμος διέπει τα οδοφράγματα; Επιτρέπονται οδοφράγματα σε ελεύθερη χώρα; Αν υπάρχουν, αφού δεν τα τοποθέτησε το επίσημο κράτος, τα τοποθέτησαν παράνομοι σ’ αυτό το κράτος, που τα κλείνουν όποτε θέλουν και τα ανοίγουν όποτε θέλουν, απόδειξη το καταραμένο τότε άνοιγμά τους από τον Ντεκτάς και όχι από την Κυπριακή Δημοκρατία. Ποιος λοιπόν παρανομεί και παίρνει το νόμο στα χέρια του; Πρώτα πρώτα το παράνομο καθεστώς της κατεχόμενης Κύπρου, και δεύτερο, το  ίδιο το κράτος μας που υπάκουσε τότε στα προστάγματα Ντεκτάς, και τώρα ανέχεται την ύπαρξή τους, με τουρκοκυπριακά αυτοκίνητα παράνομα εγγεγραμμένα να κυκλοφορούν στους δρόμους της Δημοκρατίας, χωρίς να πληρώνουν άδειες κυκλοφορίας. Μπαινοβγαίνουν οι Τουρκοκύπριοι, εργάζονται στις οικοδομές πολλοί, στις ελεύθερες περιοχές, πληρώνονται τα μεροκάματά τους, τα νοσοκομεία είναι γεμάτα από τουρκοκύπριους με δωρεάν περίθαλψη, δεν ακούσαμε όμως ποτέ αν υπέβαλαν καμιά φορά συμπληρωμένη τη δήλωση του φόρου εισοδήματός τους, να μάθουμε πόση είναι η συνεισφορά τους στο κρατικό ταμείο. Το μόνο που πληροφορούμαστε είναι πόσα πληρώνουμε γι’ αυτούς στις συντάξεις και στα νοσοκομεία, πόσα αγοράζουμε απ’ αυτούς το ηλεκτρικό ρεύμα, που μας στοίχισε και ακόμα στοιχίζει, χωρίς να ξεχνάμε από την τελευταία σκοτοδίνη μας οι απλοί πολίτες πως οποιαδήποτε ώρα, ένα τουρκικό δακτυλάκι κάπου να μπει, μας βυθίζει στα τάρταρα. Αυτά παθαίνουμε σαν εξαρτιόμαστε από τους εχθρούς, που δε λέμε να τους πούμε εχθρούς της πατρίδας.

Από τις δηλώσεις του ο Πρόεδρος μας έδωσε να καταλάβουμε πως ο επίσκοπος φταίει, που εμποδίζει τη ροή του οδοφράγματος (ωραίο το «ροή» τώρα και με τις βροχές) και πως τέτοιες πράξεις θα ρίψουν τους τουρκοκυπρίους στην αγκαλιά της Τουρκίας.  (Η Τουρκία τους περιμένει να παν, δεν τους ανακάλυψε, δεν ήρθε εδώ η ίδια να τους αγκαλιάσει και να τους πνίξει στα φιλιά της). Ακόμα, λέει ο πρόεδρος, πως τώρα οι προοδευτικοί τουρκοκύπριοι έχουν εμπιστοσύνη σ’ αυτή την κυβέρνηση κι έτσι που πάμε με τέτοια μυαλά, θα την χάσουν κι αυτοί. Διερωτάται βέβαια κανείς για πόσους μιλάμε, για να στηρίζει πάνω τους την αποτυχημένη ήδη πολιτική του, απόδειξη όσα έγιναν με τον Ταλάτ, καλός καλός και μας βγήκε...

Οι προεδρικές ιδεοληψίες βλάπτουν σοβαρά την ψυχική υγεία. Από την άλλη, ευτυχώς όμως που τα λέει, για να μετρούμε τα υπόγεια επίπεδα και να βυθομετρούμε την μηδενική ελληνικότητα, (εθνικιστικές κορώνες, θα τις έλεγε).

Ακόμα και στους φαντάρους της ΕΛΔΥΚ πήγε να διακηρύξει πως μόνο η γλώσσα κι η θρησκεία είναι διαφορετικές με τους τουρκοκυπρίους! Κατά τα άλλα, έχουμε περισσότερα κοινά με το σύνοικο στοιχείο παρά διαφορές. Για να μη νομίζει ο κάθε ελδυκάριος από την Κρήτη και τη Ρόδο πως έχουμε μαζί  του ομοιότητες. Λάθος τους να νομίζουν πως ανήκουμε στο ίδιο έθνος. Εμείς μοιάζουμε με τον Άσατ και τους τουρκοκύπριους.

Και καλό πάσχα!         
(«Τι πάσχα, τι μπαϊράμι! Είν’ αδέλφια δίδυμα!», όπως είπε.)

Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

Σημειώσεις στο έργο του Γιώργου Φιλίππου Πιερίδη, Ο πορτοκαλόκηπος



Στέλιου Παπαντωνίου , σημειώσεις στο έργο του
Γιώργου Φιλίππου Πιερίδη, Ο πορτοκαλόκηπος
Από την έκδοση του Υπουργείου Παιδείας της  Κύπρου



[Το παρακάτω διήγημα προέρχεται από τη συλλογή  Σκληροί καιροί  (1963). Αν και βασίζεται σε πραγματικό περιστατικό (τη δολοφονία  σε διαδήλωση του σημαιοφόρου του Γυμνασίου Αμμοχώστου Πετράκη  Γιάλλουρου από τις βρετανικές αποικιακές δυνάμεις στις 7.02.1956),  δεν αποτελεί χρονικό· εστιάζει μάλιστα περισσότερο στη φυσιογνωμία  του πατέρα, προσφέροντας ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του Κύπριου χωρικού της εποχής και ένα διαχρονικό σύμβολο του ανθρώπου που έχει δεθεί αξεδιάλυτα με τον τόπο και τη μοίρα του.]


Ο τόπος σε τούτη την ακτή της Κύπρου είναι ευλογημένος. Γη αμμουδερή, ελαφριά, καλό νερό, κι η ανάσα της θάλασσας που γλυκαίνει τις χειμωνιάτικες παγωνιές. Ό,τι χρειάζεται για
ν’ αναστήσεις πορτοκαλιές. Περβολότοπος. Μια καταπράσινη λουρίδα που ζώνει το χρυσάφι της αμμουδιάς σ’ όλο το ημικύκλιο του κόλπου για να σβήσει στα κατσάβραχα του κάβου. Τον Μάρτη σαν τύχει να φυσάει απόγι, ο αέρας της θάλασσας, ώς την είσοδο του κόλπου, δυο μίλια απόσταση, μοσχοβολάει ανθό.

Η παραγραφος αναπτύσσεται με αιτιολόγηση. Αιτιολογεί γιατί δήλωσε ότι είναι ευλογημένος τόπος. Απόγι= αέρας από τη γη, κάβος= ακρωτήρι

Ν’ αναστήσεις πορτοκαλιές είν’ ένας λόγος. Το πώς όμως ο  λόγος αυτός γίνεται πραγματικότητα το ξέρουν μόνο οι άνθρωποι που, σαν τον Πετρή, σφιχτόδεσαν για μιαν ολάκερη ζωή το μόχθο τους με το χώμα και με το δέντρο σε βαθμό που δεν ξεχωρίζουν τα
τρία αυτά βασικά συστατικά ενός περβολιού. Έτσι τον ανάστησε τον πορτοκαλόκηπό του ο Πετρής, στην άκρη της πράσινης λουρίδας, απάνω στο σύνορο προς τον κάβο. (κατακλείδα)

Η παράγραφος αναπτύσσεται με αντίθεση του λόγου με την πραγματικότητα. Ο συγγραφέας αρχίζει τη δέση των πρωταγωνιστών του και πρώτα τη δέση ανθρώπου με πορτοκαλόκηπο.

Όταν ξεχώρισε απ’ το πατρικό του κι έβαλε μπρος δουλειά για να κάμει το δικό του κτήμα ήτανε κάπως προχωρημένος στα χρόνια, σχεδόν τριαντάρης. Δεν στάθηκε βολετό να πάρει νωρίτερα το δικό του δρόμο γιατ’ είχε ν’ αποκαταστήσει δυο αδερφές, που μεγαλοπαντρεύτηκαν.  Ωστόσο δεν βαρυγκόμησε ποτέ του ο  Πετρής. Όχι πως ήτανε καλόψυχος ή καν πως νοιάζονταν να μην αφήσει τους άλλους απροστάτευτους. Όχι. Ο Πετρής ήταν από  κείνους τους στωικούς ανθρώπους, που ακολουθούν ατάραχοι κι αποφασιστικοί την πορεία που έχει προδιαγράψει στη μοίρα τους η ζωή, και που η ικανότητά τους να ζούνε τη ζωή τους δίχως να δίνουν σημασία σε κανένανε κάνει τους άλλους να τους σέβουνται.
 Βαρύς, αμίλητος, δουλευτής, ακολούθησε την προαιώνια πορεία της ράτσας του γιατί έτσι τήνε βρήκε. Νοικοκύρεψε τις  αδερφές, μοιράζοντάς τους το πατρικό κτήμα και την ευθύνη να
γεροκομήσουνε τους γέρους, κι απέ, δίχως να πάρει μιας ημέρας ανάσα, έβαλε το σταυρό του, έφτυσε στις χούφτες του κι άρχισε τσάπισμα για να δεντροφυτέψει τη δική του γη.

Χαρακτηριστικά της εποχής, πατριαρχική οικογένεια, υποχρεώσεις ανδρών και γυναικών.
Χαρακτηριστικά του Πετρή. Ο στωικός αναλύεται ως ο ατάραχος που ακολουθεί τη μοίρα του.

Φύτεψε, μπόλιασε, περίφραξε, έχτισ’ ένα σπιτάκι και παντρεύτηκε. Τι σημασία έχει  αν ξεκίνησε στα τριάντα αντί να ξεκινήσει στα είκοσι. Πάλε η πορεία ήταν η ίδια, ακόμα κι η εσωτερική πορεία, το σφιχτοδέσιμο της ψυχής του με τούτο το χώμα, με τούτα τα δέντρα, να μην ξεχωρίζει τον δικό του μόχθο από τον μόχθο του νέου δεντρού, που αγωνίζεται να ριζώσει, τον δικό του πόνο από τον πόνο του δέντρου, που το χτύπησε η αρρώστια, ν’ ακούει μέσα στον  ύπνο του τον σφυγμό των δέντρων του, και να νιώθει ο ίδιος μιαν ευφροσύνη γιατί χόρτασαν εκείνα το νερό.
Η δέση συνεχίζεται με το συναισθηματικό δέσιμο του ανθρώπου  με τη γη του και τα δέντρα του

Ωστόσο το καθυστερημένο ξεκίνημα γίνηκε αφορμή να παραλλάξει η πορεία του απ’ το συνηθισμένο πάνω σ’ ένα σημείο. Ο Πετρής είχε περάσει τα τριανταπέντε όταν η γυναίκα του,
τριαντάρα σχεδόν κι εκείνη, γέννησε το πρώτο τους παιδί. Ένα  αγόρι. Άλλο παιδί δεν έκαμαν. Κι απάνω σ’ αυτό το αγόρι, τον Αρτέμη, απίθωσαν οι μεσόκοποι γονιοί κάτι πρωτοφάνερα γι’
αυτούς αισθήματα, που τα κρατούσαν μέσα τους αξεδιάλυτα, μα που έβαλαν μεσ’ στην ψυχή της μάνας τον σπόρο μιας απέραντης  στοργής και στο μυαλό του Πετρή κάτι καινούριες ιδέες. Έτσι ο Αρτέμης, ο μοναχογιός, πήρε από τη μάνα του χάδια ασυνήθιστα στους ανθρώπους της ράτσας του, κι απ’ τον Πετρή την άδεια να πάει στο Γυμνάσιο, στην πόλη, μιαν ώρα δρόμο απ’ το χωριό. Κι ούτε που σταμάτησαν ώς εδώ οι καινούριες ιδέες μέσ’ στο μυαλό του Πετρή, παρά έβαλε σκοπό να στείλουν τον Αρτέμη να σπουδάσει σα θα τέλειωνε το Γυμνάσιο. Όμως γι’ αυτό το  ζήτημα δεν έκαμε ποτέ του λόγο· ούτε και στον ίδιο τον εαυτό του το μολογούσε σαν οριστικό, μόνο «ας τελειώσει και βλέπουμε», έλεγε μέσα του, κράταγε μετέωρο για μια στιγμή το χέρι του, που δούλευε με το κλαδευτήρι, ένα χαμόγελο τρεμούλιαζε μέσα στα
μάτια του, και ξανάπιανε το κλάδεμα.

Η οικογένεια που δημιουργούν είναι πυρηνική, πατέρας μητέρα παιδί, ο πυρήνας. Η αγάπη των γονιών στο παιδί, αλλά και συμπεράσματά μας για τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών τότε, με αυστηρότητα. Ο Αρτέμης πήρε χάδια ασυνήθιστα στους ανθρώπους της ράτσας του.

Τώρα ο κόσμος του Πετρή γίνηκε αλλόκοτος έτσι που μοιράζονταν ανάμεσα στην ασάλευτη αφοσίωσή του στο κτήμα και στα ονειροπολήματά του για τον Αρτέμη. Σα να ζούσε δυο
ζωές, που μέσα στην πρωτόγονη σκέψη του δεν είχανε κοινό σημείο επαφής μα που ωστόσο δεν γίνονταν αφορμή διχασμού. Τα ονειροπολήματά άνοιξαν μόνο ένα παράθυρο απ’ όπου κάποιο νέο φως πλημμύριζε την καρδιά του Πετρή.
Έτσι κύλησαν τα χρόνια. Οι πορτοκαλιές άπλωσαν κλώνους, έσμιξαν τις φυλλωσιές τους, κι ο Αρτέμης γίνηκε δεκαοχτώ χρονώ τελειόφοιτος. Ένα μελαχρινό παλληκάρι, συμπυκνωμένο,
λιγομίλητο, ίδιος ο πατέρας του. Όσο μεγάλωνε και πρόκοβε ο Αρτέμης, το φως στην καρδιά του Πετρή απλώνονταν με μιαν ήσυχη βεβαιότητα κι ήτανε σαν η προκοπή του παιδιού να
επισφράγιζε τη δική του προκοπή στο κτήμα.

Στα υπογραμμισμένα έχουμε τη δέση του πρωταγωνιστή  Πετρή με τις δυο του αγάπες, γιο και περβόλι. 

Ωστόσο, τον τελευταίο καιρό ένας καινούριος άνεμος πήρε να  φυσάει, που ξεσήκωσε τα φρένα των ανθρώπων. Σαν ένα μήνυμα διάχυτο και συγκλονιστικό, από τα βάθη των καιρών, να λέει πως έφτασεν η ώρα, και τους καλούς νησιώτες δεν τους χωρούσαν  πια τα πλαίσια της καθημερινότητας. Στα καφενεία, στην αγορά, στα σπίτια, στους τόπους της δουλειάς, στα σχολεία, ένα κύμα συναγερμού, προσδοκίας, διεκδίκησης ύψωσε τις ψυχές απάνω από
τη λογική των συμβιβασμών και της ρουτίνας. Οι νέοι ζώστηκαν την πανοπλία του ενθουσιασμού τους κι αποζητούσαν ευκαιρίες αυτοθυσίας. Πήγαιναν, έρχονταν, συνάγονταν παράμερα και σιγοκουβεντιάζαν, κι άξαφνα πήδαγαν στα ποδήλατα και  τραβούσαν για την πόλη. Μαζί τους κι ο Αρτέμης.

Όλη η παράγραφος περιγράφει και αναλύει τα χαρακτηριστικά του αγώνα της ΕΟΚΑ και της Κύπρου το 1955. Μπορείτε να βρείτε τουλάχιστο δεκαπέντε χαρακτηριστικά, αφού κάθε λέξη έχει τη θέση και το νόημά της. Η αλλαγή που φέρει η επαναστατικότητα, διαχέεται σε όλη την Κύπρο και τη συγκλονίζει, έξω από τα καθημερινά, ζητούν τα δικαιώματά τους, ανυψώνονται πνευματικά, ενθουσιασμένοι, θυσιάζονται για την ελευθερία, σε μια μυστική σχέση με τους άλλους πατριώτες, μυστική οργάνωση , και αιφνιδιαστικές ενέργειες εναντίον του εχθρού.

Ο Πετρής ψυχανεμίστηκε με το πρώτο. Ωστόσο σώπαινε, κι  όπως το αγρίμι οσμίζονταν στον αέρα την επερχόμενη καταιγίδα.  Γεμάτος επιφύλαξη, περίμενε και παρακολουθούσε τον Αρτέμη. Όμως μια μέρα, που η γυναίκα του δοκίμασε να του πει τους φόβους της για το παιδί, που δεν συμμαζεύονταν, την αποπήρε.«Άσε τον. Ξέρει τι κάνει. Τι θες, να κόψει πίσω, κοτζάμ άντρας, και να χωθεί πίσω απ’ τα φουστάνια σου;». Ύστερα αρχίνησε σιγά σιγά να δαμάζει τις επιφυλάξεις του κάποιο συναίσθημα πως όλος ετούτος ο ξεσηκωμός γύρω του  ήτανε σα να ξεπηδούσε από τις ρίζες της δικής του ύπαρξης, από βαθιά, πολύ βαθιά, από ’κεί που αντλούσε τους χυμούς της η συνείδηση του εθνισμού του.

Η αντίδραση του πατέρα και της μητέρας όταν αντιλήφθηκαν πως ο γιος τους μετέχει στην οργάνωση. Στον πατέρα δίνεται ευκαιρία να συνειδητοποιήσει πως είναι και ο ίδιος άνθρωπος με πατριωτικά αισθήματα, όπως στον Αποχαιρετισμό του Ρίτσου, ο πατέρας θα αναγνωρίσει το γιο από τις χοντρές ελληνικές κοκάλες του, όμοιες με τις δικές του.

Μιαν ηλιόλουστη φθινοπωρινή μέρα ο Πετρής κάθονταν στο κατώφλι του και διόρθωνε το θειαφιστήρι του, να το ’χει έτοιμο για να θειαφίσει* μόλις θα ’βρισκε κατάλληλο καιρό,
όταν άνοιξε με ορμή η καγκελόπορτα του περβολιού και μπήκανε λαχανιασμένα δυο παλληκαράκια, που ήρτανε και στάθηκαν ομπρός του και στριφογύριζαν με αμηχανία στα χέρια τους τα σχολικά τους κασκέτα. Ο Πετρής αλαφιάστηκε μα δεν τ’ απόδειξε, μόνο τους κοίταγε και περίμενε να μιλήσουν. Τέλος, το ένα απ’ τα παιδιά, ξεχνώντας τα λόγια που φαίνεται να είχε προετοιμάσει, είπε βιαστικά κι ασύνδετα όλη την ιστορία: Οι μαθητές είχαν κατέβει σε διαδήλωση. Ρίχτηκαν πυροβολισμοί από τις «δυνάμεις  ασφαλείας». Ο Αρτέμης, που πήγαινε εμπρός με τη σημαία, έπεσε. «Πληγώθηκαν κι άλλοι δυο, όμως ο Αρτέμης... έπεσε!», ξανά ’πε
το παιδί γοερά.  

Το διήγημα οδηγήθηκε στην κορύφωσή του με την αναγγελία του θανάτου του Αρτέμη.

Ο Πετρής κατάλαβε και βρέθηκε μεμιάς όρθιος. Μια πύρινη  κολόνα θυμού υψώθηκε μέσα του και τριζοβολούσε. Η μάνα, που  βρίσκονταν μέσα στο σπίτι κι άκουγε, έσυρε μια φωνή κι έκαμε να  χυθεί όξω. Όμως ο Πετρής άπλωσε το χέρι του και την αντίκοψε.  Κι αγκαλιάζοντάς τηνε με μια τρυφερότητα πρωτοφάνερη την έβαλε να καθίσει. Όλα όσα ακολουθήσανε κείνη τη μέρα και την άλλη, ήτανε για τον Πετρή σα να γίνονταν μέσα σε μια ξέχωρη περιοχή της  ζωής του, σε μια περιοχή όπου τίποτα δεν τελειώνει και τίποτα  δεν αρχίζει, γιατί η στιγμή, η κάθε στιγμή, είναι τόσο κορεσμένη από εσωτερικό κραδασμό, που γεμίζει, μοναδική και κυρίαρχη,
τα πάντα. Μέσα στη συντριβή του ένιωθε σα μεταρσιωμένος* από μιαν υπερβατική κι απροσδιόριστη ταύτιση του δικού του δράματος με το συνολικό παλμό γύρω του.

Οι αντιδράσεις μητέρας και πατέρα στο θάνατο του παιδιού τους. Ο πατέρας οργίζεται, η μάνα φωνάζει, ο πατέρας της συμπαρίσταται και συγκινημένος και πνευματικά υπερυψωμένος ενώνεται με τον πατριωτικό παλμό των συγχρόνων του.

Όμως μετά την ταφή του Αρτέμη ήρτε η νύχτα κι ο κόσμος άρχισε διακριτικά, μ’ ένα σφίξιμο χεριού, μ’ ένα λόγο καλό, να φεύγει. Ώσπου, περασμένα μεσάνυχτα, οι δυο γερασμένοι γονιοί
απόμειναν μόνοι, δίχως παραστεκάμενους στο σπαραγμό τους. Ο Πετρής ένιωσε τότε σα να προσγειώθηκε στη γνώριμη περιοχή της καθημερινής ζωής. Γύρισε και κοίταξε τη μάνα, που καθόταν βουβή με διπλωμένες τις άχρηστες πια φτερούγες της στοργής της, κι ένιωσε πάλε κείνη την τρυφερότητα μέσ’ στην καρδιά του και στις παλάμες του ένα μερμήγκισμα από συγκρατημένο χάδι. Ύστερα κείνη, αποκαμωμένη, έγειρε τάχα να κοιμηθεί· κι ο Πετρής, που δεν τόνε χωρούσε ο τόπος, άνοιξε την πόρτα και βγήκε στο περβόλι.

Η μάνα μια αγάπη είχε, το γιο, τον έχασε και μαζί του κάθε αγάπη για τη ζωή. Ο πατέρας βρίσκει καταφύγιο στον πορτοκαλόκηπο.

Η ζωντανή παρουσία των δέντρων του, η γνώριμη ανασεμιά τους κάτω απ’ την αστροφεγγιά, τόνε παράσυραν όπως πάντα μέσα στη δικιά τους τροχιά. Ήταν η γλυκύτατη ώρα που προμηνάει τη χαραυγή. Ο γρύλος κεντούσε το κέντημα της τρίλιας του πάνω στον πέπλο
της σιωπής. Μια κότα φτεράκιασε μέσ’ στο κοτέτσι. Από πέρα ακούστηκε μουκάνισμα βοδιού. Ύστερα ο ορίζοντας πήρε να ροδίζει κι ο Πετρής πρόσεξε πως ο καιρός ήταν ξερός και ήσυχος.
«Καιρός για θειάφισμα», σκέφτηκε· κι ο δουλευτής, που ξύπνησε μέσα του, συνδέοντας αυθόρμητα τη σκέψη με την πράξη, πήγε στην παράγκα όπου είχε συγυρισμένα τα σύνεργά του, πήρε το θειαφιστήρι κι αρχίνησε δουλειά. Το θειαφιστήρι γέμισε τη σιωπή της ορθρινής ώρας μ’ ένα παράξενο ήχο, που έμοιαζε σαν επίμονο και ρυθμικό αγκομαχητό  ζωντανού, κι ήταν σα να καλούσε τον ήλιο καθώς δυνάμωνε κι απλωνόταν το φως της αυγής για να δώσει στο καθετί ένα εξαίσιο νόημα.

Πριν έρθουν τα μηνύματα για το θάνατο του παιδιού του, ο Πετρής ασχολούνταν με το θειαφιστήρι του. Θάβει το παιδί του, και θυμάται το θειαφιστήρι, το παίρνει κι αρχίζει δουλειά. Η ζωή συνεχίζεται. Τώρα μπορούμε να μιλούμε για τη στωικότητα του ήρωά μας, που αποδέχτηκε τη μοίρα.
 Το διήγημα οδηγήθηκε στη λύση του.
Στις τελευταίες γραμμές έχουμε το φως που ανατέλλει, την καινούργια μέρα που αρχίζει, το φως δίνει στα πράγματα το νόημά τους, αφού στο σκοτάδι δεν τα διακρίνουμε καν, ίσως να είναι και ανύπαρκτα ως αόρατα.
Στο τέλος μπορούμε και να βρούμε τα εκφραστικά μέσα του συγγραφέα, παρομοίωση, μεταφορά, προσωποποίηση, εικόνες, επίθετα.