Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

ο νοών νοείτω

Άντε του λέει, ν’ αγοράσω τον μπελά μου, να το μοιράσουμε το χτήμα κατ’ αναλογίαν, να πάμε και στο κτηματολόγιο, μη με φωνάζουν όποτε με βλέπουν, αν θες κανένα δικηγόρο έχουμε εδώ, πάρε την κάρτα του, έρευνες κάμαμε πολλές στην Κερύνεια στα χτήματά σου, ξέρουμε πού είναι το κάθε χτήμα του καθενός, πούλα μη σου τα φαν, κι εκείνος με το φέσι, βεβαίως, να κκοτσιανιάσουμε, και ποια η αναλογία, λέω, κατά πρόσωπα οικογένειας, κατά την κτήση, α, εδώ έχω πατρογονικά από Κουτσιούκ Μεχμέτ, κι η Αμμόχωστος γραμμένη πάνω μου κάμαμε έρευνες και η  Κερύνεια και η μισή Λευκωσία άσε τα του Εφκαφ, κι άσε τα χαλίτικα, μισά μισά βγαίνουν, τι λες ωρέ θεομπαίχτη, εσύ με δεκαοχτώ και χτήματα δώδεκα να με φας εμένα, και τα αλίπεδα μισά όχι μόνο το τρία που γειτονεύει με τη μάνα και όλα μισά μισά φωνάζει το Κολλητήρι, αν δε σ’ αρέσει, λέει,  αννέε ανννέεεε,  φωνάζει τη μάνα του, κατεβαίνει, ή όπως θέλει το μικρός ή όπως θέλω εγώ, λέει, μα εσύ και το μικρό ένα είστε, ή υπογράφετε ή τα παίρνουμε με τα αποβατικά και τις μαούνες και τα υποβρύχια και τα αεροπλάνα και τι πόμπες μας, πού εμείς, έβαλε τη φωνή ο Μαρκαντώνιος Βραγαδίνος, μεγάλος παθός και ιταλός,  βρε λέει μη κάμνετε συμφωνίες με άπιστους, θα τις καταπατήσουν μόλις υπογράψετε, γεμάτο άχυρα το νεκρό του σώμα ανέμιζε στο μπαϊράκι, τότες είναι που πήγε κι ο Ερντογάν στον Παυλόπουλο, έκατσε κι εκείνος, δάσκαλος  πανεπιστημίου, να του κάμει κάνα μάθημα νομικής και διεθνούς δικαίου, μα οι διεθνείς συνθήκες…, τι Λοζάνη τι Κοζάνη, του λέει ο άλλος, τρώω τη μια τρώω και την άλλη.  Κι οι σύμμαχοι παρακολουθούσαν απαθείς κι εμείς παρακολουθούσαμε παθοί, άλλος λέει και αμαθείς, αλλά πες μου τι να μάθω; Να δίνετε στην τουρκιά ό τι σας ζητά γιατί αν δεν της τα δίνετε τα παίρνει κι από μόνη;  Ή κράτα εσύ και πολέμα όσο μπορείς, μην υποκύπτεις στους εκβιασμούς, ποδοπατάς την έννοια του ανθρώπου; Εγώ λέω γεννήθηκα για να είμαι ελεύθερος, σκλάβος δεν γίνομαι από μόνος μου κανενός, και ο νοών νοείτω.  

Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

μεθ' ημών ο Θεός- καλό στάδιο

ΜΕΘ΄ ΗΜΩΝ Ο ΘΕΟΣ – ΚΑΛΟ ΣΤΑΔΙΟ

Πρώτα πρώτα από το σπίτι παρέλαυνε όλο το συγγενολόι, παλιοί γειτόνοι, κι η μάνα ήταν έτοιμη, φούρνιζε το ψωμί της, δαχτυλιές, μυρωδάτα με μαστίχα και γλυκάνισο,  ταχίνη χτυπημένη από τα χέρια της, λεμόνι, σκόρδο,  μαϊντανό, ταραμά για τη γιαγιά όχι τους έτοιμους τους σημερινούς, πραγματικό κόκκινο αυγοτάραχο, ελιές τσακιστές και μαύρες, κάμποσα κρεμμυδάκια, ρόκα, μαρούλι, κάτι ταχυνόπιτες και κολοκωτές αργότερα μπήκαν στο λιτό τραπέζι, η πόρτα πάντα ανοιχτή, ήταν συνήθειο να προσκυνούν σε εφτά εκκλησιές της Λευκωσίας να βοηθήσει ο Θεός στο καλό στάδιο, και στον άγιο Κασσιανό, η σκούφια του αγίου, ο παπάς να διαβάζει τους πιστούς αν ήθελαν, ανοιχτές όλες οι εκκλησιές αυτή τη μέρα, κι εμείς με τα ποδήλατα κατά το μεσημέρι για την Αθαλάσσα, ένα τεράστιο χωράφι σπαρμένο  να χανόμαστε μέσα, πρώτα περνούσαμε από την εκκλησιά του άϊ Γιώργη, κι ύστερα κοντά στα ποταμάκια και τις λίμνες της περιοχής, όπου βρίσκαμε. Ήταν κι η περιοχή Κύκκου,  στη Λευκωσία και πάλι ο λόγος, ποταμάκια, χέλια, πεταλίνες, βατράχια, τεράστια δέντρα, ευκάλυπτοι οι περισσότεροι, τώρα δρόμοι και πολυκατοικίες, πού να φανταστεί κανείς τι ήταν οι εν Λευκωσία παράδεισοι, τέτοια μέρα, με τις άμαξες άλλοι, ντυμένοι ακόμα μασκαράδες, δεν τέλειωνε με την Κυριακή η μεταμφίεση, τραγούδια και καλή καρδιά  και τ’ απόγεμα στην εκκλησιά:  Κύριε των δυνάμεων, εκείνο το μεθ΄ ημών, γινόταν με θυμό και δεν ήταν και αφύσικο, τόσο συχνά που μας παρουσίαζαν το Θεό οργισμένο, ξεχνούσαν την αγάπη. Μεθ’ ημών ο Θεός. Καλό στάδιο.  

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Η ΚΙΘΑΡΑ

Η ΚΙΘΑΡΑ
Επί των ποταμών Βαβυλώνος εκεί εκαθίσαμεν και εκλαύσαμεν, λέει το τραγούδι τους, θυμηθήκαμε την πόλη μας την αγαπημένη, σκλάβοι τώρα στα χέρια τους, κάτσαμε κοντά στον ποταμό, μας άφησαν λίγο να ξεκουραστούμε, κι ήρθε, πείτε μας κανένα τραγούδι της πατρίδας σας, λέει, σηκώνεται ο πιο γέρος, και πώς να σου τραγουδήσουμε μακριά από τα άγια χώματα, λέει, δεν μπορούμε, να ξεραθεί το χέρι μου ν’ αγγίξω κιθάρα, να κολληθεί η γλώσσα μου στο λάρυγγά μου πόλη γλυκιά μου, αν δε σε θυμηθώ, αν ποτέ σε ξεχάσω, κι εκείνοι κάθονταν στα κεντράκια στην παραλία, λίγο πιο κάτω το κάστρο, κατάτρωγαν κατάπιναν  ξηρά και θάλασσα, φόρεσαν τα ρούχα μας, μοιράστηκαν τα υπάρχοντά μας, και τώρα περιμένουν τα τραγούδια μας, αν παν στα καρναβάλια θα τ’ ακούσουν. Κι εκεί στα λατομεία στη Σικελία, που μας έριξαν αιχμάλωτους, ύστερα από το μεγάλο φονικό στον ποταμό, μπόχα και δυσωδία, νεκροί και ζωντανοί, τι γράφουμε, την ώρα που τα’ πε όλα αθάνατος ο Θουκυδίδης, κι όμως από τις εφτά χιλιάδες σώθηκαν μερικοί,  γιατί ήξεραν να τραγουδούν από τις τραγωδίες του Ευριπίδη χορικά , κι είχαν αποστηθίσει στίχους από τα έργα του, και τα’ λεγαν στους αφεντάδες τους, φτάνοντας στην Αθήνα τρέχουν στο θέατρο, πέφτουν στα πόδια του μεγάλου τραγωδού σωτήρα μας, κλάμα ο Ευριπίδης, μεγάλη δόξα. Κι ο Τομπόλης, του κλεψαν  τα πάντα εκεί στο λιμάνι, κάθισε περίλυπος σ’ ένα παγκάκι, και πώς να πάω τώρα στην πατρίδα, χωρίς λεφτά χωρίς διαβατήριο, με την κιθάρα στον ώμο, και τον βλέπει ένας καπετάνιος ιταλός, για έλα δω, ξέρεις και την χαϊδεύεις και την κελαδάς, ξέρεις και τραγούδια να σε πάρω στο καράβι, μαζί να ταξιδεύουμε, στην πατρίδα πάω, να σε πάρω, και μας τον φέρνει και να το λέει στην τάξη ένα καμάρι, μια νοσταλγία, ενώ τα καράβια τα τούρκικα γυροφέρνουν Αιγαίο και Κύπρο, αυτοί δεν ξέρουν από κιθάρα, τα όπλα θα τους φάνε. Αμήν.

Στέλιος Παπαντωνίου

Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

ΘΑ ΜΑΣ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙ

Τι «μη μου λυπάσαι παιδί μου και μη μου λυπάσαι» ποιος σου ΄πε πως λυπάμαι ρε μάνα, δεν σας έβγαλε κανείς και φταίχτες, το βρήκατε κληρονομικό το οικόπεδο, χτίσατε ζήσατε τη ζωή σας κι εσείς κι εμείς, φτωχογειτονιά στην αρχή, κι ύστερα που άρχιζε να παίρνει τα ‘πάνω της, πού να ξέρατε κι εσείς, καλός φαινόταν ο γείτονας, ήσυχος με τα αρνιά του και τα χαλούμ  του στο παντοπουλείο της Ερμού, με το ναργιλέ του και τη χανούμη του, αννέ αννέ όλη μέρα εκείνες οι χοντροκώλες οι κόρες του, κι ύστερα καλός καλός ο χοίρος μας και βγήκε χαλαζιάρης, και χοίρο έτρωγε και λουκάνικα και παστουρμάδες, όλα στο κρυφό έλεγε, μη με πάρει χαμπάρι η χανούμη, μπαϊράμι έρχεται, κι εμείς κάναμε, χάζι μια τα πρωινά που μας έφερνε το γάλα, μια το χριστουγεννιάτικο αρνί και το πασχαλινό, και δεν του φαινόταν αχόρταγος ένα πράμα, χουζουρλής και χαμηλών τόνων που λεν, κι ύστερα άρχισε να βάζει φωτιές στη γειτονιά, ρε λέμε πυρομανής είναι ο άνθρωπος, κι ύστερα μας έφαγε το μισό σπίτι μια μπουκιά, κι άντε τρέχα να βρεις το δίκιο σου στην Ευρώπη και στον οηέ, τάιζε και οηέδες και ευρωπαίους, όλοι τον έβλεπαν δεν μιλούσαν, ρε τον Αλή που μας βγήκε και κατακτητής και δώστου τούρκικα μπαϊράκια και δώστου μιναρέδες και μεγάφωνα, να μη μας αφήνει στην ησυχία, ακριβώς την ώρα του νυν απολύοις, καιρό έχουμε να το ακούσουμε στην εκκλησιά, εκείνη την ώρα βάζει το μουεζίνη στη διαπασών, άντε λέμε εδώ στη Λευκωσία τα κάνει στην ξηρά, κι ύστερα στην Κερύνεια και στην Αμμόχωστο,  και σου τραβά μια μέρα με πλοιαράτσες παρακαλώ κατά Λεμεσό μεριά, οι Λεμεσιανοί ακουστά τους είχαν τι μοβόροι ήταν, λίγους που είχαν τους μάντρισαν, κι οι Παφίτες κι οι Λαρνακείς, και τώρα μας σουλατσάρει στα λεμεσιανά νερά, διψά λέει, κι έχει συνηθίσει να καταπίνει  ό τι βρει, μέχρι πετρέλαιο.

Γι’ αυτό σου λέω ρε μάνα, υπομονή κάνουμε, περιμένουμε να δούμε, όλοι περιμένουν να δουν, και τον αφήνουν ανενόχλητο, μη μου στενοχωριέσαι εκεί πάνω που είσαι, φτάνει που είδες την καταστροφή της γειτονιάς, προσεύχου να μην έχουμε άλλα, κάμε καμιά μεσιτεία αφού είσαι κοντά στο Μεγάλο και Παντοδύναμο. Θα μας χρειαστεί.

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

ΚΩΣΤΑ ΜΟΝΤΗ, ΔΕΥΤΕΡΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ, Θ

ΚΩΣΤΑ ΜΟΝΤΗ ΔΕΥΤΕΡΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ, Θ

Ο ποιητής Κώστας Μόντης γεννήθηκε στην κατεχόμενη σήμερα Αμμόχωστο στις 18 Φεβρουαρίου το 1914 και πέθανε στη Λευκωσία την 1η Μαρτίου το 2004.
«Γράμματα στη μητέρα»
Τα
«Γράμματα στη μητέρα» είναι τρία σημαντικά έργα του
Η «μητέρα», στην οποία απευθύνεται ο ποιητής, είναι ή η μητέρα του, ή η Ελλάδα ή το πρόσωπο στο οποίο καταφεύγουμε για να πούμε τα παράπονά μας. .
Το «
Πρώτο γράμμα στη μητέρα»  εκδόθηκε το 1965 μετά τον αγώνα του 1955-59 που κατέληξε αντί στην ένωση στις συμφωνίες για ίδρυση Κυπριακού κράτους, κάτι που φόβιζε τον ποιητή που διέβλεπε διάσπαση του ψυχικού κόσμου των Κυπρίων και κινδύνους.
Το «Δεύτερο γράμμα στη μητέρα» ( 1972)  περιγράφει την προσπάθεια του νέου κράτους να επιβληθεί ως ιδέα αντικαταστάτης της ένωσης, μέσα όμως στη σύγχυση, και την ανησυχία για το νησί. Άνθρωποι που γεννήθηκαν αγωνίστηκαν για ένωση δεν δέχονται εύκολα οτιδήποτε άλλο ως αντίδοτο, ενώ από την άλλη γίνεται προσπάθεια να πεισθεί ο λαός ότι δεν υπήρχε άλλη διέξοδος και να προσαρμοστεί στη νέα κατάσταση.
Το «Τρίτο γράμμα στη μητέρα» γράφεται το 1980, μετά την τουρκική εισβολή και την επαλήθευση των προφητικών λόγων του ποιητή, που παραπονιέται και για την απουσία της Ελλάδας στις φοβερές εκείνες στιγμές της οδύνης. .
------------------------------------------------------------------------------
Το γράμμα εκφράζει τον αποστολέα του, άρα την ψυχική του κατάσταση. Μιλώντας για το γράμμα ο ποιητής εννοεί τον εαυτό του, πώς νιώθει. Βασικά στο θ  ζει τη σύγχυση, από τη μια θέλει ως ποιητής να εκφράσει τον εαυτό του, από την άλλη τους άλλους. Μεταξύ τους όμως υπάρχει σύγκρουση, γιατί οι περισσότεροι αποδέχτηκαν τη λύση του Κυπριακού όπως δόθηκε με τις συμφωνίες Ζυρίχης Λονδίνου,  ο ίδιος όμως συνέχισε να οραματίζεται την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, γι’ αυτό η σύγχυση, η ασυνέπεια, η αταξία. Όσον καιρό αγωνίζονταν για την ένωση, ήταν όλοι ενωμένοι, όταν όμως δόθηκε η λύση, έσπασε «η παρέλαση», ο καθένας τράβηξε το δρόμο του, άρχισαν οι αμφισβητήσεις και του αγώνα και της λύσης, ο καθένας νομίζει πως έχει δίκαιο, ζητά από τον ποιητή να τον δικαιώσει, αλλά ο ποιητής δεν θα τα καταφέρει να συνενώσει όλα τα αντίθετα, να εκφράζει και τον εαυτό του και τους άλλους, διχάζεται, παθαίνει όπως το κλαδί της λυγαριάς που λυγίζει μια εδώ και μια εκεί ενώ τα πουλιά – οι άλλοι μια τον επευφημούν μια τον κατηγορούν, ή όπως το πουλί, που ξεκόβει, πάει μόνο του, που μοιάζει με τον ποιητή που  έχει τις δικές του αντιλήψεις, και μπράβο του, αλλά κλονίζεται μόνος, τρέχει να επανέλθει στη μεγάλη ομάδα των λοιπών, αλλά στο τέλος δεν είναι βέβαιος αν έπρεπε να εκφραστεί αντίθετα με τους άλλους ή να τους ακολουθήσει, κι αν  κάτι βγήκε από την απόπειρά του να πορευτεί μόνος και να εκφράζει τον εαυτό του. Το πρόβλημά του όμως είναι να εκφράζει την αλλοπρόσαλλη  εποχή του, την έλλειψη συνέπειας, την επέμβαση των άλλων για να τους δικαιώσει, τη γενικότερη σύγχυση της εποχής. 1960-70.

`


Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Και τούτο ποιείν κακείνο μη αφιέναι

Και τούτο ποιείν κακείνο μη αφιέναι
Στέλιου Παπαντωνίου

Τώρα που παρακολουθούμε τα τουρκικά πολεμικά στη νότια του νησιού μας θάλασσα να περικυκλώνουν την ΑΟΖ μας και να εμποδίζουν την εξόρυξη των φυσικών  αερίων, από πού να αρχίσουμε τις συνομιλίες με την τουρκοκυπριακή κοινότητα, που είναι λιγότερη από τους έποικους, ποιες συνομιλίες να διεξαγάγουμε και για ποιο σκοπό, αν δεν είναι για την ελευθερία μας και την ασφαλή παραμονή μας στο νησί μας ολόκληρο;
Ο τρομοκράτης της περιοχής ανδρώθηκε από το 1974 με την ανοχή των μεγάλων δυνάμεων και της Ευρώπης, και ένεκα των αδυναμιών του γενικότερου ελληνισμού. Ιδιαίτερα με την άνοδο Ερντογάν στην εξουσία οι επεκτατικές βλέψεις στους σχεδιασμούς της Τουρκίας, το απρόβλεπτο του ανθρώπου, η δικτατορική του διοίκηση στο εσωτερικό, η αυθάδειά του στο εξωτερικό, καθιστούν τα πράγματα  για όλους τους σχετιζόμενους με τη γειτονική χώρα και τον άρχοντά της δυσκολότερα παρά ποτέ.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση περίμενε και δεν λάμβανε θέση και μέτρα, ανεχόταν όπως και η Αμερική και η Ρωσία, γιατί καθεμιά με τα δικά της συμφέροντα υπολόγιζε την Τουρκία, γι’ αυτό ήταν αρκετή η μικρή Κύπρος να υφίσταται τις πιέσεις και οι μεγάλοι να νίβουν τα χέρια ή να προτρέπουν σε συνομιλίες των δύο κοινοτήτων, με τη δικαιολογία πως χωρίς αυτές δεν λύνεται το Κυπριακό, αλλά δεν ενδιαφέρονται πώς θα λυθεί, με βάση ποιες αρχές, γιατί αρχές δικαίου δεν βλέπουμε να ισχύουν, παρά μόνο το δίκαιο του ισχυροτέρου που κι εκείνοι γνωρίζουν, άρα την αδικία κατά του μικρού.
Κι ο ισχυρότερος, η Τουρκία, αφού πέτυχε την πλήρη ποδηγέτηση της τουρκοκυπριακής κοινότητας, ανέβασε το 18% του πληθυσμού της Κύπρου σε λαό, για τα συμφέροντα του οποίου μάλιστα προβάλλεται πως μάχεται στην περιοχή, κατά γην, θάλασσαν και αέρα. Αφού κατέλαβε το βόρειο μέρος του νησιού και το εκτουρκίζει, έχει απλώσει τα δίχτυα των συμφερόντων της στη νότια θάλασσα, βορρά ξηρά, νότο θάλασσα, προσπαθεί να χαράξει δική της ΑΟΖ εις βάρος της Κύπρου, ως ανύπαρκτης Κυπριακής Δημοκρατίας, και επεξηγεί πως το κυπριακό δεν λύεται, γιατί δήθεν οι ελληνοκύπριοι δεν αναγνωρίζουν ισότιμους συνεταίρους τους τουρκοκυπρίους. Γι’ αυτό και αναλαμβάνει την εφαρμογή του δικαίου κατά τη δική της άποψη με πολεμικά πλοία, με επισκέψεις και επεμβάσεις του ίδιου του προέδρου της χώρας σε ξένες χώρες, για να εγκαταλείψουν τη συνεργασία τους με την Κυπριακή Δημοκρατία, με νάβτεξ και άλλους τρόπους παρεμπόδισης της εφαρμογής των ενεργειακών σχεδιασμών της Κυπριακής Δημοκρατίας, την οποίαν συνεχώς επαναλαμβάνει πως δεν αναγνωρίζει. Φτάσαμε στο σημείο η Τουρκία να χρησιμοποιεί το ψευδοκράτος ως προσωπείο δύναμης της περιοχής με δικαιώματα στις θάλασσες και στην ΑΟΖ, για να εξυπηρετεί τα συμφέροντά της και η Κυπριακή Δημοκρατία να υποβιβάζεται συνεχώς.
Ελπίζουμε πως οι κατάλληλες ενέργειες γίνονται από το Υπουργείο Εξωτερικών ή και Ενέργειας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν είμαστε ειδικοί  να συμβουλεύουμε τους ειδήμονες. Αυτό στο οποίο επιμένουμε όμως είναι η προσπάθεια της Τουρκίας να υποβιβάζει την Κυπριακή Δημοκρατία σε διοίκηση και να ανυψώνει το παράνομο καρκίνωμα στα κατακτημένα εδάφη μας σε κράτος, πράγματα που υποβλέπουν την όλη μας ύπαρξη, γιατί δώσαμε λανθασμένες ερμηνείες στη λύση του κυπριακού ή δεν λαμβάνουμε υπόψη τους σχεδιασμούς της Τουρκίας στην περιοχή, που είναι καθαρά επεκτατικοί.   
Η ορθή τοποθέτηση του κυπριακού ως θέματος εισβολής και κατοχής, (για πολλούς οι λέξεις αυτές γίνονται αντικείμενο ειρωνικής θεώρησης, για να συνειδητοποιήσουμε πού έχουμε καταντήσει!) η ετοιμασία του κόσμου μας να προασπίζεται τα συμφέροντά του, να ετοιμάζεται για τα χειρότερα, να διδάσκεται τις πραγματικές προθέσεις της Τουρκίας, να μην επαναπαύεται στις συμμαχίες με άλλες χώρες ή στη συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η ενδυνάμωση της θέλησης του λαού μας να παραμείνει στις πατρογονικές του εστίες χρειάζεται άλλους σχεδιασμούς και άλλη παιδεία, πολύ μακριά από την ως τώρα συγχυστική και γλυκανάλατη.
Γιατί οι περιπλανήσεις και τα πανηγύρια γύρω από το θέμα της ειρηνικής συμβίωσης, την οποία επιθυμούμε αλλά μέσα στα πλαίσια της ασφάλειας και της βεβαιότητας διατήρησης του ελληνισμού στις πατρογονικές του εστίες, θόλωσαν την πραγματική εικόνα της επικίνδυνης κατάστασης μέσα στην οποία ζούμε, εν γνώσει των κυβερνώντων παλαιών και νέων, στην προσπάθειά τους να επιβάλουν λύση, την οποία όμως βλέπουμε αδύνατη με τους όρους της Τουρκίας και τις επεμβάσεις της. Άρα η συνεχής υπόμνηση των κινδύνων μέσα στους οποίους βρισκόμαστε και θα ζούμε, για να μείνουμε ελεύθεροι στον τόπο μας σημαίνει να ξαναδεί ο κόσμος μας την πραγματική κατάσταση και να παύσει να ζει στις ψευδαισθήσεις της επίλυσης του Κυπριακού, ως της μόνης οδού που θα μας επιτρέψει να παραμείνουμε στη γη των προγόνων μας και να συνεχίζουμε τη ζωή μας.
Λύση του κυπριακού με τουρκικές προδιαγραφές απλώς οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην εξαφάνισή μας από την Κύπρο, οπότε η τρομακτική αλήθεια του κινδύνου μέσα στον οποίο ζούμε και με τον οποίο πρέπει να συνηθίσουμε να ζούμε και για τον οποίο πρέπει να προετοιμαζόμαστε είναι προτιμότερη από τις ψευδαισθήσεις, τα μπαλόνια και τις ζιβανίες στο μακρύδρομο.
Συνομιλίες από τη μια για ειρηνική συμβίωση και επιβίωση αλλά και επίγνωση των κινδύνων που διατρέχουμε και ετοιμασία αντιμετώπισής τους.

Και τούτο ποιείν κακείνο μη αφιέναι.

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

τσικνοπέμπτη

Τσικνοπέμπτη. Τα τελευταία χρόνια εφευρέθηκε από πολλούς άλλη μια μέρα διασκέδασης και φαγοποτιού που δεν μας έλειψε ούτε θα μας λείψει και με την περίοδο των νηστειών. Αυτοί που ξέρουν, μαγειρεύουν νηστήσιμα πιο νόστιμα κι από τα κρέατα και όλων των ειδών τους μεζέδες. Κι οι μάσκες έτοιμες κι οι σούβλες έτοιμες και τα τραγούδια. Παλιά, την τσικνοπέμπτη τηγάνιζε η γιαγιά κανένα χοιρινό, να τσικνώσει το σπίτι, αφέλια, ζαλατίνα και μούγκρα, καιρός της ήταν, κάμποσο σινάπι να αψίζει να πιπιρίζει, δεν ξέραμε το κραμπί για μούγκρα, κουνουπίδι μόνο, πατάτες αντιναχτές, πουμπάρι, κάτι σαν λουκάνικο γεμιστό με ρύζι, παντζάρια με λαδάκι και σκόρδο, ελερμάσι αν έβρισκαν, χάθηκαν αυτά, εφευρέθηκε η σούβλα που λύνει όλα τα προβλήματα, κρασάκι, άσπρο κονιάκι των φτωχών από το μπακάλικο του Κυριάκου, ψωμί φρέσκο από το φούρνο του Πιτζιολή,  αναμμένα τα κάρβουνα στο μαγκάλι, καπήρα κι ελιές οφτές, κανένα χαλλούμι, Θεέ και Κύριε, πλούσια τα ελέη Σου, καλή καρδιά, από άγχος αγνοούσαμε και τη λέξη, ήρεμα αργά και σταθερά που κυλούσε η ζωή, και την επαύριον τα κόλλυβα, πιάτα και πιάτα πολλά πολλά στην εκκλησιά, τα χύνανε σε μια μεγάλη σινιά,  για να μνημονέψει ο παπάΚωστας των ψυχών, Ψυχοσάββατο ερχόταν, ονόματα κι ονόματα ακούαμε, εικόνες γνωστών κι αγνώστων παρέλαυναν μπροστά μας, και σήμερα ακόμα, στο τραπέζι με τους δικούς και τους φίλους μνημονεύουμε, νεκρόδειπνα τα περισσότερα όσο μεγαλώνουμε κι εκείνοι μαζί μας, όσο κρατά η μνήμη μας τους μνημονεύουμε, ζουν μαζί μας.