Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Η ΑΛΧΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Λίλη Μιχαηλίδου
Μετά πάροδον ετών όσα βιώθηκαν μεταποιούνται δια των χημικών διεργασιών και ενώσεων, έρχονται στο φως ως χρυσός, και τούτο είναι η ποίηση , η φωτίζουσα και φωτεινή. Όσο διαβάζω τα ποιήματα της Λίλης Μιχαηλίδου τόσο θαυμάζω τον νέο άνθρωπο που ανακάλυψε βασικές μεγάλες αλήθειες και όχι μόνο τις υιοθέτησε αλλά τις διέπλασε μέσα της και στο έργο της, διερευνώντας τις πολλές τους πτυχές, όψεις, γωνίες. Πρόκειται πρώτον για τη σύλληψη της έννοιας του Λόγου ως δημιουργού κόσμου και δεύτερο του όντος Άνθρωπος ως πηλού έχοντος βαθιά μέσα του το πνεύμα, το οποίο εμμόνως ανασκάπτει, ώστε να διανοίγονται στο εσωτερικό του δίοδοι φωτός. Τρίτο στοιχείο που χαρακτηρίζει το έργο της είναι ο Έρωτας  στη συνύπαρξή του με το σώμα του ανθρώπου, τη γύρω φύση και η σύζευξη των δύο.
Εν αρχή ην ο Λόγος, Θεός, Δημιουργός. Είπε και εγένετο. Κάτω από αυτή τη μεγαλειώδη σύλληψη κρύβεται όλη η δημιουργική δύναμη του ανθρώπου, ιδιαίτερα  όμως του ποιητή, πλάστη ενός κόσμου που αντικατοπτρίζει το βαθύτερο εαυτό του. Όλο το ποιητικό έργο δεν είναι παρά ποίηση κόσμου διά του Λόγου. Πολλοί μπορεί να μην το συνειδητοποιούν, η Λίλη Μιχαηλίδου όμως όχι μόνο το συνειδητοποίησε αλλά και πιάστηκε από αυτό ως από άγκυρα για να σωθεί από το χάος των πολλών εξωτερικών εντυπώσεων.
Και ενεφύσησεν αυτώ πνοήν. Μονάχα το Πνεύμα όταν πνέει πάνω στη λάσπη μπορεί να δημιουργήσει τον Άνθρωπο (A. de Saint Exupery). Και ενεφύσησε ο Θεός Πνεύμα. Η δημιουργική θεϊκή πνοή του ανθρώπου, αυτή τον μεταποιεί εις άνθρωπο μέτοχο πνευματικότητας, δημιουργικότητας, δυνατότητας αναγωγής της λάσπης εις λόγο. Αυτό το θαύμα συλλαμβάνει και εκφράζει ποικιλοτρόπως στην πρώτη ποιητική της συλλογή η Λίλη Μιχαηλίδου.  Η λάσπη από την οποία είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος, δέχτηκε τη ζωογόνο θεία πνοή και δημιούργησε εμβαίνοντας στον πηλό, ειδύοντας στα βαθύτερα του εαυτού του που φέρνει ποιητικά από τα βάθη στην επιφάνεια τον κοσμημένο λόγο.
Ο Έρωτας, η τρίτη συνισταμένη ως συνεκτική και κοσμογονική δύναμη ευγενικά ενδεδυμένη υποβόσκει στη σωματική γυμνότητά του διαπερνώντας το σώμα και προκαλώντας ερωτικές συσπάσεις κοσμογονικές και αποκαλυπτικές της πνευματικότητας και δημιουργικότητάς του, ποιεί έργο για τον άνθρωπο, διασώζοντάς τον από την φθορά.
Η πρώτη της ποιητική συλλογή Η Αλχημεία του Χρόνου (Γκοβόστης 2001) χωρίζεται σε τρεις ενότητες, Κραδασμοί, Πυγολαμπίδες και Σημάδια των Ημερών. Πριν από την πρώτη ενότητα Κραδασμοί, η προμετωπίδα  A. De Saint Exuprery «Μονάχα το  Πνεύμα όταν πνέει πάνω στη λάσπη μπορεί να δημιουργήσει τον Άνθρωπο» και ακολουθούν τα ποιήματα: Μακρινό ταξίδι, Εξυγίανση, Η μοναξιά μου, Μετάνοια, Παιχνίδι της Μοίρας, Καλές μου Ώρες, Ιδιωτικό. Ακολουθεί η προμετωπίδα «Στην ξαστεριά των λόγων φωτίστηκε ο τόπος, ήλθαν τα κάτω πάνω να δυο το φως της μέρας» κι ακολουθούν τα ποιήματα: Ο αναγνώστης, Μυροβόλο αγίασμα, Τα μαντίλια των τσιγγάνων, Γητευτής. Ακολουθεί άλλη προμετωπίδα, «Ατενίζω τον ορίζοντα πέρα από την αλχημεία του χρόνου» και τα ποιήματα: Πηγή ψυχής, Ο έρωτας είναι ποίηση, Αντικατοπτρισμός, Σταγόνες ζωής, Είδωλο, Δίστιχα. Ακολουθεί η ενότητα Πυγολαμπίδες και τα ποιήματα:  Νοέμβρης, Το νήμα, Φανοστάτες, Ιστορία της Πόλης, Αγαπημένε, Ινδία, Καινούργια Μνήμη. Τελευταία προμετωπίδα «Έκλαψα για τη μυροφόρα μνήμη για το κόκκινο μαρτύριο της ποίησης» και τα ποιήματα: Αναμονή Ι,ΙΙ, Πόνος, The big Apple. Τελευταία ενότητα Σημάδια των Ημερών με τα: Η πρώτη φλόγα, Διαδρομή, Αφανέρωτο πάθος, Νυχτερινά σεντόνια, Η χαραμάδα της αυγής, Ανοίγματα, Λεξολάγνα.
Παρέθεσα τη δομή και τα περιεχόμενα της πρώτης της συλλογής για να δείξω την επιμελημένη τοποθέτηση της ύλης και το όλο πνεύμα που τη διέπει με τις προμετωπίδες και τους τίτλους των ποιημάτων.
Με το εισαγωγικό της ποίημα συνέλαβε και αποτύπωσε τη δημιουργική της πορεία, διακηρύσσει την ποιητική της, τη μετάληψη στο Λόγο. Ακολουθώντας τις λέξεις στο μυστήριό τους, μια λατρεία, κι αυτή ιέρεια, βρίσκει την ουσία της, αυτογιγνώσκεται, με το λόγο αρχίζει και με τις λέξεις τελειώνει τη συλλογή. Η πίστη στο λόγο ως φωτίζοντα και ανατρέποντα, παράγοντα αλήθειας, αποδίδεται με το επιγραμματικό «στην ξαστεριά των λόγων φωτίστηκε ο τόπος ήρθαν τα κάτω πάνω να δουν το φως της μέρας». Για με ξαναγεννήθηκεν η φύση των πραμάτω λέει κι ο Ερωτόκριτος.
Η μνήμη φέρνει στο φως, η ποιήτρια διεισδύει στα βάθη και ανεβάζει στην επιφάνεια, μνήμες κι εμπειρίες βαθιά χωμένες βρίσκουν τις διεξόδους τους σε εξομολογητικές στιγμές, γι’ αυτό και βρίσκει στον έξω κόσμο τις εικόνες που αντιστοιχούν στην ψυχική της κατάσταση. Χωμένες στα κατάβαθα ίσως του ασυνείδητου εικόνες παιδικής δροσιάς με τις πηγές, το αλακάτι, τους κάδους που ανέβαζαν το νερό, έτσι κι η εμβάπτιση στον εαυτό φέρνει στην επιφάνεια ανθόνερο απόσταγμα, ποιήματα. Η ποίηση επιτελεί εξυγιαντικό έργο, ξεπλένει από τον εσωτερικό ρύπο τις αμαρτίες, με αναπόφευκτη τη μετάνοια.
Ο δημιουργός δεν είναι όμως μόνος. Συγκινείται από τον άλλο, εύχεται και προσεύχεται γι’ αυτόν, για τα νέα βλαστάρια, να έχουν χρόνο να ονειρευτούν, να ταξιδέψουν, να γνωρίσουν, να δημιουργούν να αισθανθούν. Γι’ αυτήν οι ποιητές είναι οι φανοστάτες που φωτίζουν τον κόσμο. Ο Αναγνώστης, πρωτότυπο ποίημα, επισημαίνει την ουσία του αναγνώστη για τον ποιητή στο δίπολο πομπός -δέκτης. Χωρίς τον δέκτη ο πομπός εκμηδενίζεται ενώ η παρουσία του δέκτη διασώζει τον κόσμο του ποιητή. Η Λίλη Μιχαηλίδου αποδίδει μεγάλη σημασία στον άλλο, τον συνάνθρωπο, δικό ή ξένο. Και ομολογεί την οφειλή στους ανθρώπους που θαύμασε και με λίγα λόγια αποτυπώνει την προσωπικότητα, την πνευματική τους πορεία. Η ικανότητα να βλέπει κανείς με τα μάτια του άλλου ή να μπαίνει στη θέση του πλαταίνει τους ορίζοντες και ελευθερώνει από το εγώ στο οποίο μερικοί μένουν προσκολλημένοι δίνοντας μια άλλη όψη της ποίησης, ως της ψυχοθεραπεύτριας ή εξομολόγου, ή της οδού για αυτογνωσία.
Μυροβόλο αγίασμα τιτλοφορείται το ποίημα που μπορούσαν οι εκπαιδευτικοί να περιλάβουν στα θεμέλια της παιδαγωγικής τους. Σωροί γνώσεων επικάθηνται στα νεανικά στήθια, μόνο όμως μετά από χρόνο ταξινομούνται,  ιεραρχούνται, φωτίζονται και φωτίζουν. Τα αιτήματα της ψυχής είναι εν πολλοίς τα ίδια, ανάμεσα στα οποία η σταθερότητα, η ελπίδα, η συνέχεια.
Βασικό στοιχείο της συλλογής ο Έρωτας. Ένας λεπτός ερωτισμός διατρέχει τη συλλογή, ανάμεσα στη αμαρτία και στην εξιλέωση, στις τύψεις και τις αγγελικές ονειρώδεις οπτασίες.  Ο έρωτας είναι ποίηση: Ποιητικά δοσμένες ερωτικές στιγμές ανεβάζουν στον πνευματικό κόσμο αγγέλους και νύμφες, κι ανάμεσα σε ουρανό και γη, η ανάγκη για ηδονή κι αυτή όμως ανεβάζει στην έκσταση και στη θεία μυσταγωγία των αισθήσεων.  Από τη φυτολογία παρμένοι όροι, ο ύπερος, οι στήμονες, οι στυλοβάτες, δίνουν ένα ερωτικό ποίημα που κρύβει όσα φανερώνει, μια ερωτική συνεύρεση. Ως Έρως και Λόγος θα ’λεγα πως παρουσιάζονται τα ποιήματα. Νομίζει κανείς πως αναστολές την εμποδίζουν να δοθεί εξολοκλήρου στον έρωτα και διαφεύγει μέσω του Λόγου, της λογικής, των βιβλίων.
Η αγάπη στα ταξίδια και η γνωριμία με άλλους κόσμους κομίζει στην ποίησή της ποιήματα καταθέσεις στον κόσμο της τέχνης, ερωτηματικά από τα άγνωστα μέρη, κοινωνιολογικές ποιητικά προσεγγίσεις και προσπάθειες γνώσης και κατανόησης ανθρώπων και πολιτισμών, που αποτελούν κύριο γνώρισμα της γενικότερης δημιουργίας της.

Λακωνικός λόγος, αποστασιωμένος, τριτοπρόσωπη έκφραση, ως ιέρεια μεγαλοπρεπής στην απλότητά της, στρέφεται κάποτε με το πρώτο πρόσωπο εις εαυτήν, και πάλι όμως καταφεύγει στο τρίτο, σαν παρατηρητής εσωστρεφής κι εξωστρεφής, ταξιδεύει και μας ταξιδεύει, κινεί με τις εικόνες της κινηματογραφικά, αλλεπάλληλα, επικαλείται τη μνήμη κι όλες τις αισθήσεις, νοιάζεται για τον άλλο, την κόρη, τον φίλο, τον σύντροφο, με πλούτο εικόνων διαλογικών του έσω και έξω κόσμου, από το μερικό στο γενικό, στη φιλοσοφική ενατένιση όντων και φαινομένων, χωρίς επιδεικτικές λεξιλογικές εκρήξεις, άνετη στην επικοινωνία με τον αναγνώστη. Αυτή στάθηκε η πρώτη μου γνωριμία με την ποίηση της Λίλης Μιχαηλίδου στη συλλογή της Η Αλχημεία του Χρόνου. 

Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018

Λίλη Μιχαηλίδου Σταγόνες από τη Χώρα των Μαασάι

Λίλη Μιχαηλίδου, Σταγόνες από τη Χώρα των Μαασάι

Η Λίλη Μιχαηλίδου αρέσκεται στα ταξίδια. Έτοιμη να γνωρίσει νέους κόσμους με ανοιχτά τα μάτια της ψυχής και του σώματος κι όλες τις αισθήσεις σε διέγερση. Ρουφά εικόνες, ακούσματα, αγγίζει, γεύεται. Το ταξίδι την συνεπαίρνει και καταγράφει εντυπώσεις, σκέψεις, όνειρα. Η επίσκεψη στην Κένυα δίνει την ευκαιρία και στον αναγνώστη να γνωρίσει μέσα από την ευαισθησία της συγγραφέως έναν κόσμο άγνωστό μας, με τον οποίον οι συγκρίσεις φανερώνουν τα κύρια χαρακτηριστικά του. Ο χρόνος και η διαφορετική αίσθησή του, ο τόπος, οι άνθρωποι, τα ήθη και έθιμά τους, τα σωματικά τους χαρακτηριστικά κι η ποίησή τους, η έκφραση των δικών τους συναισθημάτων.

Το βιβλίο αρχίζει με το ταξίδι στο αεροπλάνο για τον προορισμό. Η παρατηρητικότητα σε εγρήγορση, οι συνταξιδιώτες, οι συνοδοί, συγκρίσεις του εδώ και εκεί. Η όσφρηση δε διέγερση. «Ο κάθε τόπος έχει τη μυρωδιά του.»

Χωρισμένο σε 17 μικρά κεφάλαια επιγραφόμενα Σταγόνες, το βιβλίο μας ταξιδεύει με την καθοδήγηση μιας έμπειρης ταξιδεύτριας, που ξέρει να παρατηρεί και να σκέφτεται, να φέρνει στα μέτρα μας τα πράγματα, να αποτυπώνει σε μια απλή ευγενική γλώσσα τις εντυπώσεις. Όλα είναι ζωντανά, προσωποποιημένα, η νύχτα, οι ρίζες των παραδόσεων, οι αμέτρητες χρωματιστές πραγματικότητες. Ο πεζός λόγος είναι ποιητικός, ο διάλογος με τη φύση και τους ανθρώπους εσωτερικός αλλά ζωντανός, παραστατικός. Η περιπέτεια επιζητείται, το περισσότερο και ανασφαλές, οι εμπειρίες να είναι πλήρεις, απτές «Να παίρνω μια χούφτα όνειρα και να τα γεύομαι σαν απαλό χιόνι, να γεύομαι τη σοφία της ζωής.» Φιλοσοφούσα ποίηση, περνά μέσα από το σώμα, φιλτράρεται μέσα από το συναίσθημα και τη γνώση και φθέγγεται την ομορφιά.

Η καθημερινή ζωή, η σκόλη, ο δικός τους τρόπος σκέψης, μέσα σε μια διαφορετική ροή του χρόνου, με τον ήλιο να καίει, κι οι συγκρίσεις να συμβάλλουν στη γνώση και κατανόηση των άλλων που δεν είναι εμείς, μα αποκτούν κυριότητα στην εικόνα, στους ήχους, στην αποτύπωση των βιωμάτων. Πώς θα τους γνωρίσουμε καλύτερα;

Περίεργη η ταξιδιώτης, περίεργοι κι οι ξένοι άνθρωποι, ασυνήθιστοι στις επισκέψεις, πώς όμως σιγά σιγά ημερεύουν, γνωρίζονται έστω για λίγο, σφραγίζουν με στιγμιαίες αποτυπώσεις ο ένας την ψυχή του άλλου. Μπορεί μια τέτοια επίσκεψη να είναι ψίχουλα από το μεγάλο καρβέλι της χώρας, σημασία όμως έχει πως δημιουργήθηκε από αυτή την επίσκεψη ένα έργο τέχνης, ένας τόπος περασμένος μέσα από το μαγνάδι μιας ευαίσθητης συγγραφέως, κι αυτό είναι κέρδος και για τους αναγνώστες και για τη λογοτεχνία του τόπου μας.


Στέλιος Παπαντωνίου

Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

ΑΣΤΡΟΦΕΓΓΙΑ

Ι Μ.ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ, ΑΣΤΡΟΦΕΓΓΙΑ
ΙΣΤΟΡΙΚΑ
Α‘ Παγκόσμιος πόλεμος δίχασε την ελληνική ηγεσία και κοινωνία.
Η θέση του Βενιζέλου Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, που θεωρούσε ότι οι Αγγλογάλλοι θα επικρατούσαν, έκρινε ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να συμμαχήσει με την Αντάντ για να διαφυλάξει τα κέρδη της από τους βαλκανικούς πολέμους αλλά και να διευρύνει τα σύνορά της.
Η θέση του Κωνσταντίνου Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ήθελε την Ελλάδα σύμμαχο των Κεντρικών Δυνάμεων. Επειδή, όμως, η Οθωμανική αυτοκρατορία και η Βουλγαρία είχαν ήδη ταχθεί στο πλευρό της Γερμανίας, ο βασιλιάς υποστήριζε, σε συνεννόηση με τον Γερμανό αυτοκράτορα, τη «διαρκή ουδετερότητα» με το επιχείρημα ότι έτσι η Ελλάδα θα προστατευόταν από τον πόλεμο.
Η σύγκρουση Βενιζέλου-Κωνσταντίνου Όταν η Αντάντ επιχείρησε να καταλάβει τα Δαρδανέλια (Φεβρουάριος 1915), ο Βενιζέλος έκρινε ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να πάρει μέρος στην προσπάθειά της. Η άρνηση του Κωνσταντίνου οδήγησε τον πρωθυπουργό σε παραίτηση. Στις εκλογές που ακολούθησαν (Μάιος 1915) ο Βενιζέλος αναδείχτηκε νικητής. Όταν, όμως, κήρυξε την Ελλάδα σε επιστράτευση, ο βασιλιάς διαφώνησε και πάλι και τότε ο Βενιζέλος παραιτήθηκε για δεύτερη φορά.
Ακολούθησαν νέες εκλογές (Δεκέμβριος 1915) από τις οποίες οι Φιλελεύθεροι απείχαν. Έτσι, η νέα κυβέρνηση που προέκυψε ήταν απολύτως πιστή στα Ανάκτορα.
Η εμπλοκή της Ελλάδας στον Α‘ Παγκόσμιο πόλεμο Η Αντάντ, για να αντιμετωπίσει τη συνεχώς ενισχυόμενη γερμανική επιρροή στα Βαλκάνια, αποβίβασε στρατεύματα στη Θεσσαλονίκη (Οκτώβριος 1915). Η Σερβία δέχτηκε και βουλγαρική επίθεση, κατέρρευσε και τα σερβικά στρατεύματα μεταφέρθηκαν στη Μακεδονία. Λίγο αργότερα, γερμανικά και βουλγαρικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Α. Μακεδονία (Μάιος 1916). Οι ελληνικές δυνάμεις δεν αντέδρασαν, καθώς εφάρμοζαν τις εντολές του Κωνσταντίνου περί «ουδετερότητας». Έτσι, το Δ’ Σώμα Στρατού διατάχτηκε να παραδοθεί δίχως να αντισταθεί, αιχμαλωτίστηκε και μεταφέρθηκε στη Γερμανία.
Οι Επίστρατοι και το κίνημα της Εθνικής Άμυνας
Μετά από αυτά, η Αντάντ απαίτησε από τον βασιλιά (Ιούνιος 1916) τον αφοπλισμό των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων που ήταν υπό τις διαταγές του. Εκείνος αποδέχτηκε το αίτημα, αλλά, συγχρόνως, έδωσε εντολή οι έφεδροι που απολύονταν να οργανώνονται σε συνδέσμους. Έτσι δημιουργήθηκαν οι Επίστρατοι, μια φιλοβασιλική παραστρατιωτική οργάνωση με περίπου 200.000 μέλη.                   Σχεδόν παράλληλα, βενιζελικοί δημιούργησαν στη Μακεδονία μια οργάνωση, την Εθνική Άμυνα, και πραγματοποίησαν κίνημα στη Θεσσαλονίκη (17 Αυγούστου 1916) ζητώντας τη συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.                                                                                                      Η Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, ο Βενιζέλος εγκατέστησε Προσωρινή Κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη και διέταξε επιστράτευση ώστε ελληνικά στρατεύματα να πολεμήσουν στο πλευρό της Αντάντ.                                                                                     Ο Εθνικός Διχασμός Έτσι, η πολιτική κρίση, που εκδηλώθηκε για πρώτη φορά με ένταση τον Φεβρουάριο του 1915 με τη μορφή διαφωνίας ανάμεσα στον πρωθυπουργό Βενιζέλο και τον βασιλιά Κωνσταντίνο, κλιμακωνόταν διαρκώς και είχε ως αποτέλεσμα, το καλοκαίρι του 1916, να διαμορφωθούν στην Ελλάδα δύο αντίπαλα κέντρα εξουσίας. Το φαινόμενο ονομάστηκε Εθνικός Διχασμός, αποτυπώθηκε γεωγραφικά στη διάσπαση σε «κράτος των Αθηνών» υπό τον Κωνσταντίνο και «κράτος της Θεσσαλονίκης» υπό τον Βενιζέλο και υπήρξε, ουσιαστικά, η πρώτη εμφύλια σύγκρουση στην Ελλάδα του 20ού αιώνα.                                                                                                           Η δυναμική επέμβαση της Αντάντ και η έξωση του Κωνσταντίνου Σε αυτό το πλαίσιο, η Αντάντ επιδίωξε να καταλάβει την Αθήνα, αλλά τα συμμαχικά στρατεύματα που κινήθηκαν από τον Πειραιά προς την πρωτεύουσα αποκρούστηκαν από δυνάμεις πιστές στον βασιλιά. Τον Νοέμβριο του 1916, το «κράτος των Αθηνών» εξαπέλυσε διώξεις σε βάρος βενιζελικών με τουλάχιστον 35 νεκρούς (Νοεμβριανά). Παράλληλα, η Αντάντ κατέλαβε τον Πειραιά, επιβάλλοντας αυστηρό αποκλεισμό στη «βασιλική» Ελλάδα, και αξίωσε την απομάκρυνση του Κωνσταντίνου, ο οποίος εξαναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα (2/15 Ιουνίου 1917). Στον θρόνο άφησε τον γιο του Αλέξανδρο, δίχως, ωστόσο, ο ίδιος να παραιτηθεί.                                                                                                                                     Η ανάληψη της εξουσίας από τον Βενιζέλο Ο Βενιζέλος ήρθε στην Αθήνα, σχημάτισε νέα κυβέρνηση και κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις. Ελληνικά στρατεύματα πήραν μέρος, στο πλευρό των δυνάμεων της Αντάντ, στις τελευταίες μάχες που έγιναν στη Μακεδονία (1918). Επιπλέον, ο Βενιζέλος επανέφερε τη Βουλή που είχε εκλεγεί τον Μάιο του 1915, η οποία λόγω της «νεκρανάστασής» της ονομάστηκε Βουλή των Λαζάρων. Παράλληλα, απολύθηκαν χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι και στρατιωτικοί που θεωρήθηκαν φιλοβασιλικοί. Κάποιοι άλλοι εκτοπίστηκαν και ανάμεσα σε αυτούς αρκετά στελέχη της βασιλικής παράταξης που εξορίστηκαν σ’ ένα γαλλικό νησί, την Κορσική.                                                                                                                                                                 Η συνθήκη των Σεβρών (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920) επιβλήθηκε στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Τα νησιά Ίμβρος, Τένεδος και η Θράκη μέχρι τα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης παραχωρούνταν στην Ελλάδα. Επίσης, ο σουλτάνος αναγνώριζε επίσημα την ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Β. και Α. Αιγαίου και η Ιταλία παραχωρούσε στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα, εκτός από τη Ρόδο. Η Αντάντ ανέθετε στην Ελλάδα τη διοίκηση της περιοχής της Σμύρνης για πέντε χρόνια. Στη συνέχεια, οι κάτοικοι της περιοχής θα αποφάσιζαν με δημοψήφισμα για την τύχη της. Τα Στενά τέθηκαν υπό διεθνή έλεγχο. Έτσι, η Οθωμανική αυτοκρατορία διαλυόταν.      Μετά τη συνθηκολόγηση του σουλτάνου (Οκτώβριος 1918), δυνάμεις της Αντάντ κατέλαβαν νευραλγικά σημεία στην Οθωμανική αυτοκρατορία θέτοντας τη χώρα υπό κατοχή.      Ελληνικές δυνάμεις συμμετείχαν στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, εκφράζοντας, και με αυτό τον τρόπο, τις ελληνικές διεκδικήσεις. Παράλληλα, ο Βενιζέλος έστειλε στο συνέδριο του Παρισιού υπόμνημα (Δεκέμβριος 1918) με το οποίο διεκδικούσε μια ευρύτατη ζώνη εδαφών στη δυτική Μικρά Ασία με κέντρο τη Σμύρνη, την Α. Θράκη μέχρι τα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης και τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος στην είσοδο των Στενών. Επιπλέον, ο Βενιζέλος, θέλοντας να υποστηρίξει τις παραπάνω διεκδικήσεις, έστειλε ελληνικό στρατό στην εκστρατεία της Αντάντ εναντίον των μπολσεβίκων                     Στη συγκεκριμένη συγκυρία η στρατιωτική παρουσία της Ελλάδας, χώρας που αποτελούσε στενό σύμμαχο της Βρετανίας, στη Μικρά Ασία θα αναχαίτιζε τις ιταλικές επιδιώξεις στην περιοχή και θα παρείχε στήριξη στις μικρές βρετανικές δυνάμεις που βρίσκονταν στα Στενά. Έτσι, η Βρετανία υποστήριξε τα ελληνικά αιτήματα.              Πράγματι, το συμβούλιο του Παρισιού έδωσε εντολή στην Ελλάδα, τον Απρίλιο του 1919, να στείλει στρατεύματά της στη Μικρά Ασία. Στις 2 Μαΐου 1919 Έλληνες στρατιώτες αποβιβάστηκαν στη Σμύρνη και κατέλαβαν την πόλη και μια περιοχή περίπου 17.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων γύρω από αυτή.  Οι Έλληνες της Μικράς Ασίας δέχτηκαν το γεγονός με ενθουσιασμό, ενώ οι Τούρκοι αντέδρασαν αρνητικά. Με ευθύνη και των δύο πλευρών σημειώθηκαν από την πρώτη στιγμή επεισόδια με νεκρούς και τραυματίες. Οι Ιταλοί, που είχαν καταλάβει εδάφη νότια της ελληνικής ζώνης, δυσαρεστήθηκαν, καθώς διεκδικούσαν και εκείνοι τη Σμύρνη. Σε αρκετές περιπτώσεις οι τουρκικές επιθέσεις εναντίον των ελληνικών δυνάμεων προέρχονταν από περιοχές που ήταν υπό ιταλική διοίκηση.                                                                             Οι διωγμοί του μικρασιατικού ελληνισμού Η ενίσχυση του τουρκικού εθνικισμού, ιδίως μετά την επικράτηση των Νεοτούρκων (1908), και η επιδίωξη ισχυρών γερμανικών συμφερόντων  να κερδίσουν κυρίαρχη θέση στην οθωμανική οικονομία (εκτοπίζοντας τους Έλληνες, τους Αρμένιους και τους Εβραίους) οδήγησαν σε συστηματικούς διωγμούς των ελληνορθόδοξων πληθυσμών από το 1913. Έτσι, στα χρόνια των βαλκανικών πολέμων και του Α’ Παγκόσμιου πολέμου, με το επιχείρημα ότι η παρουσία ελληνικών πληθυσμών θα έθετε σε κίνδυνο τις τουρκικές πόλεις αν δέχονταν ελληνική επίθεση, εκτοπίστηκαν στην ενδοχώρα περίπου 150.000 Έλληνες.                                      Παράλληλα, οργανώθηκαν τα τάγματα εργασίας στα οποία κατατάσσονταν άνδρες πάνω από 45 ετών που οδηγούνταν για αγγαρείες σε λατομεία και δημόσια έργα στο εσωτερικό της χώρας. Έτσι εξοντώθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες της Μικράς Ασίας και του Πόντου, πράγμα που αποτέλεσε αληθινή τραγωδία για τον ελληνισμό. Ίδια τύχη είχαν και οι Αρμένιοι                                         Η ήττα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και η παρουσία στρατευμάτων της Αντάντ σε διάφορες περιοχές της χώρας γέννησαν αισθήματα ταπείνωσης στους μουσουλμανικούς-τουρκικούς πληθυσμούς του οθωμανικού κράτους, οι οποίοι αντέδρασαν με διαδηλώσεις. Παράλληλα, αρκετοί αξιωματικοί του σουλτανικού στρατού έδειχναν απροθυμία να παραδοθούν. Ένας από αυτούς, ο Μουσταφά Κεμάλ (1881-1938), άρχισε, στην Ανατολή, σε περιοχές που δεν ελέγχονταν από την Αντάντ, την οργάνωση κινήματος αντίστασης. Τον Ιούνιο του 1919, σε σύσκεψη στην Αμάσεια του Πόντου, ο Κεμάλ και οι συνεργάτες του έθεσαν ως στόχο την οργάνωση ενός κινήματος με σκοπό όχι τη διατήρηση της πολυεθνικής Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που αποτελούσε πια παρελθόν, αλλά τη δημιουργία ενός νέου, τουρκικού εθνικού κράτους  
Ο μικρασιατικός πόλεμος (1919-1922)
Η ελληνική διοίκηση της Μικράς Ασίας Παράλληλα με την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, εγκαταστάθηκε στην πόλη και η ελληνική διοίκηση. Επικεφαλής ορίστηκε ο ύπατος αρμοστής (γενικός διοικητής) Αριστείδης Στεργιάδης, έμπιστος τόσο του Βενιζέλου όσο και των Βρετανών, με εντολή να αντιμετωπίζει ισότιμα όλους τους κατοίκους. Ήταν μια πολιτική που δεν γινόταν πολλές φορές αποδεκτή από την ελληνική στρατιωτική ηγεσία, τον μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο και από ορισμένους Μικρασιάτες Έλληνες, γεγονός που, σε συνδυασμό με τον αυταρχικό χαρακτήρα του Στεργιάδη, έκανε τον ύπατο αρμοστή αντιπαθή σε αρκετούς Έλληνες. Πάντως, οι ελληνικές αρχές επιτέλεσαν σημαντικό έργο στην οικονομία, στην εκπαίδευση, στην υγεία και ιδίως στην επανεγκατάσταση των Ελλήνων προσφύγων που είχαν διωχθεί παλαιότερα από τις οθωμανικές αρχές και τώρα επέστρεφαν.
Οι επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού έως το καλοκαίρι του 1920 Ο ελληνικός στρατός κατέλαβε αρχικά τα εδάφη της Μικράς Ασίας για τα οποία είχε εντολή από την Αντάντ. Λίγο αργότερα, ο Βενιζέλος έλαβε από το συνέδριο του Παρισιού άδεια επέκτασης της ελληνικής ζώνης κατοχής. Έτσι, ο ελληνικός στρατός, αφού κατέλαβε, την άνοιξη του 1920, την Α. Θράκη, προέλασε, το καλοκαίρι του 1920, σε βάθος 100-150 χλμ. καταλαμβάνοντας μια ζώνη εδαφών στη Μ. Ασία κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτή που όριζε η συνθήκη των Σεβρών (είχε υπογραφεί λίγο νωρίτερα).
Η απόρριψη της συνθήκης των Σεβρών από το τουρκικό κίνημα αντίστασης Οι ελληνικές επιτυχίες διευκόλυναν την Αντάντ να επιβάλει στον σουλτάνο τη συνθήκη των Σεβρών (καλοκαίρι 1920). Όμως, η απόλυτη απόρριψη της συνθήκης από τον Κεμάλ σε συνδυασμό με την ενίσχυση του τουρκικού εθνικού κινήματος αντίστασης έκαναν τους συμμάχους επιφυλακτικούς σχετικά με το κατά πόσο ο ελληνικός στρατός θα μπορούσε να επιβληθεί.
Οι εκλογές του 1920 και η επάνοδος του Κωνσταντίνου Λίγες μέρες μετά την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών ο Βενιζέλος δέχτηκε στο Παρίσι δολοφονική επίθεση από Έλληνες φιλοβασιλικούς, αλλά διασώθηκε. Λίγο μετά, στη διάρκεια ταραχών που ξέσπασαν στην Αθήνα, δολοφονήθηκε από βενιζελικούς ο Ίων Δραγούμης, γνωστός αντιβενιζελικός.
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ο Βενιζέλος προκήρυξε εκλογές, κρίνοντας ότι μετά την επιτυχία των Σεβρών η συγκυρία ήταν ευνοϊκή για να τις κερδίσει. Yποτίμησε, όμως, το γεγονός ότι ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας είχε κουραστεί από την πολεμική προσπάθεια που είχε ξεκινήσει χρόνια πριν με τους βαλκανικούς πολέμους. Σε αυτές τις συνθήκες δημιουργήθηκε μια αντιβενιζελική συμμαχία, με ηγέτη τον Δημήτριο Γούναρη, που υποσχόταν τον τερματισμό του πολέμου και την απαλλαγή από τη «βενιζελική τυραννία», όπως χαρακτήριζε τη διακυβέρνηση Βενιζέλου. Καθώς το πολιτικό κλίμα ήταν ήδη τεταμένο, ο αιφνίδιος θάνατος του Αλέξανδρου, που εκτελούσε χρέη βασιλιά, μετέτρεψε τις εκλογές σε άτυπο δημοψήφισμα για την επιστροφή ή όχι του εξόριστου Κωνσταντίνου στην Ελλάδα.
Στις εκλογές που έγιναν τον Νοέμβριο του 1920 οι Φιλελεύθεροι ηττήθηκαν. Αμέσως ο Βενιζέλος έφυγε από την Ελλάδα. Η νέα φιλοβασιλική κυβέρνηση οργάνωσε δημοψήφισμα για την επιστροφή ή όχι του Κωνσταντίνου. Το υπερβολικά υψηλό ποσοστό υπέρ του Κωνσταντίνου δημιούργησε βάσιμες υποψίες για νοθεία. Τον Δεκέμβριο του 1920 ο Κωνσταντίνος επανήλθε.
Διπλωματικές επιτυχίες του τουρκικού κινήματος αντίστασης Παράλληλα, οι Δυνάμεις της Αντάντ είχαν αρχίσει να επανεξετάζουν τη στάση τους διαβλέποντας τη δυνατότητα του κεμαλικού κινήματος να είναι ο νικητής της σύγκρουσης. Η επιστροφή του Κωνσταντίνου, πολέμιου της Αντάντ στα χρόνια του Α’ Παγκόσμιου πολέμου, λειτούργησε ως πρόφαση για τις Δυνάμεις, ιδίως για τη Γαλλία και την Ιταλία, ώστε να αναθεωρήσουν τη στάση τους απέναντι στην Ελλάδα. Έτσι, ο Κεμάλ, αφού υπέγραψε συμφωνία συνεργασίας με τη Σοβιετική Ένωση (Μάρτιος 1921), προχώρησε στην υπογραφή σειράς συμφωνιών με τη Γαλλία (Μάρτιος και Οκτώβριος 1921) και την Ιταλία (Μάρτιος 1921) που προέβλεπαν την αποχώρηση των στρατευμάτων τους από τη Μικρά Ασία με αντάλλαγμα την παραχώρηση προνομίων και διευκολύνσεων από την κεμαλική Τουρκία. Μετά απ’ αυτά, οι ελληνικές προσπάθειες είχαν πλέον μόνο την αγγλική στήριξη, και αυτή σε διπλωματικό, κυρίως, επίπεδο
Οι εξελίξεις έως τον Αύγουστο του 1922 Η νέα φιλοβασιλική κυβέρνηση δεν τήρησε την προεκλογική της υπόσχεση για τερματισμό του πολέμου. Ο Κωνσταντίνος και η νέα πολιτική ηγεσία πίστευαν ότι η νίκη ήταν κοντά και γι’ αυτό αποφάσισαν να συνεχίσουν τον πόλεμο. Μάλιστα, ο Κωνσταντίνος πήγε ο ίδιος στη Μικρά Ασία. Το καλοκαίρι του 1921, τα ελληνικά στρατεύματα πραγματοποίησαν μεγάλη επίθεση, που κόστισε χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες, φτάνοντας μέχρι τον ποταμό Σαγγάριο, λίγα χιλιόμετρα πριν την Άγκυρα. Συνάντησαν, ωστόσο, ισχυρή αντίσταση και υποχώρησαν στη γραμμή που οριζόταν από τις πόλεις Εσκί Σεχίρ-Κιουτάχεια-Αφιόν Καραχισάρ. Εκεί παρέμεινε το μέτωπο τον επόμενο ένα χρόνο.
Όμως, οι όροι του παιχνιδιού είχαν αντιστραφεί. Ο Κεμάλ, ενισχυμένος οικονομικά, διπλωματικά και στρατιωτικά, εμφανιζόταν αδιάλλακτος. Την ίδια στιγμή στην Αθήνα ενισχύονταν οι αντιπολιτευτικές φωνές (ο Αλ . Παπαναστασίου και έξι συνεργάτες του δημοσίευσαν, τον Μάρτιο του 1922, το Δημοκρατικό Μανιφέστο, στο οποίο ασκούσαν κριτική στις βασιλικές επιλογές) και οξυνόταν η οικονομική κρίση. Σε αυτές τις συνθήκες, οι κυβερνήσεις της Αθήνας αναζητούσαν στο εξωτερικό διπλωματική και οικονομική στήριξη, αλλά δίχως αποτέλεσμα.
Στις 13 Αυγούστου εκδηλώθηκε η τελική τουρκική επίθεση. Λίγο μετά η ελληνική άμυνα κατέρρευσε και άρχισε η υποχώρηση. Στις 27 Αυγούστου οι κεμαλικοί μπήκαν στη Σμύρνη. Η πόλη παραδόθηκε στις φλόγες, οι Έλληνες και οι Αρμένιοι κάτοικοί της στη σφαγή. Η ήττα του ελληνικού στρατού σήμανε και το τέλος του μικρασιατικού ελληνισμού. Όσοι Έλληνες σώθηκαν πήραν το δρόμο για την προσφυγιά.
Ελλάδα: Το κίνημα του 1922 Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1922 ξέσπασε κίνημα στη Χίο και στη Μυτιλήνη, όπου βρίσκονταν μονάδες του ελληνικού στρατού που επέστρεφαν από τη Μικρά Ασία. Όσοι συμμετείχαν σε αυτό αξίωναν την παραίτηση του βασιλιά Κωνσταντίνου, τη διάλυση της Βουλής (στην οποία τα φιλοβασιλικά κόμματα διέθεταν πλειοψηφία), το σχηματισμό νέας κυβέρνησης που θα είχε την εμπιστοσύνη της Αντάντ, καθώς και την ενίσχυση του μετώπου στη Θράκη, ώστε η Ελλάδα να αποφύγει και άλλες εδαφικές απώλειες. Με επικεφαλής τους συνταγματάρχες Νικόλαο Πλαστήρα και Στυλιανό Γονατά, περίπου 12.000 αξιωματικοί και στρατιώτες, αποβιβάστηκαν, λίγο αργότερα, στο Λαύριο, στο νοτιότερο άκρο της Αττικής, και άρχισαν να βαδίζουν προς την Αθήνα. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, βλέποντας ότι δεν είχε καμία δυνατότητα αντίστασης, εγκατέλειψε τη χώρα. Βασιλιάς έγινε ο γιος του Γεώργιος Β‘. Φτάνοντας στην Αθήνα, οι κινηματίες εγκατέστησαν επαναστατική κυβέρνηση.
Η ανακωχή των Μουδανιών Μετά την ήττα στη Μικρά Ασία, φαινόταν πλέον εξαιρετικά δύσκολο για την Ελλάδα να διατηρήσει την Α. Θράκη. Αρχικά, η επαναστατική κυβέρνηση δεν φάνηκε πρόθυμη να υποχωρήσει. Μάλιστα, για να αντιμετωπίσει ενδεχόμενη νέα τουρκική επίθεση, αναδιοργάνωσε ταχύτατα τον ελληνικό στρατό στη Θράκη. Τελικά, όμως, υπό το βάρος των κεμαλικών απειλών για νέο πόλεμο και των αφόρητων πιέσεων της Αγγλίας η Ελλάδα αποδέχτηκε την ανακωχή των Μουδανιών (Οκτώβριος 1922) με την οποία η Α. Θράκη ενσωματωνόταν στην Τουρκία. Η εκκένωση της περιοχής από τον ελληνικό στρατό και τον ντόπιο ελληνικό πληθυσμό ολοκληρώθηκε στα μέσα Νοεμβρίου 1922.
Ελλάδα: Η «δίκη των έξι» Η επαναστατική κυβέρνηση σύστησε έκτακτο στρατοδικείο προκειμένου να καταλογιστούν ευθύνες για την ήττα στη Μικρά Ασία. Σε αυτό παραπέμφθηκαν οκτώ κορυφαία στελέχη  (πρωθυπουργοί, υπουργοί, στρατιωτικοί ηγέτες) της βασιλικής παράταξης: Δ. Γούναρης, Ν. Στράτος, Π. Πρωτοπαπαδάκης, Γ. Μπαλτατζής, Ν. Θεοτόκης, Γ. Χατζανέστης, Μ. Γούδας και Ξ. Στρατηγός. Τον Νοέμβριο του 1922 καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν οι έξι πρώτοι˙ αυτή ήταν η «δίκη των έξι».
Η συνθήκη της Λοζάνης (1923) Παράλληλα, άρχισαν στη Λοζάνη της Ελβετίας διαβουλεύσεις για την υπογραφή μιας νέας συνθήκης ειρήνης. Εκπρόσωπος της Ελλάδας σε αυτές ορίστηκε, από την επαναστατική κυβέρνηση, ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Μετά από πολύμηνες συζητήσεις υπογράφτηκε, στις 24 Ιουλίου 1923, η συνθήκη της Λοζάνης, με την οποία επισημοποιήθηκε η τουρκική κυριαρχία στη Μικρά Ασία και στην Α. Θράκη, ενώ παραχωρήθηκαν στην Τουρκία και η Ίμβρος με την Τένεδο. Επίσης, στη συνθήκη της Λοζάνης ενσωματώθηκε ελληνοτουρκική σύμβαση ανταλλαγής πληθυσμών (Ιανουάριος 1923), σύμφωνα με την οποία  όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί της Τουρκίας έπρεπε να μετοικήσουν στην Ελλάδα και όλοι οι μουσουλμάνοι της Ελλάδας να ακολουθήσουν τον αντίστροφο δρόμο. Εξαιρέθηκαν το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου (125.000 τότε), καθώς και οι μουσουλμάνοι της Δ. Θράκης (118.000 τότε).      
Κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα Η ελληνική επαναστατική κυβέρνηση είχε να αντιμετωπίσει επείγοντα και σοβαρά προβλήματα. Η ραγδαία επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης, η κατακόρυφη πτώση των μισθών και η επείγουσα ανάγκη αποκατάστασης των παλαιών πολεμιστών (πολλοί από αυτούς είχαν πολεμήσει 10-12 χρόνια) και των προσφύγων έκαναν επιτακτική τη λήψη μέτρων.  Η επαναστατική κυβέρνηση, αφού αντιμετώπισε με επιτυχία μια προσπάθεια ανατροπής της (Οκτώβριος 1923), αποφάσισε να παραδώσει την εξουσία. Στις εκλογές του Δεκεμβρίου του 1923 τα φιλοβασιλικά κόμματα απείχαν. Έτσι, στη Βουλή εκπροσωπήθηκαν μόνο το κόμμα των Φιλελευθέρων του Ελ. Βενιζέλου (250 βουλευτές) και η Δημοκρατική Ένωση του Αλ. Παπαναστασίου (120 βουλευτές). Ο Γεώργιος Β‘ εξαναγκάστηκε να φύγει στο εξωτερικό. Προσωρινός αντιβασιλέας ορίστηκε ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης.


ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Αθήνα γύρω στα 1918 ένα παιδί καλό και φτωχό, μελετηρό, ο Άγγελος είχε ένα φίλο πλούσιο, πολύ καλόκαρδο, το Νίκο Στέργη. Επειδή ήταν ο καιρός που ο Νίτσε γέμιζε τα μυαλά των μικρών και αδυνάτων, (αφού κήρυττε τον υπεράνθρωπο) νόμισε πως κι ο Άγγελος, το καλό παιδί, θα γινόταν κακός, γι’ αυτό ήθελε να σκοτώσει τον φίλο του τον πλούσιο που ονειρευόταν Παρίσια, τον Νίκο. Ο ‘Αγγελος είχε μια μάνα θλιβερή ύστερα από το χαμό και της κόρης της, έχασε δυο μικρά παιδιά, αρρώστιες την εποχή εκείνη, φθίση. Ο πατέρας του άνεργος, φτωχός και οικονόμος, δύσκολα  να τα βγάλουν πέρα. Μια νύχτα που περίμενε στο σπίτι το φίλο του τον Νίκο, ο Άγγελος άφησε ένα σκαλοπάτι ξεκάρφωτο, για  να δώσει κάτω να σκοτωθεί ο Νίκος. Αλλά μόλις πλησίασε ο Νίκος,  ο Άγγελος έτρεξε να τον ειδοποιήσει να μην προχωρήσει, μην  πάθει κακό. Ο Άγγελος διαβάζει να περάσει τις εξετάσεις, ο Νίκος Στέργης το γλεντά, και όλο έβρισκε δικαιολογία τους δήθεν πονοκεφάλους. Η Δάφνη, ο όμορφη κοπέλα, η γυναίκα, ο έρωτας, την ποθεί ο Άγγελος αλλά την έχει ο Στέργης και ζηλεύει ο Άγγελος.
Πατέρας του Νίκου είναι ο Λύσαντρος Στέργης, έμπορος σιδήρου, πλούσιος, η μάνα του Νίκου πέθανε, μένει με τον πατέρα, μια περήφανη άμυαλη αδελφή, και τη γιαγιά, κάποτε λαμπρή γυναικάρα.
Το εκπαιδευτικό σύστημα της εποχής, όλο φλυαρίες.
ΙΙ
Ευαισθησία του Άγγελου από την παιδική ηλικία. Αναδρομή στο παρελθόν. Ο Άγγελος στα δώδεκά του χρόνια καθόταν έξω από την Αθήνα, περπατούσε καμιά ώρα για να πάει σχολείο, κάπου εκεί στη Πλάκα, με καμιά φέτα ψωμί στην τσέπη. Μια μέρα τους είπαν να ετοιμαστούν για να πάνε στο στάδιο να δουν τον βασιλέα, κι η μαμά κάθισε όλη νύχτα να αναπαλαιώσει τα παλιοφορέματα του γιου της, αλλά όταν στάθηκαν στη γραμμή, ο δάσκαλος τον έβγαλε έξω, δεν ήταν καλοντυμένο. ‘Υστερα άρχισαν τα αδέλφια να πεθαίνουν, πρώτο ένα σερνικό, κατάλαβαν πως η φτώχια κάνει κακό, ερχόταν ο γιατρός στο σπίτι, έπαιρνε τη βίζιτα, άσε να δούμε, κι ύστερα η αδελφή, στο νοσοκομείο, κι ο πατέρας θεοφοβούμενος, όλους τους μακαρισμούς έλεγε, μακάριοι οι φτωχοί τω πνεύματι! Και ο φτωχός μας Άγγελος είχε γίνει το κοιμητήριο των αδελφιών του!
Ο χριστιανισμός ενάντια στον Νίτσε. Έρημη χώρα, Νίτσε πέραν του καλού και του κακού, και ο Υπεράνθρωπος, έργα του που επέδρασαν στους συγχρόνους του. Ξεκινούν με όνειρα και ελπίδες αλλά στο τέλος ακολουθεί η διάψευση, Κάπως έτσι η εποχή κι οι άνθρωποι, μια αβέβαιη αστροφεγγιά, ανάμεσα στη νύχτα και στο φέγγος, παγκόσμιος πόλεμος και ύστερα νίκες στη Μικρασία και τέλος καταστροφή.
Κεφάλαιο ΙΙΙ
1918 η Ελλάδα με τα στρατεύματά της στην Πόλη, ο κόσμος χαίρεται, η γρίπη θερίζει, ο Παστέρ την καταπολεμεί, ο Άγγελος, το στερημένο παιδί του καιρού του. Ο Άγγελος ερωτευμένος με τη Δάφνη που θέλει τον Νίκο. Αποφασίζει η ομάδα να πάνε στο σπίτι του Νίκου, το αρχοντικό των Στέργηδων. Γνωρίζουμε τον πατέρα Λύσαντρο, τη γιαγιά Αριάδνη, την αδελφή του Νίκου Τζένη, το πλουσιοκόριτσο, που σκέφτεται πως το τέλος του πολέμου μπορεί να μη συμφέρει στην οικογένεια, και πώς θα πάει βόλτα στο Παρίσι; Κρασοκατάνυξη, ο Άγγελος γυρνά αργά στο σπίτι μεθυσμένος.
Τέταρτον ΙV
Είναι ένας Παπαδήμας, που περνά να αφήσει βοήθεια στην οικογένεια και πάντα προκαλεί τα νεύρα του Άγγελου, γιατί είναι ένας φαρισαίος. Τέλειωσε ο α΄ παγκόσμιος πόλεμος, ο φίλος Πετρόπουλος από την επαρχία, με θείο πολιτευτή, δικηγόρο, ονειρεύεται μεγαλεία και πολιτική. Με ένα ναπολεόνι που κρατά θα πάει σε κορίτσι. Τι θα σπουδάσουν; Ο νους του Άγγελου στη Δάφνη. Πάμε να γνωρίσουμε τη γειτονιά, το κλίμα της εποχής. Γειτόνισσα μια ξένη δασκάλα μπεκρού, παραπάνω ένα κορίτσι πλέκει δαντέλες, αρρωστημένο, αντίκρυ μια χήρα, ο Πασπάτης, νεαρός φτωχός, θα πεθάνει αργότερα με φθίσι,  ονειρεύεται να πάει στη Σχολή Ευελπίδων, αντιγράφει βιβλία για μεροκάματο. Κοντά εκεί μια νέα φθισική, προς το βράδυ περνούν τα παιδιά, βγαίνουν περίπατο. Η Λένα αρρώστησε, μια της παρέας, ο Άγγελος τους αφήνει, πάει στον Πασπάτη, ζητά να τον βοηθήσει στις αντιγραφές.
 V
Καλοκαίρι 1919, τελειώνουν το Γυμνάσιο/Λύκειο. Ο πατέρας του Άγγελου άνεργος, νηστικοί, ο Άγγελος ζητά δανεικά από τον Νίκο Στέργη. Τον Μάη ελληνικά στρατεύματα στη Σμύρνη, χαρές, όνειρα, που θα γκρεμιστούν σε δυο τρία χρόνια. Ο Στέργης τους πήρε στο χτήμα του κοντά στη θάλασσα, τα ερωτικά σκιρτήματα και ερωτήματα των αγοριών. Ο Άγγελος βγαίνει τη νύχτα, κατασκοτώνεται μέσα στα άγνωστα περβόλια, τον περιμαζεύει ο περιβολάρης. Η μοναξιά των δεκαοχτάχρονων. Έστω τα χρόνια της εφηβείας μιας γενιάς των αρχών του 20 αιώνα.
VI
Θλίψη βαριά, κολυμπούμε σε μια ανεξήγητη θλίψη, κάποια ελπίδα με το απολυτήριο, ποια μέσα να χρησιμοποιήσουν για να βρει ο Άγγελος δουλειά. Ελληνικό σύστημα, τα μέσα,  απογοητεύσεις. Πάει στο Στέργη, του δίνει δουλειά στην εταιρεία, γραφέας, ο πόνος της αγάπης, της εποχής, της φτώχειας. Ο Πασπάτης άρρωστος με αιμοπτύσεις και ποιος θα κάνει τις αντιγραφές, ο ‘Αγγελος του αφήνει κάτι δραχμές. Η αγάπη του στη Δάφνη κι η ζήλεια για τον Νίκο. Δίπλα στον Άγγελο στη δουλειά, ένας γερασμένος γραφιάς, ο γέρος.
 VII
Φθινόπωρο, ο Πετρόπουλος πιάνει δουλειά σε Υπουργείο, τα χάλια τους έχουν. Πάει στην εταιρεία Στέργη, βρίσκονται τα παιδιά.  Εγγραφή στο πανεπιστήμιο, τι τραβούσαν τότε, ξενύχτι στο ταμείο, να πληρώσουν εξέταστρα. Ο Άγγελος πάει για φιλολογία, γράφει ποιήματα, δουλεύει, σπουδάζει, οι άλλοι δυο Πετρόπουλος Νίκος στη Νομική. Σκηνές στο πανεπιστήμιο, τριτοκοσμικές, χαμένος χρόνος, διάφοροι τύποι φοιτητών, βάσανο και βασανιστήριο, το πανεπιστήμιο, μάτσο χάλια, αιωνόβιοι φοιτητές, καφενεδάκια, οι καλλιτέχνες, γνωριμίες.  Η Έρση είναι το πνευματικό κορίτσι με τις ανησυχίες τις πνευματικές, η άλλη γυναίκα στη ζωή του Άγγελου. Πετρόπουλος ο σαλίγκαρος, γλύφτης, εγωιστής. Ο Άγγελος γράφει ποίημα για τη γυναίκα (την οποιαδήποτε) όντας ανάμεσα στη Δάφνη και στην Έρση. 

VIII
Ένας θαυμαστής του Ντοστογιέφσκι, ο Ρασκόλνικωφ (όνομα από ήρωα του Ντοστογιέφσκι «Έγκλημα και τιμωρία» ) επισκέπτεται τον Άγγελο στο γραφείο. Ο μισθός του Άγγελου όσο μια γραβάτα του Νίκου. Γνωρίζουμε  ένα γείτονα του ΄Αγγελου, τον κυρ Νικολάκη, άρρωστο. Ο ΄Αγγελος θέλει να τον βοηθήσει ενώ αυτός φοβάται πως θα τον ληστέψει. Βλέπει τη Δάφνη, πόθος φυγής. Έρχονται χριστούγεννα, η παλιά παρέα ξανασμίγει στο χτήμα, χαρτοπαίζουν, κερδίζει ο ΄Αγγελος. Γίνεται λόγος για την Έρση, φίλη του Άγγελου και ποιητικά, η άλλη γυναίκα, ο Άγγελος φέρεται ως ο παράξενος στοχαστής. Ο ποιητής θεωρείται κατάρα για την οικογένεια του Άγγελου, κι όμως ο γιος τους γράφει ποιήματα. Ο Βενιζέλος έφυγε, ο βασιλιάς ήρθε από την εξορία, ο Πετρόπουλος περιμένει το θείο να γίνει υπουργός.
IX
Ο θείος του Αργύρη και της Δάφνης έρχεται από το εξωτερικό, πείθεται να πάρει στα ταξίδια μαζί του τον Αργύρη, η Δάφνη ελευθερώνεται από την παρουσία του αδελφού της. Φορτώνουν στρατό για τη Μικρασία.                                   Ο Αργύρης έτοιμος να μπαρκάρει. Ο ηθοποιός Αλέξης μαζί με την Έρση ανεβάζουν έργο του Σέξπηρ, διακόπτεται η παράσταση, αποτυγχάνει, ο κόσμος ακόμα είναι αμόρφωτος. Ο Αργύρης στέλλει γράμμα ενθουσιώδες για τα ταξίδια του. Ο Άγγελος χαρτοπαίζει. Ο Πασπάτης χειροτερεύει, φθίση. Ο Πετρόπουλος ενοικιάζει ερωτική φωλιά (γκαρσονιέρα/ το ασκηταριό του το λέει) ο Στέργης προχωρεί στις σχέσεις του με τη Δάφνη, της ρίχνεται ο Πετρόπουλος, μαλλώνουν με τον Στέργη, τα ξαναβρίσκουν. Ο Στέργης σε δικό του ασκηταριό με τη Δάφνη.
Ο πόλεμος απαιτεί επιστράτευση, όλοι στο στρατό, σκόρπισαν εδώ κι εκεί, και τα κορίτσια. Η Μικρασιατική καταστροφή έρχεται άδοξα ύστερα από τόσες δόξες και νίκες. Στο τέλος περιγραφή της καταστροφής.
X
Στη Μ Ασία, Μπαλούκεσερ, στρατιώτες στη σκηνή, χωρίς φαγητό, αιμοπτύσεις ο ‘Αγγελος, ύστερα στο νοσοκομείο Σμύρνης, επιστρέφει πριν την καταστροφή. Στο μεταξύ πέθανε ο κυρ Νικολάκης και ο Πασπάτης. Ο Άγγελος ξαναμπαίνει στη ρουτίνα του γραφείου, μαθαίνει ότι η Δάφνη είχε συζήσει με τον Πετρόπουλο ένα εξάμηνο, είναι ο Έρωτας η Δάφνη. Αρχίζει η μικρασιατική καταστροφή που περιγράφεται σε δυο τρεις σελίδες, προπάντων ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν οι πρόσφυγες. Ο Πετρόπουλος -λόγω θείου- μοιράζει λεφτά στους πρόσφυγες και προσπαθεί να εκμεταλλευτεί προσφυγούλες. (οι κυριότερες σελίδες 156-166)
ΤΟ ΚΥΡΙΟΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΕ ΥΛΙΚΟ-σύγκριση με Οι νεκροί περιμένουν Διδώς Σωτηρίου.
ΧΙ
Η δίκη των έξι, μνήμες και ελπίδες προσφύγων. Ο Λύσαντρος Στέργης πολλαπλασιάζει τη γη του για οικοδομική εκμετάλλευση. Συνάντηση ΄Αγγελου και Δάφνης, παλιές αγάπες.
Η Έρση με το θεατρίνο ανεβάζουν Έμπορο της Βενετίας του Σέξπηρ, παίζει και η Δάφνη, την συνοδεύουν ο Άγγελος και η Ερση στο σπίτι της, στέκια καλλιτεχνών της εποχής. Ο Άγγελος επιτίθεται στο Στέργη γιατί του κακολόγησε τη Δάφνη. Παραιτείται από την δουλειά του Στέργη, πάει στης Δάφνης, χάδια και φιλιά. Ο Στέργης δεν δέχεται την παραίτηση. (μεταξύ μας είναι το καλύτερο παιδί του μυθιστορήματος)
ΧΙΙ
Ο Πετρόπουλος κι ο Στέργης στο θέατρο, πήραν μαζί τους τη Δάφνη, το θέατρο ξεπουλιέται, ο Αλέξης φεύγει. Ο Άγγελος με την Έρση. Περνούν τις εξετάσεις της Νομικής επιεικώς ο Στέργης και ο Πετρόπουλος. Το διασκεδάζουν. Η  Έρση βρίσκει δουλειά σε συμβολαιογραφείο στον Άγγελο, να κάμνει αντιγραφές. Ο Άγγελος παίρνει πτυχίο φιλολογίας, ο Αλέξης σε περιοδεύοντα θίασο.
ΧΙΙΙ
1924, ο μικρότερος αδελφός του Άγγελου άρρωστος. Πηγαίνει η οικογένεια στην Αίγινα, ο Άγγελος μένει Αθήνα με τον πατέρα, ο Στέργης στο Παρίσι για σπουδές, ο Άγγελος με την Έρση στην Αίγινα, η Δάφνη μόνη, ο Πετρόπουλος της ρίχνεται. Η Δάφνη εκμυστηρεύεται στον Άγγελο πως τον είχαν του πεταμάτου και τον λυπόνταν. Η μητέρα στην Αίγινα του προξενεύει την Αριάδνη. Η Δάφνη βγαίνει με τον Πετρόπουλο. Ο Άγγελος τον χτυπά, συλλαμβάνεται από την αστυνομία, τον αφήνουν ελεύθερο, ο Πετρόπουλος δεν θέλει ποινική δίωξή του.
ΧΙV  τελευταίο
Ο Άγγελος δουλεύει, είναι άρρωστος, μια διαδήλωση φθισικών, η Έρση η μόνη φίλη. Ο Αλέξης παράτησε το θεατρικό μπουλούκι, αγαπά την Έρση, έτσι ο Άγγελος έχασε τη Δάφνη, τον έρωτα, την Έρση, τη φιλία. Τον διώχνουν από τη δουλειά για να βρει τη γιατρειά του. Μπαίνει σ΄ένα εστιατόριο κι ύστερα πάει θέατρο. Παίρνει ένα τσαντήρι και πάει με τη μάνα στη Λυκόβρυση σ΄ένα χτήμα, καθαρός αέρας. Τον επισκέπτονται η Έρση κι ο Αλέξης. Ο Αργύρης επιστρέφει από τα ταξίδια και τον επισκέπτεται με την αδελφή του Δάφνη. Το μυθιστόρημα τελειώνει με το «Κοιμήθηκε το παιδί» συλλογίστηκε η μητέρα.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ





Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

Ο Ιορδάνης

Ο Ιορδάνης
Στέλιος Παπαντωνίου

Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε, καθόμουν στα γόνατα του παππού Στυλλή και το ψάλλαμε, ηλικίας αγνώστου, το πρώτο ίσως τροπάριο που έμαθα, με τόσες επαναλήψεις στην εκκλησιά, μα ο Ιορδάνης ήταν ποταμός, κι ήταν κι ένας καφετζής, κι  ένας σουβλιτζής, κι ένα καφενεδάκι δίπλα στο ποταμάκι σε κάποιο εξοχικό χωριό, αυτό ήταν ο καλύτερος Ιορδάνης, πότε θα ξαναπάμε στου Ιορδάνη;
Ιδιαίτερα μου άρεσε εκείνο το «ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω, η θάλασσα είδε και έφυγε», τα βλέπω ακόμα και σήμερα, έστω κι αν διάβασα τόσα άρθρα για τον Ιορδάνη, τι να σου κάμουν τα διαβάσματα, καλύτερη από την εικονοπλαστική φαντασία δεν έχει, κι εκείνες οι προφητείες, αντί της κονίζης αναβήσεται μυρσίνη, όλο μυρουδιές και δροσιές, κι οι χωλοί τρέχουν σαν ελάφια κι ο παράδεισος ανοίγεται μπροστά μας, μεγάλη σου η δύναμη Λόγε.
Σήμερα τα λέμε στα σβέλτα, θέλουμε να υποτιμήσουμε λίγο το σημερινό για να δώσουμε έμφαση στην αυριανή λειτουργία, στον αυριανό αγιασμό των υδάτων, αλλά σήμερα, με τις Ώρες, κι ύστερα τον εσπερινό κι ύστερα με λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και τέλος ο αγιασμός, πάρτε τον στο σπίτι, πιείτε, αγιάστε τα πρόσωπα, τον τόπο, όσο και να θέλουμε δεν υστερούν, έχουν τις χαραμάδες της αγάπης μας, τη γλυκύτητα του ημίφωτος στο ναό, των ιδιομέλων που από μόνα τους μεγαλόπρεπα άδουσι.
Η αποϊέρωση μοιάζει με χαντζάρα αλλόθρησκου, με ισοπεδωτικό μηχάνημα αμερικάνου. Αποκεφαλίζει την ουσία της ζωής.

Ευτυχώς εμείς ζούμε τα παλιά κι ευτυχούμε. Καλήν αύριον. 

Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

ΤΑ ΜΝΗΣΤΡΑ

Μαρία Περατικού- Κοκαράκη
Τα Μνήστρα
Δέκα χρόνια απόστασης
Αφηγήματα (βραβευμένα)

Γραμμένο το Μάη του 1984 στο Σύδνεϋ όπου ξενιτεύτηκε, σπούδασε και δίδαξε η Μαρία Περατικού- Κοκαράκη, μας δίνει στο πρώτο αφήγημά της «Δέκα χρόνια απόσταση» όλη την πίκρα του Έλληνα της Κύπρου από τη διάψευση των ονείρων, το γκρέμισμα της εικόνας του ελληνισμού όπως τον έπλασαν γενιές γενεών στον τόπο μας, από την καταστροφική εισβολή και κατοχή, προπάντων όμως από την αντιμετώπιση του δικού μας πόνου από τους ξένους με το δικό τους παραμορφωτικό φακό. Βρίσκει όμως η συγκίνηση κι η συγκλονιστική της αφήγηση ανταπόκριση στα νέα παιδιά στα οποία δίδασκε εκεί ελληνικά, μέσα από τα σύγχρονα λογοτεχνικά έργα.
Η συγκίνηση ξεχειλίζει κι απλώνεται σ’ όλες τις σελίδες του πρώτου αφηγήματος. Συνταρακτική γραφή, αμεσότητα επικοινωνίας με τον αναγνώστη, ελληνικά πάλλουσα καρδιά στο δίκαιο θρήνο της.

Τα υπόλοιπα αφηγήματα στο ίδιο περίπου κλίμα του πόνου για τη χαμένη Εδέμ, την σκλαβωμένη πατρίδα, ιδωμένη μέσα από τα μάτια των ξενιτεμένων λόγω της εισβολής, άλλα, μνήμες της παιδικής και φοιτητικής ζωής, με άνεση γραμμένα, ζωντανεύουν σκηνές στην Αυστραλία ή στην Ελλάδα, δίνοντας την ευκαιρία στον αναγνώστη να γνωρίσει τη συγγραφέα σε διάφορες στιγμές και πτυχές της ζωής και του χαρακτήρα της.

Στο τέλος όμως του βιβλίου μας περιμένει  μια έκπληξη: «Γραμματέας…Ελληνικού εν Αυστραλία σχολείου». Ήδη από τον τίτλο διακρίνει κανείς τη σατιρική διάθεση. Ένα κείμενο γραμμένο με περιγραφική προσώπων δεινότητα, επιφάνεια και βάθος συγχωνεμένα, σαν ένα καλλιτέχνης που παίζει τις φιγούρες με τα δάχτυλά του κι επιμένει στην προβολή του κύριου προσώπου του με ποικιλία χορευτικών κινήσεων. Ένας μοναδικός τύπος αγράμματου καταφερτζή που επιβάλλεται ως Γραμματέας του Συμβουλίου του Ελληνικού Σχολείου στην Αυστραλία. Μ’ ένα πλούτο λεξιλογικό, σκηνές σπαρταριστές, κριτική διάθεση, αποτυπώνει τον πομπώδη και υπερφίαλο άνθρωπο τόσο ζωντανά, ώστε να τον παρακολουθούμε να αποτυπώνεται στη μνήμη μας χάρη στην κινηματογραφική τέχνη της συγγραφέως. Θαυμαστή λοιπόν μια άλλη πτυχή της συγγραφικής  τέχνης της Μαρίας Περατικού- Κοκαράκη, η σατιρική, παιγνιώδης, σπαρταριστή απογραφή προσώπων και γεγονότων.

Ένα βιβλίο που μας ανοίγει κόσμους δικούς μας, στην Ελλάδα και στην Αυστραλία, γραμμένο με πολλή αγάπη για τον τόπο μας, τους ανθρώπους του και τον πολιτισμό του.


Στέλιος Παπαντωνίου

Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

Ο πετεινός

Ο πετεινός

Στέλιος Παπαντωνίου

Μια χρονιά, όταν ήμουν διευθυντής στο Παγκύπριο, αφιέρωσα το περιοδικό του σχολείου σε όσους έδωσαν εργασία τους, ποίημα, διήγημα, οτιδήποτε για δημοσίευση και δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να το δουν δημοσιευμένο. Κι η αρχή βέβαια ήταν μια δική μου πρώτη εμπειρία, ήμουν τρίτη γυμνασίου, στο κεντρικό- γιατί οι αϊκασσιανίτες με τους καϊμακλιώτες παλλουριωτίτες ήμασταν των παραρτημάτων- γράφω ένα ποίημα, ο Μακάριος ήταν τότε στις δόξες του, αρχηγός του αγώνα του πολιτικού, αρχιερέας με μεγάλη δόξα και πρότυπο, ουδέποτε κουραζόταν στην εκκλησία, ουδέποτε έκαμνε σφάλμα, τα πάντα εκτελούνταν στην εντέλεια με αρχιερατική μεγαλοπρέπεια, στον ενθουσιασμό των ημερών έγραψα λοιπόν ένα ποίημα θυμάμαι για το ράσο του πως έλεγα να το κάμουμε παντιέρα, κάτι τέτοια, καιρός του αγώνα ήτανε, ό τι γράφαμε για την ένωση μιλούσε, το δίνω στον Παναγιώτη τον Περσιάνη, στο τέλος της διδακτικής ώρας, κατά το διάλειμμα τον βλέπω στα σκαλιά κοντά στον καθηγητικό σύλλογο, η τάξη μας ήταν στο διάδρομο προς τη βιβλιοθήκη, ο μακαρίτης ο Σπανός την έλεγε ο πούμπουρας, έτσι στενόμακρη κλεισούρα ήταν, με βλέπει, με φωνάζει, το ποίημα να το φτιάξεις, μου λέει, δεν έχει ομοιοκαταληξία, και βέβαια δεν ήταν τούτο δικαιολογία, και τότε που το έδωσα, άτεχνο ήταν, πρωτόλειο λεγόμενο, και δεν ήταν του χαρακτήρα μου να γράφω για πρόσωπα και να εκθειάζω, δε βαριέσαι, μωρά, έκτοτε έγραφα και τα ‘βαζα στην κάσα, γέμισαν κάσες, δεν δημοσίευα, κι έγινε εξήντα εβδομήντα να το ξεθαρρέψω, να δώσω γραφή μου στον κόσμο.

Ένα ζωγράφος, λέει, ειδικεύτηκε στους πετεινούς, σε πέντε λεπτά είχες έτοιμο τον πίνακα, περνά ένας πελάτης, φτιάξε μου ένα πετεινό, σε πέντε λεπτά τον δίνει έτοιμο υπέροχο πολύχρωμο, να κράξει του έλειπε, και πόσο  στοιχίζει, πέντε χιλιάδες λίρες, λέει ο καλλιτέχνης, μα για πέντε λεπτά που δούλεψες; Τα πενήντα χρόνια εξάσκησης ποιος τα πληρώνει;


Ευτυχώς εγώ νιώθω πως δωρεάν έλαβον και δωρεάν δίδω. Και δεν ξεχνώ τη μάνα μου: δίνε παιδί μου να πλουτίσεις, μου έλεγε, Θεός σχωρέσ’ την.  

Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

Η προγυμνασιακή

Η προγυμνασιακή
Στέλιος Παπαντωνίου
Ίσως ο πατέρας να φοβόταν πως δε θα περνούσα τις εισαγωγικές εξετάσεις του Παγκυπρίου, ίσως να νόμιζε πως άλλο να είσαι της προγυμνασιακής κι άλλο της έκτης δημοτικού, τ’ αποφάσισε να με γράψει στο Παγκύπριο πριν την ώρα μου, τότε εφευρέθη μια καινούρια πράτικα, προγυμνασιακή την έλεγαν, δάσκαλοι ο μακαρίτης ο Κοσμάς Αλέξανδρος, μια Γραμματική που είχε γράψει με τις δασυνόμενες λέξεις σε στίχους πολύ μας βοήθησε, μα οι δασείες βαρέθηκαν κι έφυγαν, όπως κι οι ψιλές, άλλος ο Χατζηχαραλάμπους, ο Μάικλ λεγόμενος, παλιοί δάσκαλοι με όνομα, τραβούσαν κόσμο, πριν αρχίσει ο αγώνας κάνα χρόνο, θερμοκρασία 19 βαθμοί κελσίου, ένα μεγάλο θερμόμετρο της Μπάγιερ εκεί στα ταμεία που πληρώναμε δίδακτρα με τον ακούραστο Χριστοφίδη, η μεγάλη αίθουσα λαμπρά, η μόνη με καλοριφέρ για τις γιορτάρες μέρες και τις επισκέψεις των διαφόρων μεγάλων που περνούσαν από το σχολείο, να κάμουμε λοιπόν χριστουγεννιάτικη τμηματική γιορτή, το απολυτίκιο και το κοντάκιο της μέρας, όλη η τάξη έψαλλε, κι ύστερα καμιά άγια νύχτα, απαγγελίες, να ΄μουν του στάβλου ένα άχυρο, τέτοια ωραία, απλών στην καρδιά ανθρώπων που δεν είχαν την ποίηση για να αναδειχτούν αλλά για να πουν ταπεινά τα δικά τους, τους ξεχάσαμε κι αυτούς με τα μοδέρνα μας.
Ήταν κι ένας τεράστιος κορμός πεύκου εκεί στο θερμόμετρο, μπιχλιπίδια της εποχής, χάρτινα στολίδια, ας είναι καλά το φαρμακευτικό βαμβάκι, έλυνε το πρόβλημα, χιόνι είχαμε δει πριν πεντε έξι χρόνια στη Χώρα, σαρανταεννιά πενήντα,  μας έφτανε, κι ύστερα από τον τμηματικό εορτασμό, ο μεγάλος κι επίσημος στην αυλή, εκεί στην πτέρυγα που σώριασαν για να κτίσουν εκείνο τον κούλα, συγκέντρωση με αρχηγό το γυμνασιάρχη Κωνσταντίνο Σπυριδάκη, κι όλη η ακολουθία, μακαριστοί οι περισσότεροι, αλησμόνητες μορφές δασκάλων μας, με πρωταγωνιστή βέβαια τον μουσικό, ως επί το πλείστον στις γιορτές ο Μικελλίδης, ο Κασινόπουλος περίμενε άλλη γιορτή. Κι όλο το σχολείο προσοχή, πρώτα να ψάλλουμε το Σε υμνούμεν σε ευλογούμεν, κι ύστερα ο γυμνασιάρχης να μας πει λίγα λόγια, ως επί το πλείστον συμβουλές, είχε μεγάλο όνομα το σχολείο, καλύτερα να βγει το μάτι σου, που λέει, παρά το όνομά σου, άρχιζε ύστερα ο εντεταλμένος να μας τα πει, διερωτώμαι ποιος θυμάται ομιλία όποια και να’ ναι εκτός από καμιά παράξενη, αύριον αύριον το πάσχα κάτι τέτοιο μόνο μου έμεινε από άλλη γιορτή, του Ελύτη στίχοι πρωτάκουστοι τότε, και του’ μεινε του καθηγητή «ο αύριον».
Χρόνο είχαμε κάμποσο στη διάθεσή μας, ποδήλατα είχαμε, βόλτες στην εντός των τειχών Λευκωσία, στη Λήδρας και Ονασαγόρου, μεγάλα εμπορικά καταστήματα, κίνηση, αϊβασίληδες με το πιδκιαύλι, κάστανα στο αμαξάκι, πολύ λιτά κι απλά, οι χαρές των γιορτών, να γεμίζει το μάτι και το αφτί, κόσμο, κουβέντες, τραγούδια. Τότες είναι που ζήτησα σαν με ρώτησε η θεία Μαρούλα τι θέλω, την Ανθολογία Ποίησης του Αποστολίδη, την είχα δει στου Κασουλίδη το βιβλιοπωλείο, Κύκκου οδός αν δεν απατώμαι, πιο κάτω ο Τσαούσης ένα εκατομμύριο είδη και πάντα στον μαυροπίνακα έξω από το κατάστημα «αγγουρόσπορο». Στην προθήκη την είχε, ο μόνος σχεδόν βιβλιοπώλης τότε, μου την δώρισε η θεία, κι άρχισα να διαβάζω ποίηση και ποιητές, να μαθαίνω τη γλώσσα τους, να ακούω τη φωνή τους και να διακρίνω. Το κατά δύναμιν.

Η στολή στολή, το πηλίκιο πηλίκιο, απαγορευμένοι δρόμοι κοντά στα λουτρά της Εμερκές, οι παιδονόμοι έπαιζαν άσχημα παιχνίδια, σου εμφανίζονταν εκεί που δεν τους περίμενες κι άντε να αποδείξεις πως δεν είσαι ελέφας. Ένας κόσμος που χάθηκε, μα είναι μέσα μας κρυμμένος, όσοι τον ζήσαμε. Ας τον να εμφανίζεται μέσα μέσα. Καλό κάνει, κακό δεν κάνει.