Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

παλαιόν άξιον

Σ. Παπαντωνίου

Έτσι μ΄ αστραπόβροντα κατέβηκε
πύρινη στήλη αστραφτερή
λεβέντικα στάθη μπροστά μας
χιλιάδες μάτια δακρυσμένα
στη σιωπή τα βλέφαρα κλειστά
να φτερακίζει γύρω
η ανασεμιά της κρύσταλλο
μια κόρη Αφροδίτη
Παναγιά Κυκκώτισσα
μια Ροδαφνού
Παρθένα Μαχαιριώτισσα
Ρήγαινα του Βουνού
«Αντρειωθείτε» λέγοντας                                                
εδώ μπροστά
μας περιμένουν να μας θάψουν
άνοιξαν λάκκους,
μπομπάρδες στον αγέρα ν΄ ακουστούν
να πέσουμε
με στρατιωτικές τιμές
δεμένα χέρια τυφλά μάτια
να μας θάψουν
ενώ τα έθνη θα χειροκροτούν
μικρά μεγάλα.

Μα εμείς
δε θέλουμε το θάνατό μας να τον συντροφεύει
ούτε ξένος ούτε δικός.

Θέλουμε να πάμε με τα πόδια τα δικά μας
στο  κοιμητήρι του χωριού μας
ν’ απλώσουμε τα χέρια
ν’ αγκαλιάσουμε το χώμα
ν’ ανοίξουμε τους τάφους των γονιών μας
να βγάλουμε τα κόκαλά τους να τα πλύνουμε
να μεταλάβουμε με το κρασί τους
κι ύστερα ν’ απλώσουμε απάνω μας το νεκροσέντονο
από ανατολή ως δύση
βορρά και νότο
να ’ρθουν ο Απόστολος Ανδρέας
με τα πόδια μόλις βγαλμένα από τη θάλασσα
ο ΄Αγιος Επίκτητος με τ’ αλάτι απ’ τις γούβες των βράχων
ο ΄Αϊς Γιώργης του Βουνού κι ο ΄Αϊ Μάμας
μιαν άκρη το σεντόνι να κρατεί ο ένας
μιαν άκρη το σεντόνι να κρατεί ο άλλος
να προσκαλέσουν
τ’ αγέρι της πορνής
τ’ άστρον του μεσανύχτου
διάφανο χρυσοστόλιστο ιστορημένο τούλι
να ’χει το χώμα κόκκινο, τον ουρανό γαλάζιο.

Τότε ας σημάνουν οι καμπάνες
να πουν πως διπλωθήκαν οι άκρες
πως μας αγκάλιασεν η γη μας όλη,
το κύμα κι ο αγέρας, τα βουνά,
και θέλουν ας ρίξουν πάνω μας χώμα
θέλουν πέτρες  θέλουν λούλουδα

εμείς πήγαμε περπατητοί στον τάφο μας

θαμμένοι στο χωριό μας.

Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

Τα συγχυστικά

Τα συγχυστικά
Στέλιος Παπαντωνίου

Πόσο μας αρέσει να ζούμε στη σύγχυση! Αν πουν λίγο να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, αμέσως ο «δημοκρατικός» λεγόμενος διάλογος αντιλέγει, το κλίμα της αντιπαράθεσης ανάμεσα στην ελληνική κοινότητα πρέπει να υπάρχει, μόνο σ’ αυτό μπορεί να διαβιοί.

Πρώτη του Οκτώβρη, να γιορτάσουμε το κράτος μας, την ίδρυση και ύπαρξή του ύστερα από τόσους γολγοθάδες. Έρχονται ελληνικά αεροπλάνα, ελληνική αντιπροσωπεία, κι αμέσως αρχίζουν τα προεκλογικά, «δεν είναι για να μας υπερασπιστούν, θα μας πουν πως είναι μακριά αν τους ζητήσουμε βοήθεια, κομματική εκμετάλλευση, ο Τσίπρας ζητά να εξαργυρώσει την αποστολή αεροπλάνων στην Κύπρο, και τόσο καιρό πού ήταν»… κι άλλα τέτοια πολλά, αποδεικτικά του ότι δεν έχουμε πια εμπιστοσύνη σε κανένα, εκεί μας οδήγησε η σχεδιασμένη πολιτική των άλλων, να απομονωθούμε από την Ελλάδα, να πλησιάσουμε την Τουρκία, να ενταχθούμε στα γρανάζια της ερντογανικής κρεατομηχανής και να χαθούμε κιμάδες στον τουρκικό κεφτέ. (ες κόρακας)

Για να ξεκαθαρίσουμε όμως. Όσες προσπάθειες κι αν έγιναν και από αυτή και από την προηγούμενη κυβέρνηση (και προηγουμένως από τους άγγλους δασκάλους) να μας πείσουν πως δεν είμαστε Έλληνες ή πως η Ελλάδα δεν δικαιούται να έχει λόγο στα κυπριακά, ματαιούνται, απλά γιατί προσπαθούν να επηρεάσουν την ίδια την ουσία μας, την ελληνικότητά μας. Μηχανεύονται ολόκληρα νεφελώματα γύρω μας, αργά γρήγορα όμως ο ουρανός καθαρίζει. Είμαστε Έλληνες. Μαζί με την Ελλάδα ζητήσαμε να ζήσουμε και πριν από το 1821, ψηφίσαμε την ένωση το 1950, αγωνιστήκαμε τον αγώνα της ΕΟΚΑ για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, δικαιωματικά, ως το 80% του πληθυσμού της χώρας. Κατραπακιές πολλές φάγαμε, κι η ελληνικότητα της πλειονότητάς μας ζει βαθιά και αναδύεται στην ώρα της. Κυπριακό κράτος, ελληνική εθνότητα. Και δυστυχώς πολλοί δεν τα διακρίνουν.

Ούτε θα ξαναγράψουμε την Ιστορία κατά τις οδηγίες άλλων, ούτε και θα γίνουμε άλλοι, να αποξενωθούμε από τον ίδιο τον εαυτό μας,  γιατί έτσι σχεδίασαν άλλα επιτελεία ή επιστημονικά εργαστήρια, που σκέφτονται δήθεν λογικά.


Ο ελληνισμός στην Κύπρο έχει πανάρχαιες ρίζες. Οπότε άδικος ο κόπος να τον ξεριζώσουν όσοι προσπαθούν. Αν δεν το κατάλαβαν ως τώρα, κομματάρχες και επιτελάρχες ξενικών συμφερόντων, ματαιοπονούν. Αν σεβαστούν το πρωταρχικό αυτό, την ελληνικότητά μας, τότε και τα σχέδιά τους θα αλλάξουν και η λογική τους θα συμβιβαστεί με την ελληνική μας πραγματικότητα.   

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Το ελάχιστο ζητούμενο

Το ελάχιστο ζητούμενο
Στέλιου Παπαντωνίου
Το ελάχιστο- φαίνεται- που ζητούμε ύστερα από πενήντα περίπου χρόνων συνομιλίες, είναι να έχουμε ένα κανονικό κράτος- η τελευταία λέξη της πολιτικής μόδας.
Κανονικό κράτος, με δημοκρατία, ελευθερίες κατοχυρωμένες, με σεβασμό στο ευρωπαϊκό κεκτημένο, ανεξάρτητες εξουσίες- νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική- με τους ανεξάρτητους αξιωματούχους όντως ανεξάρτητους, χωρίς επεμβάσεις φανερές ή μυστικές άλλων κρατών και ιδιαίτερα της Τουρκίας, της οποίας γνωρίζουμε τα σχέδια για ανακατάληψη της Κύπρου. Ο δούρειος ίππος βρίσκεται ήδη εντός των τειχών και πολιορκεί εξουσίες: τα ζήσαμε με τη νομοθετική, όταν έκλινε αυχένα και γόνυ στα προστάγματα Ακκιντζί, να νομοθετήσει προς το τουρκικό συμφέρον και ενάντια στο εθνικό, για θέμα που αφορούσε μόνο τη δική μας Ιστορία και το ενωτικό δημοψήφισμα του 1950, στο οποίο απεφάσισαν την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα δεξιοί κι αριστεροί.
Θα έχουμε ένα τέτοιο κανονικό κράτος, όπως περιγράφεται από πολλούς και θα λειτουργεί όπως λειτουργούν τα άλλα ευρωπαϊκά ελεύθερα κράτη; Ως τώρα καμιά διαβεβαίωση δεν έχουμε από την Τουρκία πως δεν θα επεμβαίνει στα εσωτερικά ή εξωτερικά μας, και μάλιστα αποκλείει την περίπτωση να μην επεμβαίνει και στρατιωτικά, όταν κατά τη γνώμη της κινδυνεύουν οι τουρκοκύπριοι. Όπως όμως πολλές φορές το ζήσαμε στο παρελθόν, το ευκολότερο για την Τουρκία είναι να προκαλέσει συνθήκες τέτοιες, με τις οποίες θα δικαιολογεί επέμβασή της. Όποτε θελήσει ευκαιρίες, θα εγείρει, αφορμές θα εφευρίσκει με χίλιους δυο τρόπους. (Η Ιστορία μας και η Ελληνική γενικότερα έχει να επιδείξει και βόμβες σε μιναρέδες και σε προξενεία – αφορμή βοήθα μου.)
Ένα κράτος, έστω ομοσπονδιακό, περιμένει κανείς πως θα αποτελείται από μέρη συνεργαζόμενα και αλληλέγγυα, με αλληλοκατανόηση, και με σκοπό το κοινό καλό. Αυτά όμως που παρατηρούμε στα Κατεχόμενα εδάφη μας είναι την προσπάθεια των Τούρκων να απομακρύνονται συνεχώς από αυτό τον στόχο- αν τον είχαν ποτέ- με τις αλλεπάλληλες ενέργειες για πλήρη τουρκοποίηση και ισλαμοποίηση εδαφών που δεν τους ανήκουν, θέλοντας να επιβάλουν διά της βίας το δίκαιο του ισχυρού και περιμένοντας από εμάς απλώς να επιβεβαιώσουμε με την υπογραφή μας τη διεθνή παρανομία.
Διείσδυση της Τουρκίας σε όλους τους τομείς της ζωής των τουρκοκυπρίων, καταστροφή κάθε χριστιανικού και ελληνικού πολιτισμικού στοιχείου στα Κατεχόμενα, αλλαγή τοπωνυμίων, εποικισμός και μπόλιασμα των τουρκοκυπρίων με ανθρώπους άσχετους με την κυπριακή κουλτούρα, βαριά η μπότα του κατακτητή πατά εκείνους που νόμισαν πως θα βρίσκαν στη γείτονα χώρα την ελευθερία.
Πώς θα συνυπάρξουν δυο κοινότητες εκ των οποίων η μικρή παραέγινε μεγάλη, μασκαρεύτηκε, αποξενώθηκε πλήρως από τον ίδιο τον εαυτό της; Της επιβάλλεται ηγέτης, κι εμείς, ζώντας στο δικό μας κόσμο, νομίζουμε πως δεν θα εξυπηρετεί την Τουρκία. Προσπάθειες για διδασκαλία στα σχολεία μας της ειρηνικής συνύπαρξης οδηγούν σε γελοία μέσα και αποτελέσματα, γιατί εκείνοι μεν συνεχώς απομακρύνονται, εμείς δε τους τρέχουμε ξοπίσω για να αποδείξουμε πως θέλουμε λύση, δικών τους πια προδιαγραφών. Τουλάχιστο ας κρατήσουμε την αξιοπρέπειά μας και την κρατική μας υπόσταση.

Αυτά έχουμε αυτά ας κρατήσουμε. 

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Κλεοπάτρας Μακρίδου, Ιχνηλασία

Κλεοπάτρας Μακρίδου, Ιχνηλασία, Λευκωσία, 2014

Η συλλογή περιλαμβάνεται στο ίδιο βιβλίο με το Μνημόσυνο, την Ωδή στον χαμένο Υπαξιωματικό Κύπρο Γ. Ιωάννου.
Περιέχει μερικά από τα πιο ωραία ποιήματα της Κλεοπάτρας Μακρίδου και σε περιεχόμενο και σε έκφραση. 

Ας δούμε μερικά πρώτα.
Εσύ και οι πληγές μου…
Ένα ποίημα με τη γένεση της πατρίδας και την παρθενική ονειροπόλησή της για ένα ευτυχές μέλλον με ιδανικά, κι όμως τα ανθρώπινα οδηγούσαν σε αντίθετα μονοπάτια. Οι προδοσίες, η κολοβή ελευθερία, τα παιχνίδια των μεγάλων και οι ευθύνες μας, οδήγησαν στον τόπο στην καταστροφή, πολιτική και οικονομική. Η ποιήτρια βιώνει ένσαρκη τις πληγές της πατρίδας, σ’ ένα ξέσπασμα ποιητικής κριτικής και σύγκρισης του ιδανικού που φέρει μέσα της ως δημιουργός και της πραγματικότητας μέσα στην οποία δυστυχεί.
Νερά της Κύπρου, της Συρίας και της Αιγύπτου, στίχοι του Καβάφη, ποίημα στη μνήμη της Νίκης Μαραγκού και στην πνευματική τους σχέση, ποίημα στοχασμού κι ευγενικής θλίψης.
Μικρή ζωή και μεγάλα όνειρα
Ένα από τα πιο ωραία ποιήματα που εκφράζουν την ίδια, όταν συλλαμβάνει την ουσία του εαυτού της: «Μια ζωή να νοσταλγείς αυτό που ποτέ δεν έζησες παρά στα όνειρά σου κι όμως αυτό ήταν όλη σου η ζωή…»
Γρηγορείτε
Η αποθέωση του κακού, η προσπάθεια παραποίησης της Ιστορίας μας, η μεταμόρφωση του προσώπου, η ισοπέδωση των πολιτισμών οδηγούν στην κραυγή «Γρηγορείτε, προτού η πληγή γίνει φαράγγι και γκρεμιστούν μέσα του τα όνειρά μας.»
Ενύπνιος φωνή
Βαθύτατο τραγούδι της ψυχής, και πάλι ένα από τα καλύτερα, συλλήψεις του ασύλληπτου και ουσιώδους που περικλείει τη ζωή της.

Στη συλλογή προβληματίζει η διάζευξη: ή ποιήματα του συγκεκριμένου τόπου, χρόνου, προσώπων ή ποιήματα προσπάθειες σύλληψης του ασύλληπτου, που εκφράζουν την ίδια την ψυχή, τη ζωή, το νόημα, όπως νεφελωδώς και ποιητικά συλλαμβάνεται και εκφράζεται.
Η απάντηση είναι δύσκολη, ποια είναι τα προτιμότερα, γιατί ενώ ο αναγνώστης χαίρεται ποιήματα αφηρημένα, όπου κελαηδεί ελεύθερο πουλί ο ποιητής και εκφράζεται, έρχονται και ποιήματα συγκεκριμένου τόπου- χρόνου- προσώπων, που οδηγούν τον αναγνώστη στην επαναβίωση κοινών με τη δημιουργό παραστάσεων, όπως το τελευταίο της συλλογής «Η άλλη όψη της Λευκωσίας» με το οποίο ταξιδεύουμε σε γνώριμους τόπους και ξαναζούμε χρόνια της ζωής μας.

Η δημιουργός συνεχίζει το έργο της ανάμεσα στην πατρίδα και την ξενιτιά της, με όλες τις σημασίες των λέξεων πατρίδα και ξενιτιά, με ιχνηλασίες εντός και εκτός.

Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

Ωδή στον Χαμένο Υπαξιωματικό Κύπρο Γ Ιωάννου

Κλεοπάτρα Μακρίδου, Μνημόσυνο, 

Ωδή στον Χαμένο Υπαξιωματικό Κύπρο Γ. Ιωάννου

‘Ένα ποίημα για ένα συγκεκριμένο νεκρό ήρωα πολεμιστή έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο, πρόσωπα, τον ήρωα, τον πατέρα και μητέρα του, τον τόπο, γνωστά στην ποιήτρια τοπία κοντά στην Ομορφίτα και στο Καϊμακλί, συγκεκριμένο χρόνο θανάτου, Ιούλης 1974, και συνθήκες.
Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία στήνεται το ποιητικό οικοδόμημα. Ένας αέρας ίσως περνά από άλλα παρόμοια ποιήματα, όπως εμφαίνεται και από τον τίτλο, όμως αμέσως η δημιουργός αφήνεται στον ίδιο τον εαυτό της, πλούσιο σε γνώσεις Μυθολογίας και Ιστορίας, ένα θησαυροφυλάκιο από τους θησαυρούς του  οποίου μπορεί να αντλεί ό τι και όποτε χρειαστεί.
Έτσι, πλην της πληροφορίας, ανάγεται η ποιήτρια στο ευρύτερο και ανώτερο επίπεδο των Ελλήνων ηρώων της Ιστορίας μας, από Ομηρικής Ιλιάδας και εξής, για να εντάξει μέσα στο ηρωικό πνεύμα της παράδοσης και τον συγκεκριμένο ήρωα, Κύπρο Γ. Ιωάννου.
Το ποίημα αρχίζει με την τοπογραφία και τη συνδεδεμένη με αυτήν νοσταλγία και ανθρωπολογία, με ήθη ανθρώπων άλλης εποχής συγκινητικά όμως στην αγνότητά τους, με το ανθρώπινο και θεϊκό στοιχείο αξεδιάλυτα.
Έργα και Ημέραι, θα έλεγε ο Ησίοδος, σε μια χορωδία με τον Ονήσιλο, τον Οδυσσέα, την Αντιγόνη. Διαπλάτυνση στο χρόνο και στον κόσμο των ιδεών που ελευθερώνει από το συγκεκριμένο και οδηγεί στο γενικότερο ηρωικό κλίμα.
Η ομορφιά του ήρωα μυθολογικά παραπέμπει σε αρχαίες θεότητες και θρύλους, με φιλοσοφική διάθεση και αποφάνσεις.
Οι δύσκολες ώρες που πέρασε το νησί το 1974 μόνο με παρόμοιες μπορούν να συνταιριάσουν, για να φωτιστεί η Ιστορική στιγμή στη επαναληπτικότητά της.
Ο συγκεκριμένος τόπος, αιρόμενος σε μυθολογικά ύψη, προσφέρει την απαραίτητη απόσταση, για να δοξολογηθεί στη γενίκευσή της η θυσία του ήρωα, με την τραγικότητα της μοίρας να παίζει τον καίριο μεταφυσικό της ρόλο.
Το συγκεκριμένο συνυφασμένο αξεδιάλυτα με το μυθολογικό, ιστορικό, θρησκευτικό στοιχείο, αίρεται στο ύψος του ποιητικού λόγου, που υμνεί και διαιωνίζει.

Στέλιος Παπαντωνίου

Κλεοπάτρας Μακρίδου, Το Κάππα της Κύπρου

Κλεοπάτρας Μακρίδου, Το Κάππα της Κύπρου
Λευκωσία 2913

Η ποιητική συλλογή της Κλεοπάτρας Μακρίδου Το Κάππα της Κύπρου, Λευκωσία 2013, με μόττο το του Antoine de Saint-Exupery “Δεν κληρονομούμε τη γη των προγόνων μας’ τη δανειζόμαστε από τα παιδιά μας” και αφιερωμένη «Στη μνήμη της Ελένης Μενελάου, της μεγάλης ζωγράφου με τη σύντομη ζωή που έβλεπε με τα μάτια της ψυχής» περιλαμβάνει 27 ποιήματα, με θέματα αγαπημένα πρόσωπα, όπως η μητέρα, καθοριστικός όμως και εδώ είναι ο έρως της διχοτομημένης πατρίδας και ο πόνος της απουσίας από τη γενέθλια γη.
Η μνήμη εναποθέτει συνεχώς εικόνες πατρίδας, εικόνες προσώπων και τόπων που έχουν χαραχτεί ανεξίτηλα μέσα της τόσο, που την πληγώνουν γιατί βρίσκεται μακριά ή ίσως η ξενιτιά της να είναι και η αιτία του πόνου, που τον γεμίζει με τα ποιήματά της για να λυτρώνεται. Η ως τώρα μελέτη του έργου της επιβεβαιώνει πως πρόκειται για τον αιώνιο Οδυσσέα που έφυγε από την πατρίδα κι όμως δεν μπορεί να κάμει μακριά της, ιδιαίτερα μετά το 1974.
Τα ποιήματά της για τη μητέρα, όπως προηγουμένως για τον πατέρα, αποτελούν και το καλύτερο μνημόσυνο και τη δημόσια ομολογία για την οφειλή της κόρης προς τους γονείς. Συνομιλία με τα αγαπημένα πρόσωπα, άμεση εξομολόγηση του πόνου του αποχωρισμού, και της τραγικής αντιστροφής των όρων της ζωής, άλλα ίσως ονειρευόταν, αλλού οι δρόμοι την οδήγησαν.
Μερικά ποιήματα της συλλογής σχετίζονται άμεσα με την ίδια τη ζωή της ποιήτριας, με ταξίδια και επισκέψεις σε άλλες χώρες και πόλεις, όπου και πάλι δεν εγκαταλείπει την ελληνικότητά της, ενώ αναδύεται η περηφάνια για την Ιστορία και τον πολιτισμό μας, συνοδευμένα με γνώσεις, μέσα στις οποίες άνετη κυκλοφορεί.
Στιγμές της ζωής και αλησμόνητα επεισόδια καταγράφονται ποιητικά, σ’ αυτήν όμως την ποιητική συλλογή παρουσιάζεται εντονότερο το πολιτικό στοιχείο με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό μας, αλλά και το φιλοσοφικό, κοινωνικό, αισθητικό, με αναφορές σε έργα τέχνης και ποίησης.
Αισθάνεται επιτακτική την ανάγκη να εκφράζεται, γι’ αυτό δεν αφήνει ανεκμετάλλευτη καμιά ευκαιρία, ώστε η ποίηση να γίνεται και να είναι καταφύγιο και μνημονική κατάθεση ζωής, σαν ένα ποιητικό ημερολόγιο μέσα στο οποίο παρακολουθούμε τις παγκόσμιες διαδρομές της.
Τα ποιήματα της συλλογής, διαφόρων επιπέδων, διατηρούν τα γνωρίσματα της αμεσότητας της επικοινωνίας, του εκφραστικού πλούτου, των πλούσιων εικόνων κι ενός αβίαστου και φυσικού εκπληκτικού συνδυασμού λέξεων, που οδηγεί στο συμπέρασμα πως μια πηγή λαλέουσα μας δίνει τη χαρά να ποιεί και να μας προσφέρει την ευκαιρία της μετοχής στον ποιητικό της κόσμο, για τα οποία πάντοτε ευχαριστούμε οι αναγνώστες τους ποιητές.



Στέλιος Παπαντωνίου

Οδυσσείας α-25

Οδυσσείας α-25

‘Ενθ᾿ ἄλλοι μὲν πάντες, ὅσοι φύγον αἰπὺν ὄλεθρον, οἴκοι ἔσαν, πόλεμόν τε πεφευγότες ἠδὲ θάλασσαν, όλοι επέστρεψαν στο σπίτι, τέλειωσαν οι μάχες, δεν ήταν πόλεμος, βαρβαρική επιδρομή, ποιος στάθηκεν Εφιάλτης στις Θερμοπύλες. Το στράτευμα είχε πάθει στομαχικές διαταραχές, δυσεντερία, υδρωπικία,  γρίππη με τη μαλάρια και περιπνευμονία, αστένειες που τραγουδούσαν κυπριακά δίστιχα στα τραπέζια, με τις καρέτες ξεκίνησαν για το λόφο του προεδρικού, με τη χολή στο δισάκι κατακίτρινο χνουδωτό, τα μάτια τους δεμένα,  τυφλόμυγα καττόμουγια, βγαλμένα αλλωνών, δεν τα κρατούσαν στα χέρια, πεταμένα στους λάκκους, άλλοι μονόφθαλμοι Πολύφημοι, τους είχαμε ακουστά από το Πολυτεχνείο. Στη γειτονιά παίζαμε μικροί τον καραγκιόζι, στεκόμασταν πίσω από το λευκοσέντονο, τα παιδιά διπλοπόδι χάμω, πέντε σπίρτα είσοδος, και κινούσαμε αριστοτεχνικά τις φιγούρες, εμείς νυχτιάτικα, εκείνοι πρωινοί πρωινοί, στο ραδιοσταθμό, στην αρχιεπισκοπή, στο μετόχι, στο μέγαρο.


Οι ἄλλοι μὲν πάντες, ὅσοι φύγον αἰπὺν ὄλεθρον, οἴκοι ἔσαν, στα σπίτια γύρισαν, εκείνες τις μέρες ήταν μια χαρά, που κατέβαιναν από τ’  αντάρτικο, τους περιμέναμε στην αρχιεπισκοπή, με τα τύμπανα και τις σάλπιγγες, δάφνες και βάγια, την άλλη μέρα  μια λύπη ξεδιπλωνόταν βαριά μαύρη χλαίνα στα σωθικά μας. Αφήνονταν ελεύθεροι οι αιχμάλωτοι, Άδανα λέγανε, κάτι μακριούς διαδρόμους να τους γδέρνουν, κι έρχονταν αργά  λεωφορεία με κλαδιά στα παραθύρια, κεφάλια  χέρια  έξω, πετούμενοι,  σφιγγόταν ο ένας δίπλα στον άλλο στην ξενοδοχειακή, μια παλάμη στο στόμα μια στα μάτια, κι οι δυο να γδέρνουν τα μάγουλα, τις κρατούσαν από τες αμασκάλες, που λύγιζαν τα πόδια, σέρνονταν,  κι ο Ποσειδώνας στους Αιθίοπες, ἀντιόων ταύρων τε καὶ ἀρνειῶν ἑκατόμβης. ‘Ακουσε πως ήταν γλυκό το κρασί στην Αραπιά, και του κρατούσε πείσμα, δεν τον άφηνε να φτάσει στην πατρίδα, ο αγνοούμενος Οδυσσέας, ως ν’ αποφασίσουν στον Όλυμπο οι θεοί, στο στρατιωτικό συμβούλιο, στην ΄Αγκυρα και στο Πεντάγωνο, οι νεφεληγερέτες.