Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Κωνσταντίνου και Ελένης


Κωνσταντίνου και Ελένης

Χατζηκωστάντινος ήταν ο πατέρας του Παπάντωνη κι  ο πατέρας Κωσταντής κι η κόρη  Κωσταντίνα κι η Αλεξάντρα έβγαλε Κώστα, το φως του Βουνού, που έλεγε κι ο Σχίζας κι η Ξενού το δικό της στην Καλαμαριά. Η γιαγιά Ελεγκού, από την Κυθρέα και τους Χρυσοφούς της Βάσας Κοιλανίου, κι η θυγατέρα της Μαρούλας και του Τάκη Ελένη,  να συναχτούν στη σάλα της Ποπούς να τους κάμει το τραπέζι, όπως τότε, παλιές συνήθειες, οι κυρίες έβαζαν τα καλά τους, έτριζαν στο περπάτημα,  κι άρχιζαν τις επισκέψεις, με την τσάντα στο χέρι για να βάλουν τα λουκούμια, εκ των υστέρων τα λες και πικροχαμογελάς, τότε ήταν η μόδα, όχι τίποτα σπουδαία πράματα, γύριζαν από σπίτι σε σπίτι που γιόρταζε, τα ’λεγαν ένα χεράκι, τι νέα να είχε μια γειτονιά της χώρας,  κι ύστερα από κάμποσο καιρό άρχισαν να γράφουν στις εφημερίδες το ωραίο εκείνο, η κυρία τάδε δεν θα δεχτεί ευχετήριες επισκέψεις επί τη ονομαστική εορτή, άλλα ωραία της κενωνίας, δεν ήταν τόσο άτιμη και διεφθαρμένη τότε, μέσα μέσα στήναν και κανένα φαγοπότι, για δικούς πρώτα κι ύστερα, και για λίγο πιο ξένους σε μας τα παιδιά, κι έτσι γέμιζε η σάλα, μια μεγάλη κάμαρα, το αξέχαστο η πιατέλα το ψάρι με σπιτική μαγιονέζα του καιρού εκείνου, και στο τέλος ανάμεσα στα γλυκά, η σιαρλότα, κάτω παντεσπάνι και πάνω στολίδια τα κομμάτια το γλυκό καρυδάκι και το κιτρόμηλο, ο συνδυασμός των χρωμάτων και των γεύσεων. Από την Ελεγκού αποφαινόμαστε τα εγγόνια πως γίναμε μεζετζήδες, πάντα είχε τη φίζα γεμάτη με τυρί ή λούντζα, έλα κοντά, έλεγε ξεχωριστά στον καθένα, στην κάμαρά της, ή σαν τηγάνιζε κεφτέδες έδιωχνε δήθεν τα γατιά -στο σπίτι δεν είχαμε- αλλά ψιτ ψιτ, σήμαινε τρέξτε, μια φορά κι έναν καιρό. Κάποτε τη σάλα την κάναμε μπακάλικο, τον καιρό του αγώνα, μεγάλη συνοικία, με τις πρώτες τουρκικές επιθέσεις διαφυλάξαμε το δεφτέρι τα βερεσέδια, να θυμόμαστε. Έρχεται ο μακαρίτης ο Σαββίδης ο γιατρός, ήμουν μόνος, έχεις ρωτά μακεδονίσι, όχι, κι εκείνος στεκόταν κι έβλεπε τον μαϊντανό, δεν είπε τίποτε κύριέ μου, έρχεται η μάνα, ο γιατρός ζητούσε μακεδονίσι τι είναι; Κι έτσι έμαθα και τη Μακεδονίτισσα.

Η εικόνα μας πάντως στην εκκλησιά δεν είναι του φωτο Ηρακλείδη, βγήκαν ύστερα άλλοι στο μεϊντάνι, καλόγριες και καλόγεροι, του Σταυροβουνιού και του Αλαμαννού, κάτι μοντέρνα χρώματα, στολίδια περιττά, σαν τον Ηρακλείδη μας κανένας. Να μας ζήσουν.

Σάββατο, 19 Μαΐου 2018

ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

Του Πόντου

Νικόλαε Τωμαδάκη μου, τι διερωτάσαι αν τούρκεψε ο Αμιρούτσης, φτάνει που ήταν σύμβουλος του μακαριστού μας Δαβίδ του Κομνηνού και τον έπεισε να παραδώσει την Τραπεζούντα στους Τούρκους, ήταν αδύνατοι οι Ρωμιοί, και τι να κάμουμε την άμυνα, έλεγαν οι μεγαλόσχημοι εδώ, και συμβουλεύουν ακόμα να παραδώσουμε την πόλη, δεν είναι παράδοση, συμφιλίωση είναι κι επανένωση της πατρίδας, εσύ να βλέπεις το στόμφο, και είναι αδέλφια μας οι τούρκοι της Κύπρου, άνοιξε και καμιά ιστορία ελληνική και πες μας, διάβασε για τον Πόντο και τα πάθη του, και ανεξάρτητη Δημοκρατία και αντάρτικο και Σούλι είχαν και όρη του Τροόδους και του Μαχαιρά και δικό τους Αυξεντίου, μα η απόφαση δόθηκε και διαδόθηκε, ο Ερντογάν πρέπει να αποδειχτεί ανώτερος του Κεμάλ, πιο γενοκτόνος, πιο ξεκαθαριστής, αστραπιαία, καταβροχθιστική δύναμη, από τους άλλους πιο θηριώδης πολτικός, χιλιάδες να γονατίζουν και να πεθαίνουν στο δρόμο, μύγες οι άταφοι νεκροί, με μπουλντόζες να τους σκεπάζουν στην Κερύνεια, ευαίσθητη η ρινική τους κοιλότης, έβαζαν κι άσπρο μαντήλι μην ανεχόμενοι τα μικρόβια, πολύ μικρά κοντά τους, κι οι εγκληματίες βαρούσαν μια στις σιδερές πόρτες κι πηδούσαν έξω από τις φυλακές να συνδράμουν στο έργο της γενοκτονίας, κι εκεί και στην Ίμβρο και στην Τένεδο, οι άλλες χώρες, Ρωσία θες, Γερμανία, μια χειροκροτούσαν μια συμβούλευαν πώς να ξαστερέψει η σφαγή, μάταιες οι νομικές συνθήκες κι οι υπογραφές, κανείς δεν σου είπε Δαβίδ μου Κομνηνέ και άγιε, κανείς δεν σου είπε πως υπόγραψαν και την Γ΄Βιέννη, τη σωτηρία της Καρπασίας, την επιστροφή της Αμμοχώστου, κι αρχίζουν και πάλι τον αγώνα οι Κερυνειώτες, μην ξεχνάτε, κι η αναίδεια τούς διαγράφει, κάθονται κούφιοι με τα μαύρα τους γιαλιά στα καφενεδάκια στο λιμανάκι, παρακινώντας κι άλλους, ως επισκέπτες την Κερύνεια να την σέβεστε, και μας κυβερνούν και μας εμπαίζουν, τουλάχιστον εσένα μάζεψε σπυρί σπυρί το θάρρος η γυναίκα σου, Δαβίδ μου, να σωρεύει τα κόκαλά σου των παιδιών σου έξω από τα τείχη της Πόλης να τα θάψει, μην τα φαν άλλα θεριά.
Στέλιος Παπαντωνίου

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Η ΑΠΟΓΕΙΩΣΗ

Η ΑΠΟΓΕΙΩΣΗ
Κάτσαμε όλοι στο τραπέζι, μακρόστενο ήταν, στην κεφαλή ο πατέρας, στην άλλη ο Χρίστος μας, θα ‘φευγε για την Αφρική, Λάγος Νιγηρίας, επιχειρήσεις Λεβέντη, κάναμε μαύρα μάτια να τον δούμε, να χαρούμε πως ήταν καλά, ύστερα από τη μεγάλη περιπέτεια στις φυλακές και στην αγχόνη, τον ξαναβλέπαμε και δεν πιστεύαμε, έχετε κάτι να φάω να σας αποδείξω πως είμαι ζωντανός, ήταν ένα κομμάτι ψάρι οφτό και μέλι άγριο, έφαγε, μαζί σας θα ΄μαι καμιά σαρανταριά μέρες ακόμα και το νου σας, μεγάλη δουλειά σας περιμένει, να το μάθει ο κόσμος όλος, και τώρα πάλι ήρθε η ώρα να φύγει, ο πατέρας έπιασε το κλάμα, θα ήπιε καμιά παραπάνω, τι κλαις ρε μάνα μου του λέει η μάνα, φεύγει ο Τάκης, καλά το ξέραμε, μας το είπε, το χωνέψαμε, σε λίγο πρέπει να ετοιμαστούμε για το αεροδρόμιο, ήταν το παλιό της Λευκωσίας, κάτι παράγκες στην αρχή, τότε, ύστερα το έκαμαν πολυτελείας, να πηγαίνουμε στα νιάτα μας να τρώμε παγωτό, να βλέπουμε κόσμο να μπαινοβγαίνει, το έφαγαν το φίδια κι οι κουφάδες οι τούρκοι με τις βόμβες ραγδαίες βροχές.
Κατεβήκαμε, δεν θέλω βαλίτσες, λέει, εκεί που πάω έχω από όλα, λίγα χρόνια ήταν εδώ η ζωή μου, θα σας στείλω τον Παράκλητο, πρώτη φορά ακούαμε γι’ αυτόν, τι ήταν από πού θα ‘ρχόταν, εσύ μας έλεγες πως θα ‘σαι πάντα μαζί μας, είμαι και θα είμαι, ανάμεσά σας πάντα, αλλά θα χρειαστείτε δύναμη, έρχεται σε λίγες μέρες, πηγαίνετε τώρα στο καλό, κι εγώ στο καλύτερο, στον Πατέρα. Μπήκε στ’ αεροπλάνο και απογειώθηκε.
Στέλιος Παπαντωνίου

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Το σπήλαιον


Το σπήλαιον

Πάλι κάθεται στα νεανικά του χρόνια στη σπηλιά στον ‘Αι Επίκτητο, λίγο πιο κάτω κι ο Ευριπίδης στη Σαλαμίνα, θυμάται, εκεί καθόταν , σπήλαιον αναπνοήν έχων προς τη θάλασσαν, κι έγραφε τραγωδίες, εμείς εδώ τις ζήσαμε και τις ζούμε επί εικοσιτετραώρου βάσεως, χωρίς διακοπή, κι ακόμα τώρα –λέει- που έχουν κατοικήσει τούρκοι από τη μια ως την άλλη το χωριό και κτίζουν κι έκτισαν και καταστρέφουν, τίποτε δεν έμεινε στη θέση του, του Σκάρου το σπίτι ένα μεγάλο μοναστήρι, με το πηγάδι, καλοδεχούμενος πάντα ο αέρας της θάλασσας, αχόρταγα τα μάτια στην ομορφιά του τοπίου,  κι η καλύβα με τα καλάμια εκεί στου Τζυρκού, εκεί και το σπήλαιο, κι έτσι σιγά σιγά μεγαλώνοντας, αποτραβιέται στο σπήλαιο, έξω, διαδηλώνουν στη Λεμεσό, σκοτώνονται στα Ιεροσόλυμα, εδώ οι Έλληνες της Κύπρου, εκεί οι Παλαιστίνιοι, αίμα και πυρ και ατμίδα καπνού,  φτάνει στο σπήλαιο με τηλεβόα, με ηλεκτρικές κεραίες και ασύρματους, μα είναι εκεί μια δροσιά, η θάλασσα ψιθυρίζει, κι αυτός αποτραβιέται όλο και πιο βαθιά στο σπήλαιο, ο ήχος των πόλεων βρίσκει τείχος απροσμάχητο τους βράχους, γούβες γεμάτες αλάτι, στο βάθος της σπηλιάς μόνος ακούει τη θάλασσά του, φωνή Κυρίου επί των υδάτων.

Στέλιος Παπαντωνίου

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Η Φιγενού


Η Φιγενού

Η Φιγενού,  αρκόντισσα πάς  στο Βουνό, τα σπίτια της Ρήγαινας πιο πάνω, την φώναζαν μια Ρήγαινα του Βουνού, μια Φιγενού του κάμπου, έτσι που απλωνόταν από το χωριό κάτω όλη η χώρα, ένα φωσάκι θέαμα, τα βράδια σαν καθόμασταν με τον παππού κάτω από την κληματαριά, δίπλα στο φούρνο.

Η μάνα της την αγαπούσε, με παλικάρια φύλακες, άλλοι στην ιστορία, άλλοι στο μύθο, ο Τεύκρος, κι ο Ονήσιλος κι ο Ευαγόρας ο μεγάλος κι ο μικρός αργότερα, που άγιασε στο σχοινί, ήταν όμως κι άρρωστη και φωροκώσταινα, μ’ ένα πνεύμονα τι να σου κάνει, πόσο να την προσέχει, τότε που κυκλοφορούσαν δράκοι στα χωριά και στις χωματερές της πόλης, σαρακηνοί και τούρκοι κι εγγλέζοι, την αγαπούσε ο Βένετος, την πήρε για λίγο αγκαλιά, τ’ άκουσε ο σουλτάνος, φυσάει τα καράβια του να κατεβούν, μια στη Λεμεσό οι εγγλέζοι, στη Σκάλα στην Αμμόχωστο και στην Κερύνεια, την κατατρώει και τον γδέρνει τον Μαρκαντώνιο, αρπάζει τη Φιγενού, του φεύγει μες στο πλοίο μες στο κάτεργο, φωτιά μπαρούτι, Μαρία η Συγκλητική ονομάστηκε, αγόρασε ταυτότητα μισοτιμής από  κομπιναδόρους, κι ύστερα από χρόνια, πάλι χωρίς μάνα, την πουλά μια νύχτα μουλλωτή ο σουλτάνος στον εγγλέζο, πολύ κύριος το έπαιζε, ένας αλήτης των νυχτών και της καμιάς ημέρας, κι έτσι, ύστερα από τις σφαγές του Ιούλη του 21 άρχισε αυτός τις κρεμάλες του 55, κι η μάνα θωρούσε, κάπου λίγο πριν είχε μιλήσει για τον ένα της πνεύμονα, και τώρα, ο σουλτάνος, ένας νεοσουλτάνος αυτός, μαζί με τη βασίλισσα της Αγγλίας, θα παρακαθήσουν λέει σε γεύμα, σε συνομιλίες, μια και δεν υπάρχει Ρήγαινα μήτε Φιγενού, αλλά αυτοί είναι εγγυητές της ύπαρξής της, να τα βρουν λέει, χωρίς τη μάνα της, δεν είναι ανάγκη, αυτοί ξέρουν καλύτερα, λίγο παραπάνω από πιωμένοι, βλέπουν τη μια τη Φιγενού διπλή, η Φιγενού τζι η Εμινέ, κι έτσι μοιράζουν θάλασσες στεριές, νερά χώμα κι αέρια, πιωμένοι μεθυσμένοι.   


Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

Της κρεμάλας


Της κρεμάλας

Άλλος αυτός ο Μιχαλάκης στην κρεμάλα, μαζί με τον Αντρέα, ο Μιχάλης ο ταχυδρομικός είδαν πολλά τα μάτια του χρόνια στη ζωή, να δούμε ακόμα πόσα, χρονοτριβούσε, δεν κατέβαινε στις Κεντρικές Φυλακές στη Λευκωσία, ίσως ακουστούν τα αιτήματα, όλοι στους δρόμους, όπου υπήρχε ελληνική ψυχή, διαδηλώσεις για τη σωτηρία τους, το άδικο ξεσήκωνε τον κόσμο, δεν ήταν και πολύς καιρός που τους σκότωναν στους δρόμους μια οι Γερμανοί, μια οι Ιταλοί, μια τα ίδια τα αδέλφια, κι αυτός περίμενε, κι έγραφε στον αδελφό, διαβάζουμε και σήμερα και κλαίμε και ντρεπόμαστε για την κατάντια, η ψυχική μου ηρεμία είναι μεγάλη, με στωικότητα αντιμετωπίζω το άδικο, λυπούμαι μόνο που δεν θα μπορέσω να τανύσω στον πατέρα και στη μητέρα τώρα στα γεράματα, τα αδέλφια μου εσάς, σαν να ακούς το Ρίτσο να τα λέει με τον Αυξεντίου, ο αγώνας εξευγένιζε τους ανθρώπους, συμφιλίωνε με το θάνατο, γίνονταν άγιοι στην πρώτη νεότητα, εκ νεότητός μου πολλά πολεμεί με πάθη, αυτούς κανένα, μόνο ο πόθος της ελευθερίας, της ένωσης με την Ελλάδα, της προσφοράς στο όραμα. Ο Μιχάλης ο ταχυδρομικός περιμένει, δεν έχει να πάρει καμιά ψυχή, έμεινε αθάνατη μαζί μας, με το φωτοστέφανο της δόξας, γι’ αυτό δεν καταλαβαίνουμε τον κόσμο σήμερα, γιατί ζήσαμε αυτά.

Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

αγριόφατσες


αγριόφατσες
Μόλις είδε τις αγριόφατσες εκείνες στην τηλεόραση η κυρά Παναγιώτα τον φώναξε τον Χρίστο της, ρε γιε μου ρε καλέ μου, ακούω πως κάνεις παρέα με τέτοιους, εγώ μόνο που τους βλέπω τρέμω, χλομιάζω σβήνω, κι εσύ, να βγει τ’ όνομα, καλύτερα το μάτι σου, ένα παιδί του κατηχητικού, από τη μια στην εκκλησιά κι από την άλλη με τους πορνοβοσκούς της Χώρας, γιατί καλύτερα της Πάφου ή της Λεμεσού;  και γι’ αυτούς ποιος θα μεριμνήσει, δάσκαλοι δεν μπήκαν απάνω τους, παπάδες και γονιοί και φίλοι, καταστράφηκαν τα παιδιά, και καταστρέφουν κι άλλους, εγώ γι’ αυτούς ήρθα στον κόσμο, η μόνη που μπορούσε κάτι να προσφέρει στο δίσκο, ένα γλυκό του κουταλιού λίγο δροσερό νερό, η τεχνολογία, η τηλεόραση να πούμε, κι αυτή χειρότερη, χοιροβόσκει και διαφημίζει μανταλάκια μαντιλάκια, πεταμένος χρόνος πεταμένα λεφτά, μασκαραλίκια πράματα, γι’ αυτό σου λέω, όσο το μπορώ, μαζί τους θα γυροφέρνω, κι αν σωθεί κανένας σώθηκε, δεν σώθηκε κανένας, οι γιοι της απώλειας. Έχουμε ευθύνη, έχουμε ευθύνη, μια χαμένη γενιά, σε μια χαμένη χώρα, από τότε, πολλή παρεξήγηση η δημοκρατία, κάνε ό τι θέλεις παιδί μου, να είσαι ελεύθερος, διάλεξε μόνος παιδί μου ν ‘ αποκτήσεις ευθύνη, μην εμποδίζετε τα παιδιά, αφήστε τα να εκφραστούν, μη βάζετε όρια, τα ψυχολογικά, τα ψυχολογικά να προσέχετε, μην πάθει το παιδί, και μη σηκώσεις χέρι, σου το’ κοψα, ποιος δάσκαλος σου σήκωσε φωνή, στο Υπουργείο, να δω εγώ, πολυφωνία, πολυλογία, πολυακαταστασία, πολυθεσίτες, πολυάσχολοι, παντογνώστες ημιγνώστες, τι κάνεις παιδί μου, λεξιλογικές ασκήσεις, α ρε συ, ξέχασες το με καλό γάλα βυζασμένος.  Ένα σύστημα που παρακολουθεί τα άλλα, δεν ξεψαχνίζει τις ανάγκες τις δικές του, στις τσέπες του, στις γωνιές των δρόμων και των σπιτιών,  ακούει με ξένα αυτιά βλέπει με ξένα μάτια, η Ευρώπη πολύ μεγάλη, κι εμείς πολύ μικροί, εκείνοι ξέρουν καλύτερα, ας ήταν ένας να βάλει φωνή, κι αυτός πνίγηκε.

Πάλι κοντά σου, Χρίστο παιδί μου, δώσε ένα χέρι, τον παραδέχτηκε η κυρά Παναγιώτα.