Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ, Ο ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑς

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ, Ο ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑΣ
Ο κύριος Γιάννης, σεβάσμιος κύριος, μέγας συγγραφέας από τους σπάνιους, θεόπνευστος που λένε, όχι μασκαραλίκια που κάνουν μερικοί που δεν ξέρουν ν’ ακούσουν τη φωνή τους, μια μέρα με συνάντησε στο δρόμο, εκεί κοντά στο Παγκύπριο, με πας ως το φωτογραφείο του Ηρακλείδη, λέει, να βγάλω φωτογραφίες για ταυτότητα; Και βέβαια, μεγάλη μου τιμή, μου’ δωσε κι ένα αντίγραφο να το’ χω στο τηλέφωνό μου βιτρίνα, να τον θυμούμαι και να εμπνέομαι. Στηλωμένο τ’ αφτί το αριστερό, νομίζεις πως βλέπει αυτά που ακούει, αστραπές και βροντές και σεισμούς, συνταράζεσαι να διαβάσεις κείμενά του, πλημμυρισμένα από αγάπη κι οράματα, εκείνα τα καταπληκτικά, και λίγη είναι η λέξη, ελάχιστη.
Λίγες μέρες πριν συλλάβουν το Χρίστο μας, είπε η αντροπαρέα να βγουν οι δώδεκα της ομάδας, να τα πιουν σ’ ένα κεντράκι, εγώ ξέρω ποιος θα με προδώσει, λέει ο Χρίστος, κι έπεσε στην αγκαλιά του ο Γιάννης, ποιος αγαπημένε μου φίλε; Σύντομα θα το δεις, μόνο πρόσεχε τις κινήσεις στο τραπέζι, την ώρα που θα βουτώ στο λάδι της χωριάτικης σαλάτας, και ποιου δεν αρέσει. Ύστερα, τα ξανάπαμε, πήρε την κυρά Παναγιώτα στο σπίτι του, το άλλο, εκείνο το ζωγραφισμένο εσωτερικά, πολύ κοντά στη γειτονιά μας.
Το σπίτι αυτό, του Πίπη το λέγαμε, ήταν μικρό μα ωραιότατο, μεγάλες τιμές χρονιάρες μέρες, όλοι οι επίσημοι από εκεί περνούσαν, τελετές και μεγάλες κηδείες εκεί γίνονταν, η γιαγιά Ελεγκού, ήταν Ιούνιος του 50, πάμε μου λέει να σου κρατώ το χέρι και να με κρατάς, να πολογιάσουμε το Μακάριο, ο δεύτερος ήταν, καθισμένος σε ένα θρονί, στη μέση εκεί του ηλιακού, ημίφως, δεξιά ένας παπάς διάβαζε, μόνος τα έλεγε μόνος τα καταλάβαινε, μπαίνουμε στη σειρά, φιλούμε το χέρι του νεκρού, ήταν η τελευταία φορά που κάθισαν αρχιεπίσκοπο να τον θάψουν, τους έπεσε, κι ο επόμενος διέταξε, εμένα εκεί ψηλά στο θρονί κι όχι εδώ στο θρονί να πέσω να σπάσω τα μούτρα μου.
Ύστερα από κανένα χρόνο πάλι, συνωστισμός πολύς μέσα στο σπίτι, ήρθε ο Κυπριανός από τα ηνωμένα έθνη, είχε πάρει τους τόμους του δημοψηφίσματος για την ένωσή μας με την Ελλάδα, απολογισμός  μηδέν, ακόμα δεν αρχίσαμε, ανασκουμπωθείτε.
Πίσω από αυτό το ωραίο σπίτι του Γιάννη του αγαπημένου, ήταν ένα σχολείο, όπως τα παλιά της χώρας, όπως το δικό μας, όπως του αγίου Αντωνίου, προπύλαια, κολόνες, μια μέρα περνούσε ο Κάνθος έξω από το δημαρχείο μαζί μ’ ένα φιλοξενούμενό του, τι κολόνες είναι αυτές δάσκαλε; Ημιονικού ρυθμού, η απάντηση. Τέλος πάντων το σχολείο ήταν παράρτημα του Παγκυπρίου, το πρωί θηλέων, το απόγεμα αρρένων, την προηγούμενη χρονιά μας έκλεισαν τα σχολεία οι εγγλέζοι, δώστου εμείς διαδηλώσεις, κι ύστερα από τη μάχη της Σεβερείου, μικροί εμείς, πρωταίοι, κουβαλούσαμε με τους κουβάδες μπουκάλια και απομεινάρια από τα κτίσματα της καινούργιας πτέρυγας στην αυλή, δίπλα στη Σεβέρειο, κι αναγκαζόμασταν ν’ ανοίξουμε κρυφά σχολειά, να ρθουν να τα μελετήσουν όσοι κάνουν δοκτοράτα για ν’ αποδείξουν το αντίθετο.
Απογευματινοί εμείς, στη δευτέρα Γυμνασίου στο Παράρτημα αγίου Ιωάννου του Παγκυπρίου, ολημερίς γυρίζαμε, το δείλι στο σχολείο, άντε να μάθεις γράμματα! Πέρασα μια μέρα ύστερα από χρόνια, είχε ήδη κτιστεί εκεί ένα πραγματικό μέγαρο, πού είναι ρε παιδιά το σχολείο; Γκαράζ του μεγάρου, χάθηκε εν μια νυκτί, δεν ξέρω αν το γράφουν καν οι ιστορίες.
Έβγαλε τις φωτογραφίες ο Γιάννης, τον έφερα στη Λευκωσία, ένα ύφος σου λέω, να βλέπει όσα  ακούει, σεισμούς και καταποντισμούς, αγγέλους και δαιμόνους, να γράφει στις εφτά εκκλησίες της Λευκωσίας και να τις μαστιγώνει για τα κακά, να οραματίζεται και να καταγράφει, ένας εξόριστος στην Πάτμο, καλή ώρα, γιατί ποιος ξέρει αν είχαμε ή δεν είχαμε τα γραφτά του, αν δεν τον εξόριζαν.
Πάτμο είπα, λάθος, Σεϋχέλλες ήταν το όνομα, εμείς στις διαδηλώσεις μέσα κι έξω από τη Φανερωμένη, σου τον αρπάζουν μια ωραία πρωία, εκεί στο αεροδρόμιο, άλλος για Χίο τράβηξε κι άλλος για Μυτιλήνη, τον μπάζουν σ’ ένα εγγλέζικο αεροπλάνο, και μάθαμε κι εμείς γεωγραφία, άκου Σεϋχέλλες.
Πριν γίνουν όμως όλα αυτά, ερχόταν κάθε πρωτοχρονιά στο σπίτι του γερόντιου, του Κασσιανού, ήταν προνόμιο, κάποτε είχαν ανάγκη μεγάλης βοήθειας εκεί, στο αρχοντικό τους, ο Κασσιανός τους βοήθησε γερά, από τούδε και στο εξής την πρωτοχρονιά στο σπίτι σου θα τη βγάζω, απεφάνθη ο ευεργετηθείς, ερχόταν λοιπόν, ανέβαινε στο θρόνο, ο πατέρας ήταν τότε επίτροπος, μια παλιά συνήθεια, μόλις άρχιζε να ψάλλει καταβασίες, ο πατέρας έπαιρνε σε ένα δίσκο ένα λαμπάδι,  του το πρόσφερε, ο αρχιεπίσκοπος είχε πάντα στην τσέπη μια λίρα, την έβγαζε τελετουργικά και την τοποθετούσε στο δίσκο, ο επίτροπος άναβε το κερί στο μανουάλι του Χρίστου μας, παλιά ωραία, ξεχασμένα αξέχαστα.
Ο Γιάννης όμως, ο φίλος, ο μεγάλος συγγραφέας, να τον διαβάζετε, όχι μόνο αξίζει τον κόπο αλλά και μαθαίνετε, έστω λίγο για το Λόγο, για το Θεό, για το φως και προπάντων για την Αγάπη.

 Στέλιος Παπαντωνίου

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΟΝ Ή ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ

ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΟΝ ή ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ
Γι’ αυτό ήρθα εδώ πάνω στο Σταυροβούνι να σε βρω, να σου τα πω, να κλίνω το γόνυ και να φιλήσω το χέρι σου, να σε ευχαριστήσω, για την προστασία πρώτα στη γειτονιά, κι ύστερα σ’ όλους εμάς, τα παιδιά σου, αφού δικά σου δεν έχεις. Το νιώθουμε πως σ’ έχουμε ασπίδα ακαταμάχητη, δεν είναι και λίγα που τραβήξαμε στη γειτονιά σου και δική μας, ας είσαι πάντα καλά. Σήκω πάνω, παιδί μου, εγώ δεν είμαι συνηθισμένος από τέτοια, δεν ακούς; Παραμύθια μου βγάλανε, ο τεμπέλης, λέει, που δεν κάνει τίποτε, και καλά να σου κάμει ο άγιος Θεός, να πεθάνεις δίσεχτο, την παραπανίσια μέρα.
Τώρα να μου πεις, πώς βρέθηκες στη γειτονιά, ένας κοσμογύριστος των ερήμων, ή της ερήμου, δεν έμεινε σκήτη που να μην επισκεφτείς, μέχρι πρώτο δημοσιογράφο σε βάφτισαν, να παίρνεις –λέει- συνεντεύξεις από τους ερημίτες, και τι είναι τούτο και τι είναι εκείνο, ένα μάθημα μας έδωσες για το πώς μπορεί να μαθαίνει ο άνθρωπος, από πρώτο στόμα, που λένε.
Καλά εγώ, θυμάσαι, καλούς γονιούς είχα, με τα φροντιστήριά μου, και ελληνικά και λατινικά, γλωσσομαθής, αλλά με τραβούσαν τα μοναστήρια, και πρώτο πρώτο εκεί στην πηγή, στη Βηθλεέμ. Να πάω, λέω στο φίλο μου Γερμανό, πας κι εσύ, πώς όχι; Και βρεθήκαμε εδώ, στο μοναστήρι του αγίου Ιερωνύμου, καλός ο γούμενος, δώσε μας άδεια, του λέμε μια μέρα, να πάμε κι εμείς στην έρημο, να δούμε και να μάθουμε, κι έτσι έγινε, την ευχή μου. Όπου σκήτη και γερόντιο που ήξερε κάτι παραπάνω, που σκέφτηκε, που έζησε, που είχε πείρα, πώς το λέτε, κι εμείς εκεί, με το Γερμανό. Τι είστε εσείς οι δυο, μας ρώτησε ένας μια φορά, δυο σώματα με μια ψυχή του είπαμε, του άρεσε.
Κι επειδή τίποτε δεν πάει χαμένο σ’ αυτό τον κόσμο, όλα εγγράφονται στο σκληρό σου δίσκο, κατά που λέτε κι εσείς οι κομπιουτεράκηδες, όταν ήρθε καιρός, τα κατέγραψα, κι έμειναν εκεί, να τα διαβάζει ο κόσμος, να τα μεταφράζει, κι όταν ακόμα μου ζήτησαν να μάθουν τις πρώτες βάσεις και τις τελετουργίες και τυπικά των μοναστηριών της ερήμου, μόνο εγώ ήμουν σε θέση να τους τα γράψω. Αν είναι να θεμελιώσουν μοναχισμό, στα σωστά θεμέλια να τον στηρίξουν, στους πρώτους και γνήσιους ερημίτες, έτσι κι έγινε, τουλάχιστον στη Δύση, γιατί εκεί στην Ανατολή, ποιος να τα βάλει με το Βασίλειο, αν και ξέρεις, με το Χρυσόστομο πολύ τα βρήκαμε, με χειροτόνησε διάκο, και μ’ έστειλε τότε που τον κυνηγούσαν στον πάπα Ιννοκέντιο να του τα ψάλλω ένα χεράκι, να δώσει κι αυτός ένα σημάδι πως δεν εγκρίνει τις διώξεις του, αλλά τίποτε δεν έγινε, έμεινα στη Ρώμη.
Α ρε παππούλη, ρε παππούλη, κι εμείς έτσι σε ξέρουμε, Ρωμαίο, δεν σε συγχύζουμε με δυο κυπρίους, αν και κάποτε το σκέφτομαι, να σας φέρω όλους μαζί, να συγκατοικήσετε, να το γιορτάζουμε δυο τρεις φορές το χρόνο, όχι κάθε μπις σεκτους. Ααα καλααα! Τώρα πέτυχες διάνα! Ας είμαι και μόνος, καλά τα καταφέρνω, κι ύστερα είδες, πήγα στη Μασσαλία, έχτισα δυο σπιταρόνες, μια για μας τους άντρες, μια για την αδελφή μου, όλο λέτε να ρθειτε να τα δείτε, κι όλο με τις φωτογραφίες τη βγάζετε, καλά να είστε.
Και πώς βρέθηκα στη γειτονιά, κι όλο στο μυστικό σας το έχω, άντε να δούμε, λέω, θα τα καταφέρουμε τώρα να μάθουμε κάτι; Όχι, λέει, δεν έχω τίποτε απόλυτα ξεκαθαρισμένο να σας πω.  Ξέρεις εκεί στη γειτονιά μας, πολλοί κυκλοφορούσαν στη Μασσαλία, και παροικία σχεδόν κυπριακή είχαμε, θα είδαν το σπίτι, θα το θαύμασαν, τους άρεσα και με τις ιστορίες μου, φαίνεται, άντε καλέ, στα παραμύθια θα το ρίξουμε πάλι;
Και μ’ έφεραν, θα’ ταν φραγκοκρατία δε θα ‘ταν, ο παπα Χριστόδουλος ο θαυμαστός  με την κυρά Μαρία του, βρήκαν εκεί σε μια σπηλιά στη γειτονιά σου ένα κράνος, ένα ευαγγέλιο, αυτά λένε τα έριξαν εκεί, στη σπηλιά και στα πηγάδια οι χριστιανοί, μην τα αρπάξουν οι μωαμεθανοί τότε, με την κατάληψη της Κύπρου στα 1571, κακιά ώρα που επαναλαμβάνεται σ’ αυτό τον τόπο που’ ήταν άγιος και τον κάματε του εξαποδώ... Αν ήταν εκεί ένα πρώτο μου σπιτάκι, κι ύστερα έκτισε ο παπάς ένα δεύτερο μικράκι, εσείς ξέρετε το τρίτο, 1854 που λέει κι η επιγραφή, εκ θεμέθλων, όχι:  «εκ θεμελίων», λεν οι γραμματιζούμενοι αγράμματοι.
Α ρε παππού, όλο προβλήματα μας βάζεις. Εκείνο το κράνος, δικό σου ήταν, και πού το φορούσες κι αν δεν ήταν δικό σου, του άλλου λέει ίσως, του κυπραίου. Εσείς καλά το’ χετε, τη δουλειά του κάνει, πονοκέφαλος! Γιατί εκεί στην εκκένωση, ήταν, ιστορεί η μάνα μου, η αεράμυνα, κι ο θείος Αντρέας ήταν εκεί, είχαμε στο σπίτι ένα κράνος, ένα γκλοπ, και μια παρόμοια σχεδόν με τους ψαροντουφεκάδες μάσκα, με ένα σωλήνα πλαστικό και στο τέρμα ένα σαν κουτί του γαλάτου, πλαστικό κι αυτό, μια φυσαρμόνικα σωλήνας, και παίζαμε παιδιά, πολύτιμα κειμήλια, πού να ξέραμε, χάθηκαν, τα δικά σου τα φυλάμε.
Εκεί, μου λέει, το πρώτο μου μικρό σπιτάκι, κι ύστερα να μεγαλώνει, μεγάλωνε κι ο μαχαλάς, τι μερακλήδες άνθρωποι, κι έχτισαν το μεγάλο μου σπίτι, στη γιορτή μου να βάζω τις χρυσαφιές καδένες μου, και τη σκούφια, το κράνος μου, να χαίρονται οι φίλοι.
Τη Δευτέρα της Καθαράς, λέω εγώ,  που δίνω μια βόλτα στα σπίτια της Χώρας, βρίσκω το δικό σου το πιο όμορφο ή κάνω λάθος, σαν το πουλί που νομίζει το δικό του παιδί το πιο ωραίο! Είν ‘ αλήθεια, μου κάνει. Οι γειτόνοι μου πάντα ήταν μερακλήδες, αυτή η λέξη. ‘Ο τι πιο καλό μου το έφερναν, παράπονο δεν έχω, καλά περνώ και πέρασα, και με την αστοχιά και με το χαλάζι.
Ήταν ένα καιρό που γύρωθε στο σπίτι μου ήταν άλλα φτωχικά, να μένουν οι παπάδες κι οι καντηλανάφτες, αν έχει και κάνα έσοδο η εκκλησιά σας δεν ήταν κακό, τι λέτε;
Πού με παίρνεις, παππούλη! Εμείς την αυλή σου την είχαμε για παιχνίδι, μέσα ο Παπάκωστας να ψάλλει, έξω εμείς να παίζουμε πιριλλί και χωστό και μπάλα και βασιλέα, και σβούρες και τριάππηθκια, και καβαλλούρι και… και… τι λέω, πλούσια παιδιά που ήμαστε στον καιρό μας! Τίποτε δεν θέλαμε, όλα μόνοι μας τα φτιάναμε, ύστερα μεγαλώσαμε και τ’ αγοράζαμε από τα καταστήματα, οπισθοδρομική πρόοδος.
Κι ύστερα άρχισαν ο επιθέσεις, πρώτα στου γείτονά μας του Λουκά, κι ύστερα σε σένα, και τρέχαμε από Χαλκίδα ως την άκρη της Χώρας να ρθούμε να σε ποσπάσουμε από τον τουρκομαχαλλά, που άνοιγε το στόμα και μπούκιαζε, κι οι εγγλέζοι να ξύνουν πράσινα μολύβια!  Πού είσαι τώρα ν’ ακούσεις και να φρίξεις, εμείς φταίμε για όλα να λεν  οι αδιάντροποι, και πού ήταν η ενορία σου, η μεγαλύτερη της Χώρας; Σαν ξεκινούσαμε, με την αγιαστούρα ο Παπάκωστας στο χέρι κι εγώ με το χάλκινο του αγιασμού, δεν είχε τέρμα η ενορία, από Χάντακα ως Μεγάλου Κωνσταντίνου, όλα τα’ φαγαν, ένα μικρό καλύκι έμεινε, κι αυτό το θαύμα σου: που είσαι ακόμα εκεί, ζεις και βασιλεύεις. 
Άντε γεια. Και να προσέχεις.
Στέλιος Παπαντωνίου

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

ΜΙΧΑΛΗΣ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟΣ

ΜΙΧΑΛΗΣ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟΣ
Τρία τέσσερα αδέλφια ήταν ή και περισσότερα, εμείς ξέραμε μόνο το Μιχάλη και το Γαβρίλη καλά καλά, αυτόν που είδε πρώτος την κοιλιά της Παναγιώτας και της είπε, Ρε Παναγιώτα, σαν να μεγάλωσε η κοιλιά σου… άντε από δω βρε. Οι άλλοι, ακουστά τους έχουμε, ήταν ένας Ραφαέλλος, με την αρχαιολογία ασχολήθηκε ερασιτεχνικά, όπου έβλεπε κάτι σαν σφίγγες ή λιοντάρια με φτερά, νόμιζε πως ήταν πρόγονοί του και καθόταν να γράφει στο διαδίχτυο για το γενεαλογικό του δέντρο. Κάποτε μάλιστα του μπήκε να πάει και στο Πανεπιστήμιο, μεγάλος πια στην ηλικία, να κάμει διατριβή για τις σφίγγες και τα φτερωτά λιοντάρια. Του ζήτησαν όμως πολλά λεφτά, ιδιωτικό πανεπιστήμιο ήταν, και τα παράτησε.
Ο Γαβρίλης, καλό παιδί, τον υιοθέτησαν εκεί στη γειτονιά, δεν το ήξερε, όταν το’ μαθε τρελάθηκε ο άνθρωπος, τον κλείσαν για καιρό στο ψυχιατρείο, όταν έβγαινε καθόμασταν μαζί του να του κρατάμε παρέα, του δίναμε κάνα φράγκο να περνά, λίγο μικρότερος ίσως. Αυτός όμως ποτέ δεν ξεχνούσε την αγάπη του στα λουλούδια, στα κρίνα ιδιαίτερα, από τον καιρό της αρχαιολογίας του Μαρινάτου, που μας έλεγε με καμάρι, και τι νομίζετε, μόνο ο Θεός σας μύρισε κρίνο, εδώ τα ευρήματα μαρτυρούν άλλα. Καλά, αρχαιολόγος μεγάλος είσαι, δε θα ρθουμε εμείς να τα βάλουμε μαζί σου, για ένα τάληρο παλεύουμε, να περάσουμε το μάθημα.
Ο Μιχάλης όμως, αυτός αν και ταχυδρομικός, στρατιωτικός φαινόταν, πάντα μ’ ένα σουγιά στην τσέπη, τον φοβόμασταν. Κάποτε στην εκκλησιά μας, γύρω στο 1888, πέρασε από το νου των επιτρόπων να ζωγραφίσουν τις κολόνες,  δυο όλες κι όλες, τη μια με τον άγιο Αντώνιο και Σάββα και με τη βάφτιση του Χριστού, την άλλη με το Μιχάλη να παίρνει την ψυχή ενός κρεβατωμένου, και κάτι γράμματα με προσπάθεια να σβηστούν, τι είχε γίνει; Ο επίτροπος που ανέλαβε να πληρώσει τον ζωγράφο, τον πλήρωσε, ο ζωγράφος νομίζοντας πως από την τσέπη του τα βγάζει ο άνθρωπος, του ‘γραψε κι ένα επίγραμμα ευχαριστήριο, με τ’ όνομά του, το βλέπουν οι άλλοι, τι ρεζιλίκια είν’ αυτά; Κι αναγκάζεται ο ζωγράφος να τα σβήσει με κάμποσα ΧΧΧ από πάνω τους, τα βλέπουμε όμως σήμερα  οι γνωρίζοντες και κάνουμε χάζι.
Ένα σεφέρι ο Μιχάλης έκανε και το νεκροθάφτη, για την ακρίβεια τον αμαξηλάτη που οδηγούσε τη νεκροφόρα με το άλογο, ένα λευκό άλογο, αν θυμάστε, με μια μαύρη νεκροφόρα, κατά μήκος της μια πλατφόρμα μετακινούμενη, για να ευκολύνονται στην είσοδο και έξοδο του φερέτρου, κι από κάτω κενό, να τοποθετεί κάμποσα στέφανα ο Μιχάλης, χειροποίητα ήταν τότε, με χάρτινα φύλλα, ένα σύρμα κυκλικό, κάμποσο αμπαζιούρ για κάλυμμα και ένα λουλούδι στη βάση, ένα σελίνι το κομμάτι, εις μνήμην.
Το θάνατο δεν τον φοβόταν, το απέδειξε σ’ όλες τις μάχες της περιοχής, ήταν εκεί στο φυλάκιο της Αντιγόνης του Καπαρτή, μαζί με το Γαβρίλη, άλλος αυτός, από κάτω καθόταν η οικογένειά του, το φυλάκιο ανώι, μια μέρα τους ρίχνουν το 74 ένα όλμο οι Τούρκοι, μου πληγώθηκε ο Μιχάλης και τον πήραν στη Λεμεσό στο νοσοκομείο, της Χώρας ήταν γεμάτο, έκαμε λίγο καιρό, τον απέλυσαν, ύστερα όμως ήρθαν τα κακά, δεν καταλαβαίναμε τότε από τέτοια.
Ο Γαβρίλης ο άλλος, της Νιόβης ο γιος, έμεινε μόνος στο φυλάκιο, έρχεται μια μέρα διαταγή, κατεβείτε να σώσετε τις εικόνες του Άι Γιώργη, γιατί σε λίγο ειδοποίησαν πως θα βάλουν φωτιά στα Δημοτικά και στην εκκλησιά, κι ο Γαβρίλης απαθανατίστηκε στις φωτογραφίες του ππι άι όου κουβαλώντας εικόνες. Ήταν εκεί κοντά κι ένας πυροσβέστης, αργότερα γνώρισα τον άνθρωπο, τα λέγαμε περιμένοντας τα εγγόνια μας να σχολάσουν από το Δημοτικό, έτσι κι έτσι, μου λέει, εκείνη τη μέρα ήμουν εκεί, και ρωτώ, πού είναι οι Τούρκοι ρε παιδιά, κι ακούω μια φωνή παραπλεύρως να μου λέει, δαμαί, μάστρε.
Του Μιχάλη του άρεσε πολύ η Οδύσσεια, εκεί που κουβαλεί τις ψυχές των μνηστήρων ο Ερμής στον Άδη, φιλομαθές παιδί, ό τι έβρισκε διάβαζε, στο αίμα τους το είχαν οικογενειακώς. Σαν δεν είχε δουλειά, καθόμασταν εκεί στο καφενείο, τα Ελευθέρια ή του Κάουρα, όπως το ήξεραν παλιά, ύστερα το πήραν ο θείος Αντρέας κι η θεία Μαρούλα, και φιλοσοφούσαμε για το θάνατο, το αγαπητό του θέμα, μια με τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα, τις τελευταίες μέρες του Σωκράτη στη φυλακή, μια με τους Στωικούς, κάτι έξυπνα που έλεγαν, αν ήταν ο θάνατος κάτι φοβερό, θα ‘ταν και για το Σωκράτη, ή το θάνατο δεν τον καταλαβαίνεις αφού είσαι ζωντανός κι όταν πεθάνεις πάλι δεν τον καταλαβαίνεις αφού είσαι πεθαμένος, κι άλλα τέτοια ωραία. Καλό βόλι, έλεγαν οι αγωνιστές και κάτι ήξεραν.
Του Μιχάλη μου όμως το βόλι δεν ήταν καθόλου καλό, γιατί τον πήραν στη Λεμεσό στο νοσοκομείο, τον έβγαλαν, καλός και δυνατός, ένα μοναδικό παλικάρι, έτρωε  έπινε δούλευε, τίποτε δεν φοβούνταν, ήρθε όμως κι ο καρκίνος του πνεύμονα, με τα πακέτα την ημέρα το κάπνισμα, η γυναίκα του του έβαλε και στο σεντούκι, να ‘χει να καπνίζει, ο καρκίνος τον χτυπά και στον εγκέφαλο, κι όταν άρχισαν τις αχτίνες, τι μας λεν οι γιατροί; Μα το κεφάλι του Μιχάλη σας είναι γεμάτο απομεινάρια όλμου.
Δεν πέθανε ήρωας πολέμου. Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή του.

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

τι έκανες στον πόλεμο μπαμπά;

Τι έκανες στον πόλεμο μπαμπά;
Στέλιος Παπαντωνίου
Δίκαιο το ερώτημα, γιατί η κόρη μου τότε, τριών τεσσάρων μηνών, εδώ δεν είχαμε συνηθίσει ακόμα την ύπαρξή της, πού να ξέρει τι γίνηκε, ακόμα κι η μάνα της λίγα θα ξέρει, αφού δεν ήταν μαζί μου, στη Μόρφου αυτοί, στη Λευκωσία στα έμπεδα εγώ. Καινούργιες λέξεις της εποχής, μαθαίναμε, καταλαβαίναμε ό τι ήταν να καταλάβει κανείς.
Κατά που μου’ πε η μάνα μου εκ των υστέρων, στις 18 Ιουλίου πέρασαν από το σπίτι στη Λευκωσία αστυνομικοί και άφησαν εντολή να παρουσιαστώ, δεν ξέρω ακριβώς πού, σε στρατόπεδο ή σε αστυνομικό σταθμό, την εντολή γραπτή δεν την είδα.
Στις 20 όμως κληθήκαμε από ραδιοφώνου, ένα μισητό ραδιόφωνο από το πραξικόπημα και εξής, να παρουσιαστούμε στο έμπεδο, και τι ήταν αυτό, οι ελιές  κοντά στα Γυμνάσια Κύκκου. Ξεκίνησα με το λεωφορείο από Μόρφου, πρώτη φορά περνούσαμε από χωματόδρομο, από Κοκκινοτριμιθιά Λευκωσία, εκείνο το δρόμο που αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως μοναδικός για τη διαδρομή. Τότε ήταν άβατος σχεδόν, αγροτικός δρόμος, τα λεωφορεία φοβόντουσαν να περάσουν από τον κύριο δρόμο μη συναντήσουν τουρκικά στρατεύματα, ήταν στο δρόμο μας η Ελδυκ και το αεροδρόμιο, ας τ΄αποφύγουμε.
Μεσημέριασε σχεδόν, βρεθήκαμε φίλοι και παρέες, τα πηγαδάκια ως συνήθως, κανένας δεν φαινόταν ένστολος, κάποιος όμως από τους παριστάμενους, εξ ιδίας πρωτοβουλίας που λένε, να καταγραφτούμε ρε παιδιά, σωστά. Χαρτί δεν είχαμε, ήταν όμως εκεί ένα τσουβάλι τσιμέντο, κόβει ο πρωτοβουλίας ένα κομμάτι χαρτί από το τσουβάλι, μια πέννα ρε παιδιά, άντε και πέννα, κι άρχισε να καταγράφει, ούτε για κωλόχαρτο δεν έκανε.
Βραδιάζει, έρχεται ένα αυτοκίνητο αγνώστων στοιχείων, στον άγιο Βασίλη Σκυλλούρα μεριά θέλουν βοήθεια, ετοιμαστείτε παιδιά. Συγκεντρωθήκαμε καμιά δεκαριά από τους ντροπιάρηδες  μη μείνουμε πίσω στο κάλεσμα της πατρίδας, και πού είναι τα όπλα συνάδελφε; Έρχεται ο μακαριστός φίλος μου Ανδρέας Μητροφάνους, με ένα μαρτίνι του 40 χωρίς κλείστρο κρεμασμένο από ώμου, αυτό μου’ δωσαν, μου λέει. Κι εμείς μ’ ένα όπλο θα πάμε ν’ αντιμετωπίσουμε τους Τούρκους και χωρίς κλείστρο; Θα το κρατά ένας, η απάντηση, κι όταν πέφτει θα το παίρνει ο άλλος.
Καλά πατριώτες, όχι όμως και ηλίθιοι.
Πάει κι αυτό. Που συνεχίστηκε για καιρό, ο χρόνος περνά αμέτρητος, μια μέρα στο βάθος, πολύ κοντά μας όμως, ο καπνός από το φλεγόμενο αεροπλάνο, ύστερα μάθαμε, στην αρχή το γιορτάζαμε, με ένα απλό όπλο ο φαντάρος έριξε κάτω ολόκληρο τούρκικο αεροπλάνο, δεν ήταν αλήθεια, ως προχτές ακόμα που ξεθάβαμε τα παιδιά, την αλήθεια δεν την είχαμε μάθει ολόκληρη, στο τέλος το πήραμε απόφαση πως δεν θα την μάθουμε ποτέ.
Άλλη μέρα, να παρουσιαστείτε στο στρατόπεδο της οδού Προδρόμου, μάλιστα, το βράδυ να αναλάβεις σκοπιά, χωρίς όπλο, μάλιστα, και μπαίνω στην σκοπιά της εισόδου, από τούβλα, θυμήθηκα στη γειτονιά μου το 64 που οι σφαίρες διατρυπούσαν τα τούβλα και σκότωναν τα παιδιά μας, βγήκα έξω, είμαι τουλάχιστον πιο ασφαλισμένος.
 Άλλη μέρα να παρουσιαστείτε στο στρατόπεδο στην Αθαλάσσα, μάλιστα, περνά από πάνω μας ένα αεροπλάνο, κι ακούμε πρόσταγμα από μεγαφώνου: Ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
Βγάνει διάτα ο Κρούταγος, από ραδιοφώνου ακούμε την απόφαση του λεγόμενου υπουργικού, να απολυθούν οι ηλικίες τάδε, να παρουσιαστούν με τα ατομικά βιβλιάρια, μάλιστα, και τι αναγράφεται παρακαλώ; Ο τάδε παρουσιάστηκε σήμερον στο στρατόπεδο και απολύθηκε. Δεν θυμάμαι αν γράφει και αυθημερόν.

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ
Φωτογραφίες ήταν, ζωγραφικοί πίνακες, τόσο ζωντανοί, στο τέλος καταντήσαμε να πιστεύουμε σε παραδόσεις, κι ας είναι πολύ λίγα τα χρόνια που χάσαμε την κυρα Παναγιώτα. Κι ενώ ασχολούνται άλλοι με ανθρώπους και γεγονότα προ Χριστού, εμείς ακόμα και στα πιο πρόσφατα νεφελοβατούμε.
Ήταν λοιπόν το σπίτι, ένα δίπατο, αρχοντικό, από τα παλιά. Εκεί έμενε τον τελευταίο καιρό η κυρα Παναγιώτα. Πίσω του, μια φορά κι έναν καιρό κάμαρες η μια κολλημένη στην άλλη, έμεναν φτωχές οικογένειες, άνθρωποι που έρχονταν από χωριά να δουλέψουν στη Χώρα, από το Μιτσερό οι περισσότεροι, τότε θα σταμάτησαν κι οι δουλειές στο μεταλλείο,  κι ύστερα, με το 63 που άρχισαν οι φασαρίες με τους Τούρκους, εκεί πίσω ήταν τα φυλάκια του Μαρτά και της Αρτεμούλας λεγόμενα, τώρα δεν έμειναν παρά ρημάδια, ούτε γάτα δεν περνά από κει.
Όταν χάσαμε την κυρα Παναγιώτα, έσπευσε πρώτο το δημαρχείο, είχαν πάρει από την Ευρώπη αρκετά χρήματα για ένα μάστερ πλαν, έτσι το ΄λεγαν, να  αναπαλαιώσουν τα σπίτια ή να τ’ αγοράσουν για την ακρίβεια, κι ύστερα να τα φτιάξουν κατά πως ήθελαν. Μπαινόβγαιναν στο σπίτι της, α τι ωραίο, τι περιποιημένο και τι καλή νοικοκυρά που είσαι κυρά Παναγιώτα μας, την παίνευαν οι αρχιτέκτονες, αποτύπωναν όμως στο κρυφό κατόψεις και προσόψεις, και μια μέρα το σπίτι το κάνει κατάσχεση η υπηρεσία. Σας δίνουμε τόσα και τόσα, λεν στους κληρονόμους. Άστε τα κει, ευχαριστούμε, δεν τα θέλουμε. Ποιος τα βάζει τώρα και παλιά με τις εξουσίες και να μη σπάσει τα μούτρα του! Το σπίτι τέλος πάντων άλλαξε χέρια κι έγινε μεγάλη προσπάθεια να ξαναρθεί στους κληρονόμους, χαρτιά και πούλια και παραπούλια.
Όταν μπήκε ο τελευταίος συγγενής, βρήκε σε μια μικρή κάμαρα στο ανώι, ήταν ένα πουρώ, μέσα τρεις μεγάλες εικόνες, φωτογραφίες ήταν ζωγραφιές, δεν το κατορθώσαμε να ξεδιαλύνουμε, τόσο φυσικά ήταν κι ωραία βαλμένα όλα.
Η μια, οι αρχιτέκτονες που μπαινόβγαιναν κι έκαναν στα μυστικά την αποτύπωση, άντε λέμε κάτι θα ξέρουν, τους  τη δείχνουμε, η Παναγιώτα με τον Χρίστο μικρούλη στην αγκαλιά, και γύρω της σε τετράγωνα μικρά, σκηνές από τη ζωή του πολέμου, εκεί στο τείχος, και άλλες στην Κερύνεια, εκεί που έπεσαν στις ακταιωρούς οι ηρωικοί μαχητές μας. Πήραν ύφος οι αρχιτέκτονες, ούτε αρχαιολόγοι να ήταν, μα αυτή είναι εικόνα του 13 αιώνα μας λένε, κι έπρεπε ήδη να είναι στο μουσείο. Ρε γιε μου ρε καλέ μου, η κυρα Παναγιώτα προχτές ακόμα πέθανε, τι μας λέτε; Αν είναι φωτογραφία, να είναι του Βαβλίτη, του Γεάδη, του Γιάγκου, του Μίκη, που φωτογράφιζαν τον καιρό μας όλο τον κόσμο. Αν είναι ζωγραφιά, άιντε του Διαμαντή ή του Κάνθου, δασκάλων σεβαστών μας στο σχολείο, το πολύ του νεότερου Οικονόμου, μάλλον όχι του Λαδόμματου ούτε του Φοινικαρίδη, αυτοί ήταν σχεδόν συμμαθητές μας.
Τραβούν οι κύριοι στην υπηρεσία των μουσείων, έρχονται στη γειτονιά να παραλάβουν τις εικόνες της κυρα Παναγιώτας, χτυπούν οι καμπάνες, συγκεντρώνονται οι γειτόνισσες πρώτες, γιατί οι άντρες ήταν στη δουλειά, στέκονται μπροστά στην πόρτα του σπιτιού, αν τολμάτε αγγίξετε, σας φάγαμε. Ήταν κι ένας ιερωμένος εκεί, του μουσείου κι αυτός, και τι να τις κάνετε εσείς, να κουτουλλάτε τα κέρατά σας στις φωτογραφίες; τους λέει. Αυτό δεν του το συγχώρεσαν.
Και να πεις πως ήταν καμιά φωτογραφία από κείνες που της ζωγράφισε ο Λουκάς, τότε που ήταν ο Χρίστος μικρούλης, και μ’ αυτές χάνει κανείς τον μπούσουλα. Ο Λουκάς δεν ήταν ακριβώς της γειτονιάς, ένας όμως πολύ καλός γείτονας, γιατρός, και ζωγράφος. Πέρασε μια μέρα και την είδε στις ομορφιές της την κυρα Παναγιώτα, έτρεξε, έφερε καβαλέτο, σταθείτε σας παρακαλώ, της λέει, και τη ζωγράφισε. Την εικόνα την πήρε μαζί του, τώρα πώς πολλαπλασιάστηκε δεν ξέρω, αλλά έχουν να πουν για εφτά εικόνες του Λουκά του γείτονα, γιατρού και ζωγράφου και θαυμαστού πεζογράφου, δεν τον διδάσκονται στα σχολεία. Κακώς. Τα πεζογραφήματά του τα διαβάζει κανείς σε ορισμένες περιόδους, όπως καλή ώρα τον παππού μας τον κυρ Αλέξανδρο, είναι δυνατόν να περάσουν χριστούγεννα και πάσχα και να μην τον διαβάσεις; Έτσι και με το Λουκά, επειδή όταν απαγχόνισαν τον Χρίστο, αυτός κρατούσε τα πρακτικά της ομάδας, τα εξέδωσε, κι όταν περάσει από τη γειτονιά ο Αναστάσης κι αρχίσει τα τραγούδια και τα έθιμά του, τότε είναι και η καλύτερη περίοδος να διαβάσεις τα πρακτικά της ομάδας.
Του Λουκά το σπίτι, του γείτονα, του το ΄καψαν οι Τούρκοι το 1958. Ήταν ο πρώτος παθός, τέτοια θηριωδία, κι οι φίλοι του, όλοι όσοι τους γιάτρεψε έκαμαν το δικό τους σύλλογο, Λουκατίτες ονομαζόμενοι, κάτι σαν τους Βένετους και τους Πράσινους του Βυζαντίου, αλλά κι αυτοί με τον καιρό αναμίχτηκαν με τις άλλες γειτονιές, βρίσκονται όμως μέσα μέσα, και μάλιστα τελευταία, που προσπάθησαν να στήσουν και μια προτομή έξω από το σπίτι του Λουκά. Οι Τούρκοι, βλέποντας πως έπρεπε να δείξουν καλό πρόσωπο κι αυτοί, τόσα και τόσα εμείς τεμένη τους στηρίξαμε και μιναρέδες τους φτιάξαμε, είπαν κι αυτοί, άντε να σας κτίσουμε και το σπίτι του Λουκά σας, και σε μας έκανε καλό, αξέχαστο το πανηγύρι έξω από το σπίτι του, κι εμείς τρώαμε σιάμισι και λοκμάδες. Οι Λουκατίτες λοιπόν, μαζί μας στο Δημοτικό, δεν ξέχασαν το γιατρό τους, κι εμείς το ζωγράφο, που ζωγράφισε την κυρα Παναγιώτα.
Τρεις λοιπόν οι φωτογραφίες που βρήκαμε στο καμαράκι στο σπίτι της κυρα Παναγιώτας μετά θάνατον, τη μια μας την έβγαλαν του δεκατουτρίτου αιώνα, και μάλιστα δόθηκαν και διαλέξεις για την τέχνη της, οι παλιοί της γειτονιάς μας έλεγαν πως ήταν πεσμένη χάμω και την τσαλαπατούσαν μπροστά σ’ ένα τούρκικο σπίτι, κάτι σαν γεφύρι την είχαν, ήταν λέει στην αγια Σοφιά της χώρας, και μια νύχτα πείστηκαν κάμποσοι δικοί μας, πήραν ένα αμάξι, πήγαν στα τούρκικα εκεί κοντά, το γέμισαν κάμποσες εικόνες και άλμπουμ, καλή ώρα όπως τώρα, που πηγαίνουν οι πρόσφυγες στα σπίτια τους και αν βρουν κανένα με καλό γάλα βυζασμένο τους δίνει και φωτογραφίες ή άλμπουμ του γάμου τους, έτσι κι εκείνη τη νύχτα, γέμισαν ένα κάρο και το’ φεραν στη γειτονιά, μη  μαγαρίζουν οι αλλόθρησκοι τις φωτογραφίες μας, ανάμεσά τους κι αυτή.
Η δεύτερη εικόνα, η λεγόμενη ποϋριστιτζιή, τη δοκίμασαν κάμποσες φορές, διώχνει το κακό, αποτρέπει σαν να ναι κάτι μαγικό κι ανεξιχνίαστο. Ωραιότατη, με την κυρά Παναγιώτα να φορεί ένα λουλουδένιο μαντώ, και τον μικρό Χρίστο να θρονιάζεται στην αγκάλη της. Πολλά λέγονται και γι’ αυτήν, μέχρι τούρκο έσωσε από θανατική ποινή, τελευταία στιγμή στο δικαστήριο.
Η τρίτη, η νεότερη, αυτή ξέρουμε πως είναι καμωμένη εκεί στου Ηρακλείδη το μαστορικό, με το όνομα του ζωγράφου ή φωτογράφου, αλλά κοίτα να δεις, μια μέρα μια γειτόνισσα, από τη Ρωσία ήλθε η γυναίκα, σοβιετικό καθεστώς εκεί, φοβόταν να παρουσιαστεί στην εκκλησιά, φοβόταν να κάμει επισκέψεις στις γειτόνισσες, αλλά στην πατρίδα της πολύ αγαπούσε όσα της έλεγε ο μέλλων άντρας της κυπραίος για τη γειτονιά και τις γειτόνισσες. Μια νύχτα λοιπόν, ήταν γενέθλια την άλλη μέρα του Χρίστου, την βλέπει την κυρα Παναγιώτα στον ύπνο της, καλή γειτόνισσα, της λέει, δε θα΄ρθεις στο σπίτι μου να ευχηθείς στο Χρίστο μου; Η γυναίκα δεν ήξερε ποια ήταν, ούτε τις γειτόνισσες δεν ήξερε, ξένη παντόξενη, την άλλη μέρα ανοίγει την πόρτα και βλέπει στο σπίτι απέναντί της την κυρα Παναγιώτα. Χριστέ και Παναγιά, της λέει, εσύ είσαι η γειτόνισσά μου, στον ύπνο μου σε είδα. Έκτοτε, όσο ζούσε η κυρα Παναγιώτα, από το σπίτι της Κυράς δεν έβγαινε η Ρωσίδα, να τη βοηθήσει στα πάντα, να δοξολογεί το Θεό που την απάλλαξε από το φόβο του καθεστώτος. Ώσπου έπεσε κι εκείνο, και λευτερώθηκαν πολλοί.
Στέλιος Παπαντωνίου   


Η ΚΥΡΑ ΠΑΝΑΓΙΏΤΑ

Η ΚΥΡΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ
Η κυρα Παναγιώτα, ή Κυρά, ή Παναγιώτα, Μαρία τη βάφτισαν, παιδί όμως, δυο τριών ετών, το ένα της χέρι και πόδι μεγάλωναν κανονικά, το άλλο έμενε ατροφικό, οι γονιοί της είχαν ακόμα ένα γιο, τον Μάριο, τους είπαν οι γειτόνοι, δεν ξέρετε πως δε γίνεται να’ χετε δυο παιδιά με το ίδιο όνομα; Κι έτσι μετονόμασαν  τη Μαρία σε Παναγιώτα, κι αυτό ήταν, πέρασε του παιδιού το κακό, άρχισε να μεγαλώνει κανονικά.
Μα οι γονιοί στο μεταξύ την αφιέρωσαν στην εκκλησιά μας, από μικρή μπαινόβγαινε να καθαρίσει, ν΄ανάψει καντήλες, παρακολουθούσε όρθρο κι εσπερινό, τότε που ο Παπάκωστας ήταν μόνος ο καημένος, ευτυχώς είχε την Παναγιώτα να του διαβάζει τον προοιμιακό και τον εξάψαλμο.
Εκεί στο Παρθεναγωγείο, μαζί με τ’ άλλα κορίτσια της γειτονιάς, στη χριστουγεννιάτικη γιορτή την έβαζαν να παριστά τη μάνα του Χριστού, την Παναγία, κοντά της ο Ιωσήφ με το μπαστούνι, οι βοσκοί και τα προβατάκια, η φάτνη, και το «Η γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός ημών», τότε που ακόμα δεν είχαν μπει τα εγγλέζικα τραγούδια, κάτι ξενικά «άγια νύχτα»  κι ακόμα το «Μαρία με τα κίτρινα». Απίστευτο κι όμως αληθινό, τι λέω. Μα δεν ήταν Μαρία η μάνα του Χριστού, λέει η μουσικός που το δίδαξε, ποιο το πρόβλημά σας; Μπορεί να μη φορούσε κίτρινα.
Τέλειωσε το δημοτικό, τα κορίτσια δεν πήγαιναν τότε και πολύ στο γυμνάσιο, ήρθαν τα δεκάξι της, κατέβηκε μια μέρα η μάνα της στο σπίτι μας, άρχισε το κλάμα, γιατί, μα γιατί; Τις σας συμβαίνει; Δεκάξι χρόνων η Παναγιώτα, και θα μας μείνει στο ράφι, κι ύστερα ποιος να την πάρει; Η δική σας η Ελισάβετ στο χωριό, στα δεκατρία δεν την χαρτώσατε, κι από το φόβο κρυβόταν κάτω από τα κρεβάτια το κορίτσι, έπαιζε ακόμα με τις κούκλες της; Αν είναι θέλημα Θεού, λέει η μάνα μου… Στείλτε λίγο το κορίτσι στο χωριό, να ξεσκάσει και κείνο κι εσείς…
Έτσι την στείλαν την Παναγιώτα στο Βουνό, στον Πενταδάχτυλο πάνω, εκεί ο παππούς κι η γιαγιά, κι η ξαδέλφη της η Ελισάβετ, μπαίνει στην αυλή, ο φούρνος εκεί και το κρεμαστό σταφύλι, ευλογημένη μου ξαδέλφη, της λέει η Ελισάβετ, κι εσένα σε λίγο σε βλέπω στ’ αγκάστρι, όπως κι εγώ. Θεέ και Κύριε, λέει η Μαρία, μα γίνονται αυτά τα πράματα;
Ο πρώτος που το πρόσεξε  ήταν ο ταχυδρόμος ο Γαβρίλης, αδελφός του Μιχάλη και του Ραφαέλλου, κι οι τρεις ταχυδρομικοί, ρε Παναγιώτα, της λέει, μεγάλωσε η κοιλιά σου ή νομίζω; Άντε βρε από δω…
Κι έτσι μας έφερε μια μέρα η Παναγιώτα  στο σπίτι το Χρίστο μας, χαρά που είχαμε όλη η γειτονιά, νόμιζες πως οι ουρανοί αγάλλονταν, το ’βλεπες στις γλάστρες της μάνας στο στενό, στην περβόλα της θεια Καλλιόπης, με τις κιτρομηλιές και τις λεμονιές, εκεί κοντά που παίζαμε μπάλα σαν ήμαστε παιδιά, με τα χειροποίητα δίχτυα στις πόρτες, με τις αθλητικές φανέλλες μας, όλα από τις οικονομίες μας, όταν παίζαμε καραγκιόζι στο σπίτι του Κωστάκη της Μαρίας τις καλοκαιρινές νύχτες και δεχόμαστε εισφορές από τους φίλους.
Για το Χρίστο μιλήσαμε ήδη, μεγάλωσε, θέριεψε, καλό παλικάρι ήτανε, μοναδικό κι ανεπανάληπτο που λένε, μόνο που μας τον έφαγαν οι εγγλέζοι στον αγώνα.
Η κυρά Παναγιώτα παρακολουθούσε κάθε κίνησή του, θυμάται μοναδικές στιγμές της ζωής του, τότε που τον πήρε στον Παπάκωστα να τον εκκλησιάσει, κι ο παπάς έτρεμε, τον πήρε στα χέρια, τον ανύψωσε, αυτός της λέει θα υψωθεί κι εσένα την καρδιά σου θα την περάσει πύρινη ρομφαία. Η Παναγιώτα στη μεγάλη της χαρά δεν πολυκαταλάβαινε από τέτοια, ευχαριστώ, πάτερ, και στα δικά σου, του λέει. Σε λίγο καιρό χάσαμε τον Παπάκωστα μια μεγάλη βδομάδα, του υποσχέθηκαν πως θα πάει ένα σχολείο στην εκκλησιά να κοινωνήσει, ετοίμασε θεία κοινωνία για πολλούς, στο τέλος του την έσκασαν, δεν πήγαν, αναγκάστηκε να την καταλύσει, με υψηλό σάκχαρο ο ιερέας, δεν έβγαλε τη μεγάλη βδομάδα, πἐταξε.
Περισσότερο απ’ όλους τους φίλους του Χρίστου η κυρα Παναγιώτα αγαπούσε τον Γιάννη, όχι της Ελισάβετ το γιο, αυτό τον είχαν συλλάβει οι Τούρκοι μαζί με τους Κοντεμενιώτες και τον αποκεφάλισαν, μια συμπαιγνία με τους Εγγλέζους, ο Γιάννης ήταν ο φίλος, ο κολλητός που λένε σήμερα τα παιδιά μας. Καλό παιδί, μελετηρό, όταν τον κάλεσε η ώρα έγινε πραγματικός γιος της Παναγιώτας, ήταν τότε που ξημεροβραδιαζόταν στη φυλακή περιμένοντας κανένα καλό μαντάτο από τη βασίλισσα. Όταν πια αποφασίστηκε πως σωτηρία δεν είχε ο Χρίστος, κι αυτός βεβαιώθηκε για τον επικείμενο θάνατό του, της λέει, Μάνα, αυτός θα είναι πια ο γιος σου, και στο Γιάννη, αυτή θα είναι η μάνα σου, και την πήρε στο σπίτι του ο Γιάννης, πού ν’ αφήσει μόνο του ένα τόσο πονεμένο πλάσμα!
Τις ημέρες εκείνες, στο σπίτι της μπαινόβγαιναν όλες οι γειτόνισσες να την παρηγορήσουν, μα παρηγοριά δεν είχε, έψηνε καφεδάκια κι άρχιζε η καθεμιά τα μοιρολόγια, για τις καλοσύνες του Χρίστου, για την αγάπη του στην πατρίδα και την οικογένεια και τη θρησκεία, προπάντων όμως για την αγάπη του στον άνθρωπο και στα μικρά παιδιά. Κουρασμένος κάποτε από τη δουλειά με τον πατέρα του στο ξυλουργείο, ήρθαν δυο τρία παιδάκια της γειτονιάς και τον ήθελαν να τους βοηθήσει στα μαθήματα, η Παναγιώτα δεν τους άφηνε, τώρα ξεκουράζεται, τους είπε, ελάτε αργότερα, τ’ άκουσε ο Χρίστος, άφησε μάνα τα παιδιά να’ ρθουν κοντά μου, της λέει, τι να κάνει κι αυτή, υπάκουσε.
Κάποτε ο Γιάννης την έπαιρνε σε κανένα άλλο σπίτι, να συναντήσει τους υπόλοιπους φίλους, περίμεναν κι αυτοί να συλληφθούν ύστερα από την εκτέλεση του Χρίστου, ευτυχώς όμως αντί αυτού, καθόντουσαν όλοι ένα γύρο κι έλεγαν ιστορίες από τη συνάντησή τους κι από τις χάρες και τις χαρές που τους πότισε, από τα θαυμάσια που μάθαιναν μαζί του, κάποτε μάλιστα, μέχρι κι έντεκα φορές που λεν, νόμιζαν πως καθόταν κι αυτός μαζί τους και τα λέγανε. Παραστατικότατος ήταν ο Λουκάς, που πήγαινε μαζί με τον Κλεόπα πεζοπορία στο Μουτουλλά, κάπου εκεί στον Ορκόντα, κυλά το ποτάμι κάτω από τα πόδια σου, νόμιζαν πως ήταν κι ο Χρίστος μαζί τους, η μόνη φορά που τον άκουσαν να αστειεύεται, έλα κάτσε μαζί μας να φάμε στο κέντρο, του λεν, κι αυτός προσποιούνταν πως θα πήγαινε παρακάτω, έλα και νυχτώνει, πού θα πας, άντε να σας κάμω το χατήρι, λεν πως τους είπε, κι εκεί που τρώγαν κι έπιναν θυμήθηκαν τον Χρίστο κι ένιωσαν την καρδιά τους πυρωμένη. Τα ‘λεγαν ύστερα στην Παναγιώτα και στους λοιπούς κι όλοι περίμεναν πότε θα τον ξαναδούν. Αν είναι δυνατόν!
Στο μεταξύ οι κολλητοί ξεκίνησαν τη δουλειά τους, άλλος πήγε για ψάρεμα άλλος για εμπορία, άλλος με τα γραμματικά κι άλλος με τη χημεία. Ψαράς ο Πέτρος, πήγε για ψάρεμα, συνήθιζε να μπαίνει στη θάλασσα γυμνός, να τον κάμουμε να φορέσει το μαγιό τουλάχιστον, λέει ένας, να του τη σκάσουμε, να ο Χρίστος, του σφυρίζουν, φέρτε γρήγορα το μαγιώ, ντροπή μου.
Αυτά της  έλεγαν, αυτά θυμόταν, τα πριν και τα μετά, ώσπου το ’νιωσε κι η ίδια πως άλλο δεν πἀει, καιρός να συναντήσει τον Χρίστο της, τηλεφώνησε στους κολλητούς του, όπου και να’ στε ελάτε, πήραν τ’αεροπλάνα, βαπόρια και τρένα, έτρεξαν να την προλάβουν ζωντανή, ένας μόνο καθυστέρησε, κι όταν ήρθε και του άνοιξαν τον τάφο να την δει, δεν την βρήκαν, ανεξήγητα πράματα, ο άνθρωπος δεν ξέρει, ο Θεός ξέρει. Για την αγάπη της όμως περισσότερα μπορούν να ομολογήσουν οι άνθρωποι.

Στέλιος Παπαντωνίου

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Στέλιος Παπαντωνίου
Λέει κι ο φίλος μου ο Παύλος, αν δεν πιστεύεις στον Αναστάση- ο πρώτος που ‘φερε στη Λευκωσία τα τσιπς, είχε κάμει ένα σεφέρι στην Αμερική, εκεί έμαθε τη δουλειά, με το τρίτροχο και την κασόνα, να τριγυρνά στις γειτονιές μ’ ένα κασκέτο λευκό στο κεφάλι, κι εμείς τότε πιτσιρίκια να ευφραινόμαστε, τότε που δεν φοβόμαστε από αλάτι και πατάτες, μπουκιά και συχώριο. Αν δεν πιστεύεις τον Αναστάση, λοιπόν, τίποτε δεν κατάλαβες από τη δύναμη του Χρίστου, που δεν τον ξέρουν μόνο στη γειτονιά μου, πασίγνωστος είναι. ‘Ένας γλυκύτατος άνθρωπος, όλους μας προστατεύει, κάτω από τη σκιά του ζούμε, θεό μας τον έχουμε. Άλλοι σπεύδουμε στα γενέθλιά του να τα γιορτάσουμε με όλη τη χαρά μας, άλλοι στις σκοτεινές  του μέρες, αλλά είπαμε, να ΄ν καλά ο Αναστάσης, που μας φαιδρύνει με τα τραγούδια και τα έθιμα του χωριού του.
Την αγάπη του ο Χρίστος τη φανερώνει σε όλους ανεξαίρετα, φτάνει κι αυτοί οι ευλογημένοι να την ζητήσουν, αν δεν πας στο βουνό δεν είναι Μωάμεθ, ας μην τους συγκρίνουμε.
Του Χρίστου η μάνα, η Παναγιώτα, σεμνή κόρη, από την εκκλησιά δεν έβγαινε, ολημερίς ολονυχτίς γονατιστή προσεύχονταν, της έστειλε ο Θεός ένα παιδάκι, εκείνες τις ημέρες οι Εγγλέζοι μας έβγαζαν ταυτότητες, αν θυμάστε κάτι απλά λευκά χαρτιά, με τα δαχτυλικά μας αποτυπώματα και τη φωτογραφία μας. Αχ εκείνοι οι  φωτογράφοι του παλιού καιρού, με το τριπόδι και την κάσα και τη μαύρη μαντίλα, έξω από το Δημοτικό σχολείο ή στην αυλή του να φωτογραφίζουν τον κόσμο. Μέσα κάτι δάσκαλοι που ήξεραν γραφή και να μας εγγράφουν εις το γραμματείον. Φοβούνταν οι Εγγλέζοι την αναστάτωση, έπρεπε να ελέγχουν τα πάντα, νόμιζαν τότε πως ήταν Ρωμαίοι κοσμοκράτορες, εδώ όμως ήταν ο αγώνας της ΕΟΚΑ.
Κάπου τότε θα γεννήθηκε κι ο Χρίστος, η φτωχή Παναγιώτα δεν είχε να τον ζεστάνει, τον έβαλε κοντά στο παχνί με τα βόδια, όλοι που ζήσαν σε χωριά ξέρουν πόσο σημαντικό ήταν το βόδι, στην ίδια κάμαρα έμεναν άνθρωποι και πολύτιμα ζα. Μια φορά που πήγαμε στην Παναγιά της Πάφου, μετά το θάνατο του Μακαρίου, είδαμε στο ίδιο δωμάτιο, ένα μικρό χώρισμα, εδώ το βόδι εκεί οι άνθρωποι, στο παραπλεύρως.
Μικράκης λοιπόν ο Χρίστος βοηθούσε λίγο τον μπαμπά- η μάνα του του έκρυβε το μυστικό- ο μπαμπάς ένας ξυλουργός της περιοχής, εκεί κοντά στον παλιό Ολυμπιακό, ξυλουργεία ξυλεμπορικά ήταν γεμάτος ο τόπος, νόμιζα πως οι «ταχτάδες», όπως ονομάζονταν σε άλλες πόλεις της Ελλάδας οι περιοχές με τα ξυλάδικα, δώκαν και την ονομασία «ταχτακαλάς» στη δική μας, άλλοι λένε άλλα, για το τέμενος «ταχτ ελ καλέ», αδιάφορο.
Ο Χρίστος, κατά που λένε, από μικρός φαινότανε πως θα γινεί μεγάλος. Πήγε σχολείο.  Ὀποτε αρχίζει η σχολική χρονιά τον θυμούμαι, κάτι περικοπές από παλιά παραμύθια πολύ μοιάζουν στην παιδική του ηλικία, θάμπωνε τους δασκάλους με τη γνώση, κι άλλοι λέγαν άλλα, για τα παιχνίδια του με κάτι πουλιά, που έφτιαχναν με τον πηλό, κι αυτός τους φυσούσε να τους δώσει ζωή να πετάξουν, μην του τα σπάσουν τ’ άλλα παιδιά, δεν ήξερε να πει: «τα βρωμόπαιδα». Ωραία πράματα.
Κάποτε πήγε με τη μάνα και τον κύρη στον απόστολον Αντρέα εκδρομή, τι χαρές ήταν τότε. Ξεκινούσαμε από τα εφτά χαράματα, κάποτε με λεωφορείο, κάποτε με το αυτοκίνητο που είχε αγοράσει ο πατέρας, σταθμός στο Μπογάζι, παραθαλάσσιο, πρωινό, ατμόσφαιρα ανάλαφρη, δεξιά ο κόλπος, βαρκούλες, μια πλατεία, καθόμασταν εκεί για πρωινό καφέ, όλοι πίναμε από μικροί- στην αστοχιά η μάνα μου καβούρδιζε κουκκιά-  κι ύστερα άλλος σταθμός στους αγίους Τρεις Παίδες αν θυμάμαι- ξεχνώ επικινδύνως- ή σ’ ένα δάσος που είχε σχηματισμένη με δέντρα την Κύπρο, κι ύστερα άρχιζε τελετουργικά το μέτρημα, πρώτο καγκέλλι, δεύτερο…. Μια φορά που πήγαμε με λεωφορείο, απλώσαμε στρωματσάδα στο υπερώον. Του λεωφορείου. Άλλη αίσθηση εκεί, στην εκκλησιά, στο αγίασμα, κατεβαίναμε τρεχτοί τα σκαλοπάτια, ένας διάδρομος, συνωστισμός, αγναντεύαμε τα βράχια, την απέραντη θάλασσα, κάπου εδώ ο απόστολος Ανδρέας έκαμε το θάμα του, έσωσε το πλοιάριο, παρακάτω μια παραλία παχύαμμη, πάντα την θαυμάζαμε, από μακριά. Από τη βίαιη κατάληψη της Καρπασίας από τους Τούρκους το 74, εκεί δεν ματαπήγα. Ούτε πάω. Και δεν έχω καθόλου περίεργες αντιλήψεις.
Μια μέρα λοιπόν ο Χρίστος χάθηκε μες στην εκκλησιά, ξεκινά το λεωφορείο, είχαν φτάσει σχεδόν στο πρώτο χωριό, τον αναζητά η μάνα, ρε πού είναι το παιδί, φωνές κακό, αναγκάστηκε ο σωφέρης να επιστρέψει, τον βρίσκουν στο ψαλτήρι, τι κάνεις εδώ παιδί μου; Σφαλιάρες δεν έφαγε, πολύ τον αγαπούσαν.
Κάπου εκεί στα δεκαοχτώ του πάλι ξαναχάθηκε, διάβαζε τότε πολύ Σικελιανό, τον ενέπνευσε η παραμονή του ποιητή στη Λιβυκή έρημο σε μια σκηνή, εκεί έγραψε τον «Αλαφροΐσκιωτο». Ο Σικελιανός. Ο Χρίστος δεν έγραψε. Μόνο που μας ήρθε με μια γενειάδα, ένα απαστράπτον πρόσωπο, κοκαλιασμένο, κάτι σαν εμάς το 64 που κατεβήκαμε ξαφνικά στο σπίτι, είχαμε κάμει σε στρατόπεδο στη Χαλκίδα, μια ολόκληρη ιστορία ερήμου κι εκεί, σαράντα μέρες, αν ήταν τόσες, δεν είδαμε άλλους εκτός από τους στρατιωτικούς μας, σκεπασμένοι πηγαίναμε στα πεδία βολής, κατάκλειστα τα στρατιωτικά αυτοκίνητα που μας κουβαλούσαν, ασκήσεις μερόνυχτα, μερικοί που’ χαν κάμει στο αντάρτικο της ΕΟΚΑ σταυροκοπιούνταν οι άνθρωποι, τίποτε από όσα μας δίδασκαν δεν τηρούσαν στον αγώνα, τίποτα δεν ήξεραν, κι  όμως επέζησαν.  Θεού το θαύμα, έλεγαν. Φάγαμε εκεί γαλέτα του τέλους του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, κρέατα με την ίδια σφραγίδα, δεν παραπονιόμαστε, φτωχή χώρα η Ελλάδα, καλοσύνη της που μας σπούδαζε και μας προετοίμαζε να διαφυλάξουμε τον τόπο. Ένα βράδυ μας φορτώνουν, κατεβαίνουμε στο Μεγάλο Πεύκο, ένα πλοιάριο εκεί, παράγγελμα, στρατιώτες, σκασμός, να μας μιλήσουν, να μας πουν πού και πώς, μπαίνουμε στο πλοίο, φήμες, φέρναμε μαζί μας ελλαδίτες φαντάρους, κυπριακές ταυτότητες, και πού είναι ρε πατρίδα τα Βυζάκια, Βυζακιά πατριώτη! Κατά που κατεβαίνω στο σπίτι με τα μούσια και τα μουστάκια, αναμαλλιάρης κι αδυνατισμένος, σούρνει φωνή η μάνα μου, ύστερα όμως πολύ γρήγορα το ξεπέρασε, συνηθισμένη στη γειτονιά κι στη ζωή από τέτοια. Έτσι, με τα γένια, μας κατέβηκε λοιπόν κι ο Χρίστος, κάτι μας έλεγε για την αγάπη και την αγάπη, έλεγε να κάμει ομιλίες στα κατηχητικά, τον αφήσαμε στη δουλειά του, εμπιστοσύνη του είχαμε.
Δυο γιατρούς είχαμε στη γειτονιά, τον Σάββα Σαββίδη, ιατρός Παρισίων, έγραφε η ταμπέλα έξω από το σπίτι του, απέναντι από την εκκλησιά, και το Δημήτρη τον Πρωτοπαπά, πιο κάτω από το Παρθεναγωγείο, κοντά στο τείχος. Και δυο οδοντογιατρούς, τον Ζεμενίδη και τον Σιεφκέτ, έναν καλότατο Τούρκο. Μαζί τους κι ο Χρίστος, πρώτο χέρι στην ιατρική, δεξί τους χέρι καλύτερα. Μερικοί έλεγαν πως απαγορευόταν να ασκεί την ιατρική, ήθελαν να τον καταγγείλουν, κάποτε έβρισκε τον μπελά  του, αλλά αυτός το θεωρούσε χρέος να κάνει το καλό κι ύστερα το ‘ριχνε στο γιαλό, και μην πείτε σε κανένα τίποτε, έλεγε.
Με τον αγώνα της ΕΟΚΑ από τους πρώτους κατατάχτηκε, ορκίστηκε, στο σπίτι του, πάροδος Μεγάλου Κωνσταντίνου, γίνονταν οι πρώτες συγκεντρώσεις της ομάδας, καμιά δωδεκαριά φίλοι, πατριώτες, με αυταπάρνηση, οργάνωναν την πόλη, την επαρχία, λίγο πιο πέρα άλλοι, κουβαλούσαν στο σπίτι τα πρώτα όπλα και πυρομαχικά, η γειτονιά γειτόνευε και με τούρκικα σπίτια, ήταν όμως τα δικά τους απόμερα, όλα στο κρυφό, κάποτε όμως άρχισαν οι προδοσίες κι οι συλλήψεις. Ένας από τους δώδεκα βγήκε θεομπαίχτης, ένας προδότης, άλλα νόμιζε άλλα ονειρευόταν, πήγε στους Εγγλέζους, κάνουν ένα κέρφιου, ο προδότης με μια κουκούλα στο κεφάλι, αυτός αυτός αυτός, σύναξαν την ομάδα,  τους άλλους ύστερα από ανακρίσεις και φυλακίσεις εκεί στα κρατητήρια της Κοκκινοτριμιθιάς τους άφησαν ελεύθερους, τον Χρίστο όμως τον καταδίκασαν στον δι’ αγχόνης θάνατον, νέο παιδί. Οι δικηγόροι έκαμαν έφεση στη βασίλισσα, αυτή αρνήθηκε, το παιδί οδηγήθηκε στην αγχόνη, μόνο να επισκεφτεί κανένας τις Κεντρικές Φυλακές στη Λευκωσία και να δει και ν’ακούσει θα ραγίσει η καρδιά του, τόση ύβρις.
Τη νύχτα που θα τον απαγχόνιζαν, βρεθήκαμε στους δρόμους, έξω από τις φυλακές, εμείς να τραγουδούμε τον εθνικό ύμνο, και μέσα το ίδιο, όπως μάθαμε αργότερα, και το παλικάρι να δίνει θάρρος στους άλλους, κι ο εγγλέζος να θαυμάζει, βγήκαν στη φόρα οι εκθέσεις του, κι ο δήμιος ακόμα, χρόνια ύστερα να τον έχει κρεμασμένη πέτρα στη συνείδησή του. Συχωρεμένοι να’ ναι, δεν ήξεραν τι έκαναν!
Ήξεραν όμως δεν ήξεραν, ο Παύλος το έθεσε στις σωστές του διαστάσεις το πράγμα: Αν δεν πιστεύεις στον Αναστάση, τίποτε δεν καταλαβαίνεις από το τι πλάσμα ήταν ο Χρίστος μας!
 Που μας αναπαύει.