Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

ΕΩΘΙΝΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ

ΕΩΘΙΝΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ
Οι Ρωμαίοι προσπαθούσαν με κάθε θυσία δικών μας να επιβληθούν, και το 56 και το 57, η αγχόνη στημένη, στην αρχή δυο, Καραολής και Δημητρίου, η Ελλάδα γεμάτη οδούς με τα ονόματά τους, κι ύστερα τρεις, Ζάκος Πατάτσος και Χαρίλαος, και ύστερα πάλι τρεις, Κουτσόφτας Μαυρομμάτης και Παναγίδης, κι ήρθε η ώρα του μικρού, μαθητούδι ήταν, ένας άγγελος ποιητικής, ο Βαγορής, του Μάρτη του 57, κι οι αδελφές τους κι οι γυναίκες και τα παιδιά κι οι μανάδες κι οι γειτόνισσες, ετοίμασαν λουλούδια και μύρα κι αρώματα για τους τάφους τους, μόλις που χάραζε το φως, την ώρα εκείνη του πρωινού την πανέμορφη με τα ωραία χρώματα και την ελπίδα πως πάλι ο ήλιος ανατέλλει, ρόδινο βρέφος με τα χεράκια και τα ποδαράκια του να πεταρίζουν, κι αυτές έξω από τη μεγάλη θύρα της φυλακής, και ποιος θα μας ανοίξει, και την ήβραν ορθάνοιχτη, μέσα από ένα πέρασμα διάβηκε και σώθηκε, κατέβηκε τον ποταμό πίσω από το Προεδρικό, τα παιδάκια ήταν εκεί ακόμα επισκέπτες, αφήστε τα να ρθουν κοντά μου, κι ύστερα το πρώτο αυτοκίνητο μένει στο δρόμο από βενζίνη κι άλλο ένα αναπηρικό  τραβά για την Πάφο.
Ήταν  η Μαγδαληνή Μαρία κι η Ιωάννα κι η Μαρία Ιακώβου που κάθονταν εκεί κοντά στο τείχος, περιοχή Ορφέα, με το αεράκι του καλοκαιριού, με τις καρέκλες έξω στο πεζοδρόμιο, να περνά κόσμος και να βλέπουν, να έχουν τις μυρουδιές από τη μια της Βασιλούς με τα σουβλάκια, κι από την άλλη να’ ρχονται από τον Τσακλαγιάν τα τραγούδια τούρκικα  κι οι μυρουδιές το γιασεμί, κι έμειναν  απορημένες ποιος ν΄ άνοιξε τις πόρτες, μια τεράστια πέτρα μπροστά, στα πανηγύρια ούτε για δοκίμι δεν την φαντάζονταν, τόσο βαριά ποιος να την σηκώσει, κι έρχονται ουρανοκατέβατα δυο ναυτάκια, ολόλευκη στολή, λαμπροφορεμένοι, για παρέλαση κοσπέντε του Μάρτη πήγαιναν, τι ζητάτε, που δεν ξεχωρίζετε τους ζωντανούς από τους νεκρούς; Ντροπαλές αυτές έσκυψαν το πρόσωπο στη γη, μα δεν ακούσατε τα σχέδια της κυρα σίας, τον κισσιγκέρο, την τουρκιά με την αϊσέ της, τα σχέδιά τους από το πενήντα, βαλμένα σε τάξη και σε εφαρμογή με το νι και με το σίγμα, τα ξέρατε, γιατί ξεχνάτε, κι έτρεξαν να το πουν στην ομάδα, συγκεντρωμένοι οι έντεκα κάτω από την κληματαριά, φοβισμένοι ύστερα από το σταυρό που τράβηξαν και τον είδαν εκεί πάνω, ταράχτηκαν, δεν πίστεψαν, τι λέτε κόρες, μεγάλη ταραχή πήραμε, μη λέμε κι άσκεφτα πράματα,  μόνο το παλικάρι ο Πέτρος έτρεξε να δει κι έμεινε με το στόμα ορθάνοιχτο. Ως συνήθως, σ’ αυτές τις περιπτώσεις.
Δεν τα ‘πε έτσι ακριβώς ο Λουκάς, πήγα στο σπιτάκι του, δεν τον βρήκα, από το 58 καταστραμμένο, το ξανάφτιαξαν οι τούρκοι, να δεχτεί επισκέπτες δεν τον αφήνουν, επικοινωνούμε αλλιώς, έχει τους πιστούς του, συνεννοούμαστε, γιατρός και ζωγράφος και συγγραφέας, δεν είναι δα κι ο πρώτος! Και μου επέτρεψε να τα πω με τον τρόπο μου καρδίαν καθαράν κι όπου θέλεις πάτα.


ΕΩΘΙΝΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

ΕΩΘΙΝΟΝ ΤΡΙΤΟΝ
Στέλιου Παπαντωνίου
Ο Μάρκος χτύπησε ευγενικά την πόρτα, στο στενό καμαράκι του ο Παλαμάς, στο γραφείο, στοίβες βιβλία, χαμένος στα χαρτιά του, απέναντί του η Πολιτεία, λιγδωμένη, αναμαλλιασμένη,  δαιμονισμένη, κι αυτός θέλει να την ελευθερώσει, από πάσης μαλακίας, ήτοι αδικίας, αναξιοκρατίας, ψευτιάς, κλεψιάς, παρανομίας, παραποίησης στοιχείων, προδοσίας ενί λόγω, και φτιάχνει το γλυπτό λαμπρό.  Μαρία η Μαγδαληνή αφ ης εξεβλήθη επτά δαιμόνια. Τον είδε πρώτη έξω από το κρησφύγετο κι έφριξε αλλά το πίστεψε, γιατί το μπορούσε, καθαρίστηκε, άνοιξαν τα μάτια της, μα οι άλλοι δεν πίστευαν, οι σώφρονες, οι συνήγοροι του οχτρού, ομματογιάλια παντός είδους, κομματικά, τουρκικά, προπαγανδιστικά, καλά να πάθουμε να λεν, που τον πιστέψαμε το γιο του μαραγκού και της κυρα Παναγιώτας, ας γυρευτεί αλλού, βάλαμε μυαλό, εμείς φταίμε γιατί θέλαμε να γίνουμε Άνθρωποι να του μοιάσουμε!
Ο Μάρκος αποδίδει περιληπτικώς το περιεχόμενο, αγωνιά με τις πρώτες ερωτήσεις αν και το ξέρει, δεν τον συγχύζουν πια οι εξεταστές με αλλοπρόσαλλες διατυπώσεις, κάτι κουτσουβέλικα για ελληνικά, κι ύστερα ο Φρίξος ο Πετρίδης στην τάξη, τότε διδάσκονταν Μυθολογία και στα πανεπιστήμια, στο μύθο τα θεμέλια της αλήθειας, τρέχετε τώρα επιστήμονες να αποδείξετε τις αλήθειες τους, κι ο Δίας στο κρυφό, κατέβαινε από τα νέφαλα  με άλλη μορφή, έτσι και στην Αλκμήνη τη μάνα του Ηρακλή, παντρεμένη με τον Αμφιτρύωνα: Λείπει ο καλός σου στην εκστρατεία, όλα τα κανόνιζε ο Νάτος και η Σία (ύστερα έγινε υπουργός Παιδείας) τη λιμπίζεται ο Δίας, παραγγέλνει ομοίωμα στα καλύτερα εργαστήρια της Χώρας, παίρνει τη  μορφή του, καλώς ήρθες άντρα μου και καλέ μου, κι έρωντας είναι του Διός, Ηρακλής το εργόχειρο, αυτά τη μέρα- νύχτα την έκαμνε ο Ποντίφιξ όταν χρειαζόταν για τις βρωμοδουλειές του-  και το βράδυ έρχεται ο πραγματικός, πολύ ερωτιάρης μου βγήκες άντρα μου καλέ μου και πρωί και βράδυ! Ποιος, εγώ; Εν ετέρα μορφή που λέει.
Κι είπαν στο εκκλησάκι στο Παγκύπριο να τον ζωγραφίσουν στο θόλο και μια και δυο και εν ετέρα μορφή, ποια είναι σήμερα η μορφή του; Του καθενός μας μαύρου άσπρου κόκκινου κίτρινου, μαζί μας είναι, τη μορφή μας πήρε και παίρνει, κι εμείς εντός μας, θα τον δούμε και παρακάτω, να τον θαυμάζω με τα αστειάκια του στους περιπατούντας εις αγρόν ή προς Μουτουλλά, κάπου εκεί στον Ορκόντα στο ποταμάκι κοντά. ‘Ελα να φάμε μαζί, τον είδαν, κάηκε η καρδιά τους, τον πίστεψαν, μα οι άλλοι δεν. Οι λογικοί!!! Και τους εμφανίστηκε για δεύτερη φορά.
Μια και δυο  τώρα, δεν χάνει ποτέ την τεμπερατούρα του, τους βρίσκει συγκεντρωμένους και φοβισμένους κάτω από την κληματαριά τους έντεκα, και γιατί κύριοι μαθητάδες δεν πιστεύετε, τόσα γιοφύρια χτίσαμε μαζί, και δεν έπεσαν,  ο απιστήσας θα χαθεί, γιατί απλά δεν πιστεύει παρά στα μάτια και στα αφτιά και στο κουκούτσι το νου του, ω του μεγαλείου του νου του, θεός σχωρέσ’  τον! Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου.

Και θα μάθετε να μιλάτε ξένες γλώσσες και τη γλώσσα σας θα μάθετε να την πλάθετε και να στολίζετε με τα απλά και ωραία, ν’ ακούγεται σαν άλλη ομορφιά, κι ύστερα πόσες φορές να τα πει, είχε και καθήκοντα στον ουρανό, παίρνει το αεροπλάνο, ξεκινούσε από την Πάφο, κι αναλήφθηκε στους ουρανούς. Λέει κι ο Μάρκος.

Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

ΕΩΘΙΝΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

ΕΩΘΙΝΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
Στέλιος Παπαντωνίου
Μαρία Μαρία Σαλώμη Αντιγόνη, μάνα του Γρηγόρη μας, κάθονταν απέναντι στον τάφο εκεί στου Μαχαιρά το κρησφύγετο, δεν τις άφηνε ο Κρέοντας να θάψουν το παιδί, όχι, στις φυλακές θα σαπίσει και μετά θάνατον, ας είν’ καλά ο Ιωσήφ, το πήρε και το έθαψε, την άλλη μέρα με το χάραμα πήραν αρώματα να αλείψουν το σώμα του, ο Χάρτιγκ άτεγκτος, ο Πιλάτος ένιβε χέρια πόδια, καταΐδρωμένος, μια απαγόρευση πλανάται στον αγέρα, αλλά η Αντιγόνη τρίζει τα δόντια, χτυπά τα πόδια, δε ζητά σκλαβωμένες Σαλαμίνες, να τον θάψει θέλει με όλες τις τιμές, όπως όλες οι αδελφές, οι μανάδες, οι γυναίκες τους άντρες τους, κι η Μαρία η Μαγδαληνή με τα αρώματα.
Χτύπησαν την πόρτα του γιατρού του Σαββίδη, άνοιξε να δει τον καιρό, λίγα σύννεφα στον ουρανό αλλά αυτός προμηνούσε βροχές και αναπουμπούλες, ό, τι προαιρείσαι σε μυριστικό, σμύρνα κι αλόη, κουβάλησαν τις γλάστρες από το στενό της μάνας μου, κόψτε δυόσμο και βασιλικό, μην αφήσουμε άταφο στην εκκλησιά τον άνθρωπο, κι έρχεται γιορτή του Σταυρού, πόσο βασιλικό να μυρίσουμε να καθαρίσουν τα πλεμόνια μας;
Στη Λύση δεν θα τον πάτε, διαταγή για κέρφιου, κατάκλειστα τα σπίτια, δε βλέπεις καθημέραν αγγέλους να κάθονται στην πέτρα του τάφου, στην Πέτρα του Ρωμιού, στην Πέτρα του Λιμνίτη, στο κρησφύγετο μπροστά, εγκαταλειμμένο στα όρνεα το σώμα του Πολυνείκη, κι ο άγγελος  λευκοφορεμένος και απαστράπτων, τρέξτε να πείτε στους αδελφούς να τον συναντήσουν στο συνηθισμένο τόπο, πάντα την ίδια ώρα, κάπου εκεί στην εκκλησιά του Τρυπιώτη, μαθητούδια ήμασταν, ποιος να μας υποψιαστεί και γιατί, κι έπρεπε να ετοιμάσουμε την ταφή, τα τραγούδια, τις σημαίες πολλές και τα συνθήματα, έτσι θάβαμε τότε τους ήρωες, γεμίζαμε λεωφορεία και πηγαίναμε μαζί του ως την εκκλησιά ως το νεκροταφείο. Τι ζητάτε, δεν είναι εδώ, σηκώθηκε, τον σήκωσαν, τον πήραν, πήγε μόνος τον είδαμε, μη συγχύζετε τους ζωντανούς με τους νεκρούς, όλοι αυτοί ανήκουν και θα ανήκουν στους ζωντανούς, κι οι γυναίκες με την αντρίκια ψυχή θα τρέχουν να αλείψουν το σώμα τους με μύρα, να απλωθεί στη γη το μήνυμα πως τα πιο μυριστικά είναι της καρδιάς τα μύρα.
Κι ύστερα από αυτό το γράψιμο του Μάρκου, συγκλονίστηκαν οι γυναίκες, ξανάζησαν το θαύμα, τον είδαν τον άγγελο να κάθεται και να τους αναγγέλλει την ανάσταση της πατρίδας, αλοί του που δεν πιστεύει στην Ιστορία μας, έστω κι αν κάποτε πλακώνει ο φόβος της λογικής και των μαθηματικών, και  ουδενί ουδέν είπον, εφοβούντο γαρ.


Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Εωθινό πρώτο

ΕΩΘΙΝΟ ΠΡΩΤΟ
Ήταν μικρές εικόνες, τις είχαμε πάνω από τη μικρή αγία Τράπεζα, δεν καλόβλεπες το περιεχόμενο, αρχαίες, μαύρες κατάμαυρες μα μεγάλης αξίας, ήταν και μια που ξεχάστηκε, στις πολλές μετακινήσεις από κει από δω μη μας τις πιάσουν οι τούρκοι μαζί με τα άλλα ιερά και όσια, βρέθηκε δίπλα, στη Χρυσαλινιώτισσα, μα εσύ δεν ανήκεις σε καμιά οικογένεια της ενορίας, είπε ο παπάς που ήξερε πάππου προ πάππου τις γειτόνισσες και τους γείτονες, παιδιά σκυλιά γατιά, να πας να βρεις τους δικούς σου, και μας την έφεραν, κάμαμε βέβαια κι εμείς τα δέοντα, τους ευχαριστούμε, δεν χάνεται η εκκλησιά δεν χάνεται η γειτονιά ύστερα από τόσες επιθέσεις των οχτρών παντός είδους εμείς εκεί,  στο καμπαναριό και στην ελληνική σημαία μας, ενώ τα παιδιά στην Ευρύχου περίμεναν πάντα πρωινά πρωινά να κινήσουν για το εωθινό, για το όρος εκεί ψηλά που έπεσε ο Μάρκος Δράκος, ενθουσιασμός, λαχτάρα, ανάπνεαν τον καθαρό αέρα, να κάτσουν να τα πουν λίγα και καλά να τους μένουν, ο δάσκαλός τους ήταν ένας ήρωας, έπεσε για την πατρίδα το 57 στα Σκληνίτζια  κι είχε να τους διδάξει όχι γνώση κατανόηση αλλά την εφαρμογή των όσων θεωρητικά αποστήθιζαν για να περάσουν τις εξετάσεις, εδώ δεν μπορούσαν να δουν από το διπλανό τους,  εδώ ήταν σώμα και αίμα για τον τόπο, δεν ήταν τα σιδερά όπλα αυτοσχέδια, ήταν η άυλη ψυχή του Λευκάτη που βροντούσε κι άστραφτε τις νύχτες του χειμώνα εκεί ψηλά, φώτιζε τα σκότη, την άλλη μέρα έρχονταν στο σχολείο άλλοι άνθρωποι με μια λάμψη στα πρόσωπα.  Ύστερα κατέβαιναν για τις παρελάσεις, τον πανηγυρικό, τις δοξολογίες, εν δυο μπροστά στο διευθυντή, τον ιερέα, τον κοινοτάρχη, το δέσποτα, τους καθοδηγούσε ο Μάρκος, μαζί σας πάντα, τους έλεγε, μη φοβάστε, εγώ είμαι, έργα κι όχι λόγια, και φέρτε όσους μπορείτε στον Ιορδάνη, το καλοκαίρι θέλει τη δροσιά του εδώ θα τη βρείτε, το νερό πολύ.
Τα άκουσε ο Ματθαίος στο τελωνείο, τα έλεγαν μεταξύ τους όσοι τα έζησαν, όταν περνούσαμε κάτω από τα άγρυπνα βλέμματά τους περιμέναμε να μας φωνάξουν, για έλα εσύ, άνοιξε τη βαλίτσα και τι είναι τούτο και τι είναι κείνο, μην έχεις ηλεκτρικά είδη, στον Πειραιά ήταν άλλο πράμα, που ήξεραν και τα χαλούμια και τα κουτιά τα γάλατα, καλά τώρα κάθονται άνετοι κι εκείνοι κι εμείς,  τα έγραψε λοιπόν ο τελώνης, τα πήραν ύστερα οι αυτοκράτορες του βυζαντίου, άλλος τα εξαποστειλάρια, άλλος τα δοξαστικά, Λέων ο Σοφός, Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος, μέσα στην ησυχία του παλατιού, με την ποίηση και τη μουσική τους, εμείς ακόμα τα ψάλλουμε, εκτελούμε, αξέχαστος ο πρώτος δίσκος του Περιστέρη, μητροπολιτικός ναός Αθηνών, τι αρχοντιά, απλότητα χωρίς ακκισμούς και χαριεντισμούς, χαιρόμαστε, θαυμάζουμε, περηφανευόμαστε μαζί με το στίχο τη μουσική, μαζί με τους μοναχούς και τις καλογριές όλου του κόσμου, που τα διέσωσαν.
Τόσα και τόσα παράξενα πιστεύετε, γιατί διστάζετε; Οι δε εδίστασαν. Τι να πούμε εμείς;

Στέλιος Παπαντωνίου 

ΤΩΝ ΜΑΝΑΔΩΝ ΚΟΙΜΗΣΗ

ΤΩΝ ΜΑΝΑΔΩΝ ΚΟΙΜΗΣΗ
Στέλιος Παπαντωνίου
Τη δεκάτη πέμπτη του αυτού μηνός, κάπως έτσι μας έφυγε, εγώ ήμουν στις εξοχές μου, οι άλλοι καθένας στη δουλειά του, μου τηλεφώνησαν από το ίδρυμα, η μάνα σου στο νοσοκομείο, μόλις προλαβαίνεις. Καθόταν υπομονετική πίσω από τη μεγάλη πόρτα, τη νύχτα σαν βγαίναμε, μα σαν άκουγε τις πατημασιές μας έτρεχε στο κρεβάτι μην καταλάβουμε πως μας περίμενε όλη αγωνία, ο Θεός μαζί τους, μη μου πάθουν, τόσα κακά ο κόσμος, και χτες και σήμερα και αύριο. Εκεί Της είπαν μήνυμα άγνωστο αλλά είναι για Σένα, ετοιμάσου, σε περιμένει ο Υιός, τρεις μέρες πριν. Ήταν ένα θρουμπί, λίγο πιο πάνω ήταν γεμάτο το βουνό, το έδεσε σ΄ ένα διχάλι, άρχισε το σάρισμα, να ετοιμάσει το κρεβάτι, τα μίζαρα, δυο χιτώνες τους είχε, ήταν μαζί της δυο σριλανκέζες, τους μοίρασε. Εκείνου τον χιτώνα τον έβαλαν στην κλήρωση, ήταν άρραφος δεν μπορούσαν να τον κομματιάσουν, πήρε τηλέφωνα, έστειλε τηλεγραφήματα, ελάτε, είπε στην ομάδα, σας περιμένω, έχω μήνυμα μυστικό. Αυτός που ήταν στη Μόρφου και στην Αμμόχωστο την έπαθε, το αεροδρόμιο στη Λευκωσία είχε ήδη βομβαρδιστεί, έξοδο δεν έβλεπε με τίποτε, τα αεροπλάνα άρχισαν με το χάραμα να τρομοκρατούν τους άμαχους συνεχίζοντας τις συνομιλίες, πήρα στο χέρι το κάρικοτ με το παιδί φρεσκογεννημένο, στο «Βιολιστή στη Στέγη» φώναζε ο πατέρας: «μην ξεχάσουμε το παιδί», κι ο καπετάν Μιχάλης, η γυναίκα μου συνήθιζε το καλοκαίρι να σκεπάζει τα έπιπλα στο σαλόνι, να τα μαζεύει, τα βάζω στη θέση τους, τακτοποιώ τα πάντα, δεν είμαστε ανοικοκύρευτοι, σε τάξη. Βιβλίο δεν έπιασα κανένα, θα πρόδινα τα άλλα. Εκείνες τις μέρες ο Σεφεριάδης μου συστήθηκε για καλά, «τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια δοκίμασε να την αλλάξεις δεν μπορείς», αν δεν τα ζήσεις πού να καταλάβεις. Έτσι κι η θεία η Αλεξάντρα στο Βουνό, σάρισε την αυλή, πύρωσε το φούρνο για τα δέκα παιδιά, κι η Ξενού σταμάτησε το μοιρολόι, πέρασαν οι σαράντα του Χρυσόστομου, κι η Μοιρού στον άι Επίκτητο, μάλιστα είχε κάμει δηλώσεις και στο ΡΙΚ, διωγμένη με το Σκάρο της και το μικρό μίνι: θα επιστρέψουμε, βέβαια. Σκούπισαν, έβαλαν και στην κορίπα θρουμπί να μένει καθαρό και μυρισμένο το νερό. Την τελευταία της νύχτα ήταν μόνη η μάνα μου, χρωστούμε οι αρσενικοί χρωστούμε, σε μια στιγμή η νοσοκόμα την βλέπει να ανασηκώνει τα χέρια, αποχαιρετά, μου είπε, κι αφού δεν ήρθαν όλοι οι της ομάδας, ο Μάμας με το λιοντάρι πού να κινήσει τέτοια ώρα, μπλόκο τα αεροδρόμια, την έθαψαν στο χωριό της μοναχής Γεθσημανής. Εκεί στα γηρατειά, της άρεσε να πηγαίνει στο λιοχώρι να βλέπει τα δέντρα που λύγιζαν με τον αγέρα, την προσκυνούσαν και τους έλεγε τους καημούς της καρδιάς της, προσεύχουνταν, βλογημένα δέντρα, μαζί με την τερατσιά.
Κι εμείς στον τόπο μας, να θάβουμε τις μανάδες μας, όπως Εκείνος τέτοια μέρα, να την παίρνει στο ταξίδι το παντοτεινό, τέτοια μέρα κάθε χρόνο. Στον τόπο μας.
Αρχή φόρμας
Τέλος φόρμας


Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

ΦΩΤΟΓΡΑΦΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΔΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΔΗ
Και τι χαρά σου βγάζω τώρα, Ηρακλείδη μου, σαν να περνώ Λήδρας και βλέπω το φωτογραφείο σου, ή κοντά στο Παλουριωτίσσης, σαν να παίρνω τους δρόμους και φτάνω στο εξοχικό σου, εκεί κοντά του παππού το χωριό, Ψημολόφου, χρυσομηλιές στο δρόμο, καϊσιά, ένα ποταμάκι έξω από τα σπίτια φίλων, η θεια Κακουλλού, ο Δημήτρης, εκεί στα Πέρα του Γιώργου του συγγραφέως του κλίματος της περιοχής και της αριστεράς χειρός, κι ο αλησμόνητος ο Νίκος, ένας δάσκαλος ένας άνθρωπος, κεφαλαίο άλφα, κι ο Κώστας, κι ο Ταμάσιος κι ο Τομασίδης, θα είναι το νερό κι η ευλογία σου, ένα σεμνό περιτοίχισμα, περνούσαμε τον ποταμό, ως επί το πλείστον ξεροπόταμο, μεγάλες πέτρες γυαλιστερές στην κοίτη, ένα εξαίσιο θέαμα σαν έβρεχε, με τα πήλινα πιθάρια του τα λουλουδένια, τις πέτρινες αυλές και τους διαδρόμους, εκεί τα μαυροντυμένα κοράσια, χωνεμένα στα κελιά τους.
Κάποτε τα καλογεράκια ζωγράφιζαν, ελάτε στη γειτονιά μου να δείτε τα ονόματά τους, χειρ Νεκταρίου εποίησεν, όχι λογισμός ανθρώπου, ούτε έμπνευση, μια γλύκα να σε χαιρετούν, καλώς τα παιδιά, δεν είναι εκείνα τα μουτρωμένα κι οργισμένα γερόντια, μπαίνεις σ’ άλλα σπίτια και φοβάσαι, αυτά μοιάζουν  το δικό μου, πάντα γελαστή η μάνα μου, πάντα το ψυγείο γεμάτο, κρέμες και φρούτα για τους φίλους των τριών, τω καιρώ εκείνω, που  μπαινοβγαίναμε στα σπίτια της γειτονιάς και δεν ξέραμε ποιο είναι ποιου, πόρτες ολάνοιχτες.
Πηγαίνουμε καμιά φορά εκεί στην περιοχή, πάνω στο βουνό, κάτω στην πεδιάδα, ο Ηρακλείδης ζωντανός, εδώ το ποτάμι, εκεί ο Μνάσων, παρέκει ο Γιαννάκης ο μικρός, να κάθεται στο καφενείο και να περιμένει το λεωφορείο της γραμμής, τρέχαν ξωπίσω τα παιδιά ξυπόλητα, παντελόνι τρία κάρτα, βογγούσε το λεωφορείο το ζόριζε η ανηφόρα.
Το θαύμα, όλα γύρω ένα θαύμα, όλος ο τόπος ένα θαύμα, ο πας χρόνος, δίπλα μου εκεί, σαν τον τσολιά στον άγνωστο στρατιώτη,  κάθε σκόλη και γιορτή, κάθε Κυριακή, μου κρατά ίσον, τον προτρέπω να πει κι εκείνος το κομμάτι του, σεβαστός και γαλήνιος, με τη γενειάδα του, λίγο Σπυρίδωνας λίγο Ηρακλείδης, ο Νεκτάριος είχε τις μόλες του και εποίει.
Αυτός λοιπόν, ο Νεκτάριος Ηρακλείδης και άλλοι, ανέλαβαν  την ανάπλαση της γειτονιάς, όλα τα πολεοδομικά, τα αρχιτεκτονικά, τη διακόσμηση, τη φωτογράφηση, και μας έδωσαν αυτή τη χαρά και χάρη, καθημερινή και σκόλη, Κυριακή και γιορτή, να τους  θαυμάζουμε όσοι ξέρουμε να απολαμβάνουμε τον πρωινό καφέ μας, όσοι νιώθουμε ευτυχισμένοι και προπάντων καλότυχοι, γιατί μας έτυχε στη ζωή να γεννηθούμε στη γειτονιά μας, του γέροντα Κασσιανού, μεγάλη η χάρη του, να τον χαίρεστε κι εσείς που δεν τον ξέρετε κι έτυχε να διαβάζετε τη φυλλάδα του, Η Γειτονιά μου.

  ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ

ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ Ο ΜΙΚΡΟς Ο ΜΑΡΑΘΕΥΤΗΣ

ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ Ο ΜΑΡΑΘΕΥΤΗΣ
Κλέφτης δεν ήταν, ψεύτης δεν ήταν, ούτε και Μαραθεύτης, μια λαμπάδα το μπόι του, γαλανομάτικο, ομορφόπαιδο, ο γιος του παπά μας, έβγαινε στο σεριάνι με το μαντίλι στον ώμο, κάτι σαν πρόσκοπος ναυτοπρόσκοπος, ήταν μια μόδα της εποχής, άσπρο μαντίλι δεμένο στο λαιμό, έτσι φωτογραφήθηκε και στου Ηρακλείδη, κοντά κοντά τα σπίτια τους, ο πνευματικός του πατήρ, που λένε.
Ο παπάς σεβάσμιος και αυστηρός, με πρόγραμμα στη ζωή του,  η παπαδιά μια αγάπη να πλημμυρίζει τα καντούνια της γειτονιάς , πήγε μια μέρα ο μικρός να κόψει ένα τσαμπί σταφύλι, από κει στον Πολύστυπο, στα βουναλάκια, τον είδε ο αγροφύλακας με το γυριστό μουστάκι, κάπου είχαν και μια μεταλλική σημαδούρα του αξιώματος με ένα δερμάτινο λουρί, δεν είπε τίποτε, το πήγε στον παπά, δεν ήρθε ακόμα του Σωτήρος, πήγαιναν όλοι εκκλησιά, Κυριακή ήταν, μπαίνει στο ιερό από την πορτοπούλα, του το βάζει στην αγία τράπεζα  «τα άγια τοις αγίοις», ποιος είδε θυμωμένο τον παπά και δε φοβήθηκε, δυο μπάτσους στο θυσιαστήριο, αμάν. Τρέχει πίσω στ΄ αμπέλι ο Γιαννάκης, κολλά το τσαμπί στη θέση του, να τρελαθεί ο αγροφύλακας, το χέρι του παιδιού, πηγαίναμε εκδρομή, ρε βάρτε τα χέρια μέσα, ένας ολότρεμος φόβος των δασκάλων, περνά ένα λεωφορείο, του το’ φαγε, φωνές φασαρία, στο νοσοκομείο, στη θέση του, κι η καρδιά μας.
Σαν έγινε δεκαοχτώ, τι τρέλες όλοι εμείς, στον ανθό της νιότης, λεν, να κάμει οικογένεια το παιδί, εμείς της γύρας, ερχόμασταν τα καλοκαίρια από τις σπουδές, ξενύχτια στα σινεμά, δανεικό τσιγάρο, και πώς να τα επιστρέψουμε, θα  ‘ρθει ώρα, αυτός των κατηχητικών, δε θέλω παντρειές, στα μοναστήρια θα τη βγάλω, Ρε γιε μου ρε καλέ μου, του βρήκαν και την κοπελιά, είπαμε, λεβέντης, ναυτοπρόσκοπος, τίμιος, πάει και την βρίσκει, άκου κυρά μου, εγώ γι’ αλλού τραβώ, αν θες έλα μαζί μου. Και που τ’ ακούει ο πατέρας της , να σου τον κανονίσω εγώ, φέρτε φαρμάκι πράσινο χλωρό να τον ποτίσω, τα γαλανά ματάκια του εγώ θα του τα κλείσω, τα μαθαίναμε εμείς από τις εφημερίδες, τις κακουχίες, τα βασανιστήρια στη φυλακή, χτυπήματα στο πρόσωπο, στα μάτια, κι αυτός ολόρθος, μια Κυριάκος και μια Ευαγόρας, και σήμερα ακόμα που τα θυμόμαστε δακρύζουμε, οι ανάξιοι.
Παίρνει λοιπόν το δρόμο προς Ορκόντα, που λέγαμε, εκεί κοντά στα κέντρα πιο πάνω ακόμα, ο ποταμός, περνά ο Βαρνάβας, εδώ λέει χρειάζεται γενική εκκαθάριση, βρίσκει τον Ηρακλείδη μας, εδώ θα λουστείς και θ ‘ απολουστείς ν’ ασπρίσει το δέρμα σου, κατάμαυρο σε βρίσκω,  ωραία τοποθεσία, πάμε με τα ξαδέλφια την ετήσια εκδρομή, να σας ξεναγήσω, λέει ο δάσκαλος, εδώ ο ναός, εκεί το μουσείο, εμείς τα απέναντι βουνά, την ομορφιά της φύσης, έχουμε πολύ ταξίδι ακόμα ως τον Κύκκο, μια φορά το χρόνο που προσκυνούμε.
Εδώ θα μείνω, λέει το παπαδοπαίδι, τυφλωμένο από το φαρμάκι, κι από τα βασανιστήρια δεν μπορούσε να δει, αλλά η ψυχή ακούει και βλέπει, εδώ να μονάσει, κοντά στον Ηρακλείδη του, που σκότωσε τη λερναία ύδρα κι έφερε νερό θαυματουργό, το ακούς που κυλά, το νιώθεις στα τρίσβαθά σου, την πηγή της ζωής, τη χαρά των δέντρων και των αηδονιών. 
Λες καμιά φορά, τα καταλαβαίνουν δεν τα καταλαβαίνουν, η θεια Μοιρού, η πιο μελετηρή της οικογένειας,  πάντα διάβαζε Βίους αγίων, τα πάντα καταλάβαινε, και τα παιδιά μου μυθιστορήματα, και τα εγγόνια μου παραμύθια.
Ο μικρός Γιαννιός μεγάλωσε, το’ καμε το σπιτάκι του, κάτω το ποτάμι, γάργαρο κυλά, τον ακούμε στα παραμιλητά του τον Άρκοντα Ορκόντα, πάνω τα χωριά, σκαρφαλωμένα  να κόβουν κεράσια, πρασινεμένα όλα ένα γύρο, και τον παινεύονται, μικρός μικρός ο Γιαννάκης μας, Μαραθεύτης τώρα, κι άνοιξε ξενοδοχεία, ο καλός κύριος Παναγιώτης μας, αρχαιολογικούς θησαυρούς, βιολογικές νέες φυτείες , να αναπαυόμαστε στη χάρη του.
Το σπίτι του, προτελευταίο στη γειτονιά μου, βλέπει στο βορρά, κάπως αλλιώτικα τα θεμέλια και το περιτοίχισμα, μαυρισμένα από το χρόνο, απλά κι όχι περίτεχνα όπως των άλλων, βρήκε κι αυτός το σπιτάκι του στην γειτονιά, τίποτε δεν είναι τυχαίο, τα πάντα ερμηνεύονται, κοντά στου Ηρακλείδη το φωτογραφείο, το κρατάμε με μεγάλους γάντζους στον τοίχο, μη μας πέσει.